is touching yourself worth an eternity in hell?

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2019

Η αιώνια τυρρανία των λαϊκών ρήσεων παρηγοριάς

Όποιος με ξέρει έστω και λίγο, ή έστω όποιος με ξέρει αρκετά, γνωρίζει πόσο πολύ σιχαίνομαι τις λαϊκές ρήσεις παρηγοριάς. Αυτές τις ηλίθιες στάνταρ εκφράσεις που σου λέει ο κόσμος όταν δεν είσαι καλά "για να σε κάνει να νιώσεις καλύτερα". Κι όταν λέω σιχαίνομαι εννοώ μισώ με πάθος από τα βάθη της κυνικής ψυχής μου σε σημείο που θέλω να χτυπήσω όποιον ξεστομίζει τέτοιες αηδίες. Ας απαριθμήσουμε μερικές απο αυτές ώστε να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε:

- Όλα θα πάνε καλά
- Όλα γίνονται για κάποιο λόγο
- Όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, αργά ή γρήγορα θα γίνει πραγματικότητα
- Όλα είναι μέρος σχεδίου
- Το καλό κάρμα θα γυρίσει σε σένα
- Όταν κάνουμε σχέδια η ζωή / ο Θεός γελάει

.... κι αμέτρητες άλλες τέτοιες ηλιθιότητες. Μην αρχίσω καν να λέω για αυτή τη μαλακία το "δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω", θα ξημερώσουμε. Πήδα απο ένα γκρεμό και πέτα καραγκιόζη, αρκεί να το θέλεις πολύ. Εγώ δεν θα σε σταματήσω.

Δεν θέλω να παρεξηγηθώ, δεν είναι οτι δεν θέλω να πιστέψω σε τίποτα. Δεν είναι οτι γουστάρω να πούμε που ο κόσμος είναι μια μάζα σκατά, πιστέψτε με, θα ήθελα πολύ να πιστεύω. Για την ακρίβεια, θα αντάλλαζα ένα νεφρό για να με πείσει κάποιος να πιστέψω σε κάτι, σε ο,τιδήποτε. Αλλά φοβάμαι φριχτά οτι η πίστη δεν λειτουργεί ακριβώς έτσι. Για την ακρίβεια, λειτουργεί ακριβώς αντίστροφα.

Είναι όπως εκείνη η ταινία, το Life of Pi. Εξαιρετική παραβολή για την πίστη, και ξέρετε ποιο είναι το ηθικό της δίδαγμα; Η πίστη είναι απλά η διαυγής απόφαση να διαλέξεις την πιο ευχάριστη εκδοχή των πραγμάτων, απλά και μόνο επειδή η πραγματικότητα είναι φριχτά πιο δυσβάσταχτη, ή και φρικαλέα. Γι'αυτό λοιπόν, επειδή δεν βρέθηκε ακόμα άνθρωπος να με πείσει να πιστέψω, θα πείσω εγώ τους πάντες για το αντίθετο. Επειδή μπορώ. Επειδή δεν νιώθω καλύτερα. Επειδή αν πείσω κάποιον εγώ ίσως και να νιώσω καλύτερα, ή επειδή απλά προτιμώ να γράψω από το να γυρίσω πλευρό και να κλάψω κι άλλο λίγο. Οκ, κι επειδή πριν πολλά χρόνια ανακάλυψα πως όταν γράφω κάτι δημόσια, γράφω καλύτερα, και γιατί έχουμε και μία ματαιοδοξία να καλύψουμε που δεν κατάφερε ποτέ να ξεγελαστεί με σελφις και χασταγκς όπως κάνετε εσείς οι υπόλοιποι για να γουστάρετε με την πάρτη σας.

Η γιαγιά μου ήταν μία εξαιρετικά θεοσεβούμενη και θρήσκα γυναίκα. Ήταν επίσης ο μόνος άνθρωπος σε όλη τη ζωή μου για το οποίο ήμουν η πρώτη προτεραιότητα, και κατά γενική ομολογία ένας υπέροχος, καλοσυνάτος κι ενάρετος άνθρωπος. Η γιαγιά μου ήταν η μόνη πραγματική μου οικογένεια, και πέθανε όταν ήμουν 9. Φυσικά, είχα πολλές ερωτήσεις περί αυτού, με πρώτη και καλύτερη το μεγάλο, αιώνιο "γιατί". Για την ακρίβεια, η πρώτη μου εύλογη ερώτηση ήταν: "Γιατί η γιαγιά μου, ενώ ήταν τόσο καλή και αγαπούσε τόσο τον καλό Θεούλη, αντί να ανταμειφθεί γι'αυτό, πέθανε μια μέρα ξαφνικά χωρίς καμία προειδοποίηση;" Η απάντηση που μου έδωσαν μου φάνηκε τότε το ίδιο τραγική και ανόητη, όπως μου φαίνεται μέχρι σήμερα. Αν έχετε τον Θεό σας, που ελπίζω να μην τον έχετε γιατί θα προσβληθείτε πολύ από οσα θα διαβάσετε, αν έχετε τον Θεό σας, δεν θα πιστέψετε τι μου απάντησαν.

"Ο καλός Θεούλης ήξερε πόσο καλή ήταν η γιαγιά σου, γι'αυτό την πήρε μαζί του. Την χρειαζόταν για να τον βοηθάει".

Ξέρω τώρα ότι κάποιοι σκέφτεστε, ότι ήταν η καλύτερη πιθανή απάντηση που θα μπορούσε να δωθεί σε ένα εννιάχρονο για να εξηγήσει τα ανεξήγητα. Τι άλλο θα μπορούσαν να πουν δηλαδή. Λοιπόν, θα μπορούσαν να πουν "Γιατί η ζωή είναι άδικη", ή ακόμα και "Γιατί η ζωή είναι σκατά, κατάλαβέ το όσο είναι νωρίς μυξιάρικο". Οτιδήποτε τελοσπάντων θα ήταν καλύτερο. Ο Θεός σκότωσε τη γιαγιά μου γιατί την χρειαζότανε;;;; Σορρυ κιόλας αλλά εγώ την χρειαζόμουν περισσότερο. Ποιος μαλάκας Θεός αφήνει ένα εννιάχρονο μόνο του σε μια ζωή που πήγε κατά διαόλου απο τότε, μόνο και μόνο επειδή έχει πολλές μπίζνες και θέλει γραμματέα;  Και δηλαδή για να καταλάβω, τι σόι ξήγα είναι αυτή; Αν δεν είσαι καλός τη γάμησες, αν είσαι καλός τη γάμησες πάλι γιατί θα σου φορτώσουμε όλες τις βρωμοδουλειές μας. Αυτό φίλε δεν είναι το Μεγάλο Σχέδιο, αυτό είναι η σύνοψη της επαγγελματικής μου ζωής.

Όχι ΔΕΝ θα πάνε όλα καλά και ΔΕΝ γίνονται όλα για κάποιο λόγο και το καλό κάρμα θα επιστρέψει να σε πηδήσει απο τον πωπούλη. Γιατί, αν ίσχυαν αυτά, δεν θα πάθαιναν καρκίνο νεογέννητα βρέφη, δεν θα πέθαιναν παιδάκια από την πείνα, δεν θα αυτοκτονούσαν άνθρωποι από μοναξιά και κατάθλιψη και δεν θα πέθαινε η γιαγιά μου όταν ήμουν εννιά. Γιατί δεν υπάρχει καμία λαϊκή ρήση παρηγοριάς που να σε κάνει μαγικά καλύτερο ή πιο αθώο ή πιο άξιο από τους άλλους. Γιατί δεν είσαι οκ επειδή είσαι μέρος κάποιου φοβερού σχεδίου και γιατί δεν υπάρχουν υπερφυσικοί παππούληδες στον ουρανό που παίζουν μπαρμπούτι με τις ζωές μας. Κι αν υπήρχαν, θα ήταν πολύ μαλάκες.

Καταλαβαίνω φυσικά γιατί μπορεί κάποιος να πιστεύει τέτοια πράγματα, δεν είμαι ανίδεη. Μα είναι τόσο πιο εύκολο άλλωστε να πιστέψεις ότι υπάρχει κάποιος σελεστιαλ σεναριογράφος με Ομηρικά βίτσια που το'χει όλο κανονισμένο το πράμα ώστε να σε οδηγήσει σε χολιγουντιανά στορυ αρκς όπου ο χαρακτήρας σου θα αναδυθεί μέσα από όλες τις δυσκολίες, σοφότερος, πιο έμπειρος, και γενικά πιο μάγκας. Και να μην παρεξηγηθώ, δεν είναι θέμα αποκλειστικά θρησκευτικής πίστης όλο αυτό. Έχω ακούσει αυτές τις λαϊκές ρήσεις παρηγοριάς από άπειρους ανθρώπους που αυτοζητωκραυγάζονται "άθεοι". Μα είστε όλοι τόσο πρωχό ώστε να μην πιστεύετε σε εκκλησίες και παππάδες, αλλά δεν μπορώ σημαίνει δεν θέλω, μη τα γαμήσουμε κι όλα, έτσι;

Δεν είσαι οκ επειδή είσαι μια μοναδική χιονονιφάδα και γιατί όλα γίνονται για κάποιο λόγο. Είσαι οκ για δύο λόγους. Είτε γιατί είσαι κωλόφαρδος, είτε γιατί είσαι ηλίθιος. Διάλεξε και πάρε.

Και πριν διαλέξεις την κωλοφαρδία, think again. Ξέρεις γιατί; Γιατί μόλις σε κορόιδεψα με το ίδιο σου το όπλο, είσαι απλά ηλίθιος. Δεν υπάρχει κωλοφαρδία γιατί δεν υπάρχει τύχη, όλα είναι χάος, δεν είναι καν μαθηματικές εξισώσεις με παρονομαστές και κλάσματα, είναι απλά, χάος και τίποτα και οτιναναινε. Είσαι απλά ένας πήθικος με μεγαλύτερο επεξεργαστή από όσο αντέχει η μητρική κι αυτό σε κάνει απλά έναν ηλίθιο που προσπαθεί να εξηγήσει πράγματα που δεν υπάρχουν για να ξεχάσει προσωρινά οτι θα πεθάνει.

Οκει εντάξει, συγνώμη, είμαι σκληρή και κυνική, το ξέρω. Δεν υπάρχει λόγος τώρα να αρχίζουμε τις συζητήσεις για υπαρξιακά κι άλλα τέτοια δραματικά. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, εμένα με βοηθάει λίγο που είναι όλα χάος και τίποτα. Είναι πολύ προτιμότερο απο το να πιστέψω οτι υπάρχει η έννοια της τύχης, γιατί τότε θα πρέπει να δεχτώ οτι είμαι ο μεγαλύτερος γκαντεμόσαυρος που πέρασε ποτέ απο τον πλανήτη, κι ότι υπάρχει ένα πραγματικό μαύρο σύννεφο που με γυροφέρνει και με εμποδίζει απο το να αποκτήσω ο,τιδήποτε έχω ποτέ θελήσει.

Α, ναι, ξέχασα να σας το πω αυτό, είναι και που δεν έχω ποτέ αποκτήσει τίποτα απο ότι έχω θελήσει, κι έχω θελήσει πολύ και συχνά και με πάθος, με τόσο πάθος που κάποια στιγμή σταμάτησα να θέλω ο,τιδήποτε. Κι αυτό δεν το λέω για λόγους δραματουργικής υπερβολής, όντως δεν έχω ποτέ πάρει αυτό που θέλω, εκτός αν πιάνονται οι second hand τσιγκούνικες και δευτέρας παραγωγής εναλλακτικές με τις οποίες συμβιβάζομαι. Και πιστέψτε με, πάντα συμβιβάζομαι χωρίς να γκρινιάζω και το έχω κι ενδόμυχο καμάρι γιατί όσοι αντέχουν στο τέλος ανταμοίβονται. Είναι τα κατάλοιπα των διδαχών της ενάρετης γιαγιάς μου αυτά. Δεν τα ξεφορτώνεσαι εύκολα τέτοια πράγματα.

Φάσκεις κι αντιφάσκεις θα μου πεις. Εντάξει, μερικές φορές πιστεύω στα καρτούνς και στην επιστημονική φαντασία και οτι είμαι απόγονος εξωγήινων, αλλά αυτά είναι χάρην γούστου που λένε. Αν εσείς πιστεύετε οτι το κάρμα είναι κάποιου είδους διαγαλαξιακού χρηματιστηρίου που επενδύεις μετοχές, εγώ γιατί να μην πιστεύω οτί υπάρχει κάπου ένας γιατρός με ένα μπλε τηλεφωνικό θάλαμο που σώζει ότι προλαβαίνει μέσα στο χωροχρόνο χωρίς να τον παίρνουμε χαμπάρι; Τι δηλαδή εσείς είστε πιο έξυπνοι;

Αν θέλετε να ξέρετε, η Κατερίνα μου λέει οτι δεν είμαι φύσει αισιόδοξη, κι αυτό είναι οκ, μπορώ τουλάχιστον να προσπαθώ να είμαι θέσει αισιόδοξη. Αυτό είναι μία απο τις λίγες συμβουλές που μου έχουν δώσει ποτέ που ψιλοεκτιμώ. Η Κατερίνα ξέρει πάντα να βρίσκει τις πιο κατάλληλες λέξεις για να πει αυτό που θέλει, κι αυτό είναι μεγάλο ταλέντο, εγώ το σέβομαι. Μόνο στον γραπτό λόγο μπορώ να το κάνω εγώ αυτό, στο λαιβ με πιάνει ένα stage fright. Η Κατερίνα είναι η ψυχολόγος μου, αλλά δεν μου αρέσει καθόλου αυτή η λέξη, όσο δεν μου αρέσει η ιδιότητα. Προτιμώ να την αποκαλούμε "ο σοφός σαμάνος της φυλής", είναι πιο αρμοστό στην πραγματικότητα. Η Κατερίνα είναι επίσης πολύ έξυπνη. Ευτυχώς, δόξα τον Θεό ή τον Γιατρό με το Μπλε Κουτί, γιατί αλλιώς δεν θα έδινα δεκάρα για το τι λέει. Αλλά είναι πολύ έξυπνη και συνήθως έχει και δίκιο. Είδατε, δεν είμαι εντελώς κλειστόμυαλη.

Πρέπει να είμαι θέσει αισιόδοξη, ακριβώς επειδή είμαι φύσει απαισιόδοξη. Γι'αυτό αν θέλετε να με κάνετε να νιώσω καλύτερα, μη με ποτίζετε λαϊκές ρήσεις παρηγοριάς. Βάλτε μου να πιούμε ένα ποτό ή ένα τσιγάρο μαζί, κι ας μην μιλάμε. Βάλτε να δούμε δυο τρεις ταινίες επιστημονικής φαντασίας back to back και ταίστε με νατσος με τσενταρ, θα νιώσω σίγουρα καλύτερα. Πείτε μου ανέκδοτα με τον Τσακ Νόρις. Γελάω πολύ και ακόμα, με τα ανέκδοτα με τον Τσακ Νόρις. Πάω στοίχημα οτι δεν έχετε σκεφτεί ποτέ πόσο συγγενικά με την έννοια του σπιριτουαλισμού είναι τα ανέκδοτα με τον Τσακ Νόρις. Κι αν δεν είστε καλά και νιώθετε ματαίωση ή απόρριψη ή μοναξιά όπως νιώθω εγώ τώρα, να ξέρετε οτι δεν θα πάνε όλα καλά και δεν γίνονται όλα για κάποιον λόγο. Αλλά να ξέρετε επίσης ότι δεν είστε μοναδικοί, κι αυτό σημαίνει ότι δεν είστε μόνοι, κι αυτό είναι εντάξει. Είμαι κι εγώ εδώ. Καταλαβαίνω, και ξέρω οτι καταλαβαίνετε. Και μόνο αυτό, μόνο αυτό με κάνει να νιώθω καλύτερα.

Θέλετε να σας πω ένα ανέκδοτο; Μια μέρα ο Τσακ Νόρις είπε "Θεός φυλάξει!" κι ακούστηκε μια φωνή απο τον ουρανό να λέει "πέντε δέκα δεκαπέντε είκοσι εικοσπέντε... "

Αν σας έκανα να χαμογελάσετε, ή έστω να πιστέψετε και πάλι οτι τα ανέκδοτα με τον Τσακ Νόρις είναι αστεία, τότε χαλάλι τα δάκρυα. Τα δικά σας και τα δικά μου. Τα δικά μας τελοσπάντων. Είμαστε όλοι μαζί μέσα σε αυτό το χάος. Δεν είμαι μόνη. Να κάτι άξιο να πιστέψει κανείς. Και θέσει αισιόδοξο. 


Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Underachievers

Μία λέξη που δεν έχω στα ελληνικά. Μου λείπει αυτή η λέξη, κι ας έχω μαζέψει, ενώ έχουμε θρέψει, τόσους αδικοχαμένους πρόσκοπους κάτω απο την ομπρέλα της. 

Είμαι ο μεγάλος λογοτέχνης της γενιάς μου. Είμαι ο φάρος που φωτίζει την σκηνή όπου παίζονται τα μεγάλα αρχαία δράματά μου, είμαι μία νέα θρησκεία από λέξεις που επηρεάζει στρατηγικά τις πιο κουλ τάσεις στα σόσιαλ μίντια. Είμαι η χαραμισμένη γενιά μου. Είμαι η καλοβολεμένη βαρεμάρα που σνομπάρει την τηλεόραση ακριβώς με την ίδια αδιαφορία που σνομπάρει τις μεγάλες συγκινήσεις.

Είμαι εγώ που τα'κανα όλα μικρός και τα βαρέθηκα όλα μικρός και μόνο μεγάλος έμαθα να γράφω για τέτοια πράγματα. Είμαι εγώ που απέκτησα ξαφνικά πολιτική συνείδηση και πρόλαβα να περισώσω όση περηφάνια μου είχε απομείνει με το να προσπαθήσω να επηρεάσω το αναπόφευκτο. Είμαι εγώ που έψαχνα τον εαυτό μου μέχρι που τον βρήκα και δεν ήξερα τι να τον κάνω. Είμαι εγώ που μπορώ να με μουτζουρώσω πολύ πιο εύστοχα απ'οτι μπορείς εσύ, Τετάρτη, εσύ, καθημερινή, να προσπαθήσεις. 

Είμαι εγώ που ωρίμασα και κατάλαβα επιτέλους την τραχιά γαλήνη του συμβιβασμού, την αξία της σαμποταρισμένης μου σταθερότητας. Είμαι εγώ που κερδίζω τις μάχες και χάνω τους πολέμους, είμαι μία παρτίδα μονοπολι μεταξύ μεθυσμένων. Τόσες και τόσες μέρες είμαι έτοιμος να αντιμετωπίσω το λαμπρό πεπρωμένο μου και τόσες νύχτες είμαι με σταυρωμένα τα χέρια και απογοητεύομαι που δεν πέφτει απο τον ουρανό. 

Είμαι ο μεγάλος λογοτέχνης της γενιάς μου. Τολμώ να πω, είμαι ο σκεπτόμενος Έλληνας. Έλα να πιουμε ούζο στο μπαλκόνι και θα στα πω όλα για το πως είμαι ο κρυφός θησαυρός των ημερών μου και πως με θάβουν κάθε μέρα όλο και  βαθύτερα τα χαζά λόγια των ανθρώπων που δεν ξέρουνε να γράφουνε. Και πως υπομονετικά είμαι η 28η του Φλεβάρη συνέχεια, και πως συνέχεια ξεγελιέμαι πως αύριο θα έρθει αυτή η όμορφη Αθηναϊκή άνοιξη που θυμάμαι απο όταν ήμουνα μικρός. 

Είμαι εγώ που σας μίσησα όλους τόσο πολύ επειδή δεν ήθελα να είμαι σαν εσάς και τώρα πληρώνω γι'αυτό κι ας μην αλλάζω γνώμη, έλα να πιούμε και τουλάχιστον δεν θα είμαι εγώ μόνος μου, θα είμαστε μαζί. Κι ίσως αν είμαστε αντί απλά να είμαι να καταφέρουμε να χρωματίσουμε το αναπόφευκτο, κι ίσως αν αλλάξει χρώμα να'ναι καλύτερο.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Κιθάρες και Τρύπες

Σήμερα είμαι ξύπνια.

Δεν ξέρω γιατί το κάνω αυτό, κι έτσι το αποδίδω σε πλήρη νηφαλιότητα. Ή αυτό, ή με ξυπνήσανε οι κιθάρες. Συνήθως νιώθω σαν τα δάχτυλά μου να κοιμούνται κι ο νους μου να τρέχει να τα ξυπνήσει πανικόβλητος σα ν'αργήσανε, κι αυτά εκεί, ληθαργικά γεννούν τις μέρες και τις πετάνε στα σκουπίδια μετά, μαζί με χαρτιά γεμάτα νούμερα. Νούμερα, νούμερα, τα νούμερα είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ζωής μου. Οι αριθμοί, απόλυτοι και περήφανοι, υπόσχονται αποδείξεις, αποδείξεις για τα πάντα, και ταυτόχρονα κρύβονται πίσω απο δυσειδαιμονίες και τυχερούς τροχούς. Ποτέ δεν ήταν φίλοι μου, κι όμως με τριγυρίζουνε μια ζωή σαν τα κοράκια. Κι όλο κοιμάμαι κι όλο ξυπνάω κι όλο κοιμάμαι μα για δες που σήμερα είμαι ξύπνια. Θα κατηγορήσουμε τις κιθάρες.

Σαν ν'αρχίζω να θυμάμαι. Διστακτικά και με λίγο τρακ, σαν πρωτάρηδες ξυπνήσανε σήμερα τα δάχτυλά μου και είπανε ν'ασπαστούν γι'άλλη μια φορά την Αλάνθαστη κι Αμετανότη Εκκλησία του Δε Γαμιέται. Δεν ξέρω πως έγινε. Μάλλον περίμενα αυτή την χουλιγουντιανή επιφώτηση της τρίτης πράξης που μου πουλήσανε οι ταινίες. Κι αντί γι'αυτό βρέθηκα απλά εδώ, ξύπνια, ξαφνικά να κόβω και να ράβω λέξεις σα να'χει μπει μέσα μου το χτικιό, ενώ το ξέρουμε όλοι οτι δεν γίνεται να σε θρέφουν οι αριθμοί κι εσύ να γεννάς λέξεις. Ή μήπως γίνεται; Δεν ξέρω. Μήπως άργησα πολύ; Μήπως θέριεψαν τα δάχτυλά μου απ'τον πολύ ύπνο; Μήπως πρέπει να σταματήσω να φοβάμαι τα πράγματα μη τυχόν και μ'αγγίξουν πολύ βαθιά;

Ποιητικές μαλακίες... Θα'θελα να μπορούσα να γράψω κάτι άσχημο, όπως "τα δάχτυλά μου βρωμάνε τσιγαρίλα" όμως η μαμά Τέχνη με κοιτάζει ερωτηματικά και την φοβάμαι. Έφυγα γιατί ασφυκτιούσα μέσα στα σεντόνια της, όλο μου'παιρνε τα σύνεφα αλλά δεν μου'δινε τον ήλιο κι εγώ ζούσα μόνο τα βράδια. Τώρα κρύβομαι μες στο σπίτι μου κι η πουτάνα μου λείπει όσο δεν μου'λειψε ποτέ τίποτα, και ταυτόχρονα την μισώ που δεν μ'αγκάλιαζε αρκετά όταν ήμουν μικρή. Αυτή είναι η πρώτη μας συνάντηση εδώ και κάμποσο καιρό. Το παίζω μοιραία κι αντιστέκομαι πίσω απ'την καλοπροβαρισμένη μου απάθεια, την ανάγκη μου να μην έχω τίποτα ανάγκη, ενώ φοβάμαι κάθε δευτερόλεπτο οτι θα τα μπήξω. Δεν είναι και λίγο, δεν ξέρεις πόσο παντοδύναμες είναι οι λέξεις όταν υποκλίνονται μπροστά στην μαμά Τέχνη. Σπάσανε το κουκούλι μου μόνο με μια χορδή κιθάρας.

Δεν φταίνε πάντα τα πιάνα, μερικές φορές φταίνε και οι κιθάρες....

Και να σκεφτείς οτι πριν μισή ώρα κοιμόμουν. Νομίζω οτι δεν τα πήγα κι άσχημα γι'αγουροξυπνημένη, παρ'όλα αυτά, είναι ντροπή μου που έχω ξεχάσει πως να γράφω λέξεις για τον ευατό μου. Ακόμα μεγαλύτερη ντροπή που ξέχασα πως να γράφω λέξεις για τους άλλους. Υποθέτω πως ήθελα απλά να πω οτι είμαι εδώ και είμαι ξύπνια. Θα'θελα να μπορούσα να πω οτι θα'ρθει καιρός που θα σπάσω την πόρτα, θα'ρθει καιρός που η θλίψη μου δεν θα μου λείψει, αλλά δεν ξέρω κιόλας σίγουρα, αύριο μπορεί να κοιμάμαι πάλι και να'χουνε πάψει οι κιθάρες. Προς το παρόν είμαι εδώ. Δεν βιάζομαι. Έτσι κι αλλιώς ό,τι δεν πρόλαβα να πω το'χουνε πει πάντα καλύτερα κάποιοι άλλοι πριν απο μένα.

Του πούστη, κάποια στιγμή αυτή η δικαιολογία θ'αρχίσει να γεννάει τόκους, δεν μπορεί... Κάποιος απ'τους δυο μας θα νικήσει, ή εγώ ή όλοι οι άλλοι. Τα νούμερα λένε οτι οι πιθανότητες είναι εναντίον μου, αλλά να πάνε να γαμηθούν τα νούμερα. Ζήτω οι λέξεις. Καλημέρα μαμά. Καλησπέρα σ'όποιον διαβάζοντας σπέρνει σιτάρι στα χωράφια μου. Καληνύχτα αριθμοί.

Κι άλλα τέτοια ποιητικά...


Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

GuiltTrip

Oταν ήμουν μικρή και πήγαινα τετάρτη δημοτικού, μια μέρα στο μάθημα της ιστορίας η δασκάλα μας ρώτησε τι θα κάναμε αν γινόταν πόλεμος. Όλα τα παιδάκια με τη σειρά έδωσαν χαριτωμένες και παιδικά αξιολάτρευτες αφελείς απαντήσεις για το πως θα πολεμούσαν για να υπερασπιστούν την αγαπημένη πατρίδα τους, κάποιος θα γινόταν στρατηγός όταν μεγαλώνε και θα οδηγούσε τα τανκς να ποδοπατήσουν τους κακούς τούρκους ή γερμανούς ή ρώσους ή οποιον άλλο αλλοδαπό εχθρό του είχε υποδείξει η τηλεόραση ή ο μπαμπάς του. Άλλος θα γινόταν πιλότος, ένας άλλος πιο ευφάνταστος θα έπαιρνε το δίκανο του παππού του και θα προστάτευε τη γειτονιά του και τη μαμά του, και όλα τα κοριτσάκια της τάξης θα γινόντουσαν φυσικά νοσοκόμες και θα φρόντιζαν τους τραυματίες εκτός απο μία που θα γινότανε κι αυτη στρατιώτης ή πιλότος γιατί έβλεπε πολύ τζη αη τζο. Όταν ήρθε η σειρά μου, εγώ είπα ότι αν γίνει ποτέ πόλεμος θα μπω σ'ένα αεροπλάνο και θα φύγω για κάποια άλλη χώρα όπου θα έχει ειρήνη. Η απάντησή μου δεν άρεσε καθόλου στη δασκάλα, που την βρήκε ασυνήθιστα αντι-πατριωτική και έσπευσε να με συνετίσει, γιατί αυτό άλλωστε δεν υποτίθεται οτι πρέπει να κάνουν οι δασκάλες; "Αυτό είναι κάτι που μόνο οι δειλοί και οι δοσίλογοι θα έκαναν" μου είπε. "Θα άφηνες πίσω τους φίλους σου και τους συγγενείς σου και θα έφευγες; Πως θα τους βοηθούσες έτσι; Πως θα βοηθούσες τον τόπο σου με το να φύγεις;" Κι εγώ ήμουν παιδί και δεν ήξερα τι σημαίνει δοσίλογος, και δεν ήξερα τι σημαίνει ενοχή και σίγουρα δεν ήξερα τι ακριβώς σημαίνει πατρίδα κι ούτε νομίζω πως έμαθα ποτέ, κι έτσι απάντησα πως θα έφευγα κι εκεί που πήγαινα θα έγραφα. Έτσι θα βοηθούσα την πατρίδα μου, θα έγραφα. Θα έκανα τον κόσμο να μάθει, θα έκανα τον κόσμο να προβληματιστεί, θα έκανα τον κόσμο να χαμογελάει ή να ψυχαγωγείται ή απλά να ξεχνάει τα βάσανά του και έτσι θα τους βοηθούσα. Kαι κάπως έτσι ηττήθηκε και η δασκάλα και μου έβαλε δέκα με τόνο.

Μα η αλήθεια είναι πως δεν γράφω πολύ αυτές τις μέρες. Γράφω δηλαδή, αλλά συνέχεια την ίδια ιστορία στο ίδιο χαρτί. Μερικές φορές αλλάζω τη σειρά στις λέξεις ή δοκιμάζω κάποια νέα γραμματοσειρά γιατί η γραμματοσειρά είναι πολύ σημαντική για τέτοιου είδους συγγράμματα. Κι όλο κάτι αφαιρώ κι όλο κάτι προσθέτω, κι όσο πάει μου μοιάζει λιγότερο δικό μου γιατί αφαιρώ τις αλήθειες και προσθέτω ψέμματα, γιατί οι αλήθειες δεν αρέσουν σ'αυτούς που το διαβάζουν, το βλέπω στα μάτια τους, χάνουν τη ροή της ιστορίας και δεν μπορούν να ταυτιστούν με τον χαρακτήρα. Ο χαρακτήρας είμαι εγώ υποτίθεται, και τον τίτλο του συγγράμματος μπορεί κάποιος να τον μαντέψει εύκολα. Ονομάζεται "Βιογραφικό Σημείωμα" κι είναι το πιο ποπιουλαρ μπεστ σελλερ πραμα που έγραψα ποτέ. Αλήθεια λέω, το έχει διαβάσει όλη η χώρα σχεδόν. 

Ναι, αυτό το κείμενο είναι τέτοιου είδους κείμενο, κι έχει βρωμίσει ο τόπος απο δαύτα, το παραδέχομαι. Και δεν υποκρίνομαι ότι έχω δικαίωμα να γράφω για μια καμιά χώρα και καμιά πατρίδα και κανένα καθεστώς, γιατί γεννήθηκα δίχως ίχνος εθνικού φρονήματος μέσα σ'ένα έθνος πατριδόκαβλων βολεψάκηδων πολεμόχαρων του καναπέ. Γεννήθηκα δίχως θρησκεία στην αυλή ενός παρεκκλησιού όπου βρίσκεις μπιχλιμπίδια, κοκακόλες και πίστη σ'ευξετελιστικές τιμές. Μα κυρίως, γεννήθηκα δίχως λεφτά σ'ένα αχανές αρχιτεκτονικό συγκρότημα φτιαγμένο απο κιούμπικλς και μπουφέδες όπου οι ταλαντούχοι και φωτισμένοι της γενιάς μου απασχολούνται, ένα έθνος απαρτιζόμενο απο λαμπρούς και υπερ-ικανούς τηλεφωνητές, σερβιτόρους και πλασιέδες. Ένα έθνος παντοδύναμο.

Κι εκείνη η προσπάθεια της δασκάλας να με φορτώσει μ'ενοχές, πιάνει τόπο χρόνια μετά, κι ας μην έχω δει κανέναν να παίρνει το δίκαννο του παππού του να βγαίνει στους δρόμους. Κι ας βλέπω φίλους κι οικογένειες να μπαίνουν σ'αεροπλάνα και να φεύγουν, κι ας μένω εγώ εδώ, κι ας μην φεύγω.

Δεν νιώθω ενοχές που δεν φεύγω. Νιώθω ενοχές που δεν γράφω.

Και μερικές φορές νιώθω ενοχές που είμαι ευτυχισμένη παρ'όλα αυτά.

Κι ύστερα λέω, δεν πρέπει να νιώθω έτσι, δεν φταίω εγώ. Δεν περίμενα ποτέ στ'αλήθεια ότι θα ζήσω έναν πόλεμο.

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Dear Nebula

Θα προσπαθησω να ειμαι λακωνικη, και πρεπει να ξερετε οτι στους ανθρωπους που κοιμουνται και ξυπνανε χαμογελωντας, η βραχυλογια ερχεται φυσικα και αβιαστα σαν πρωινη καουρα. Εμεις οι εξωγηινοι απ'την αλλη μερια, τεινουμε να φλυαρουμε ασχετως διαθεσης.

Το λοιπον, προσφατα σταματησα μετα λυπης μου να παιζω μουσικη για τον κοσμο. Και μου λειπει πολυ να παιζω μουσικη για τον κοσμο. Επισης με ενδιαφερουν πολυ η αστρονομια, η ψυχολογια της μαζας και το νομικο πλαισιο πωλησης μιας ψυχης στο διαβολο, αλλα ειμαι πολυ τεμπελα για ν'ασχοληθω σοβαρα μαζι τους χωρις κινητρο. Σαν λυση σε ολα τα προβληματα μου λοιπον, εφηρμοσα ο,τι κανω τον τελευταιο καιρο οποτε με τρωει ο κωλος μου. Εφτιαξα ενα μπλογκ. Ξερω, εχει καταντησει αηδια αυτη η ιστορια. Αλλα υποσχομαι, θα'ναι το τελευταιο.







Καλα, δεν υποσχομαι.


Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Bαημπpεηνιoυμ

Aυτή η πόλη γεννήθηκε για να'ναι ξαπλωμένη στα πόδια μου - Το φριχτό της καλοκαίρι να μου βρωμίζει τις πατούσες - Κι εσύ να μου χαμογελάς που περπατάω συνέχεια ξυπόλυτη - Να κλέβεις μαγικά ραβδάκια απο παραθερίζουσες νεραϊδονονές - Να τα καρφώνεις στους δρόμους της για χάρη μου - Ξεχαρβαλωμένοι φωτεινοί σηματοδότες που δεν σημαίνουν πια τίποτα - Αφού έμαθες κιόλας πως να ημερεύεις το κρεβάτι μου όταν τρίζει - Κι αυτήν την πόλη που γεννήθηκε για να'ναι ξαπλωμένη στα πόδια μου - Μια απ'αυτες τις μέρες θα την ρίξω κι αυτή στην κατσαρόλα - Θα κοχλάσει μέσα στον ιδρώτα μας και θα την πιούμε σαν υδρόμελο - Και δεν θα χρειαστεί να ξαναγράψω ποτέ πια ποιήματα - Χορτασμένη θα κρεμάσω το σπαθί μου στον τοίχο μια για πάντα - Και θα'ρθω να κοιμηθώ κάτω απ'τη μασχάλη σου - Γιατί αυτή η πόλη γεννήθηκε για να'ναι ξαπλωμένη στα πόδια μου - Και γω γεννήθηκα για να μ'αγαπάς.

Δη εντ.


Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

ΦaνΦαkτ

 Oι ιθαγενείς της Βόρνεο, λέει, δεν πιστεύουν οτι τα όνειρα είναι προφητικά. Οι ιθαγενείς της Βόρνεο, αποτάσσονται τους καζαμίες και τους συμβολισμούς. Όταν πέφτουν τα βράδια για ύπνο στις αιώρες τους φτιαγμένες απο φύλλα κοκοφοίνικα και ρίζες ορχιδέας κρεμασμένες σε παρθένα κλαδιά κατά μήκος του ποταμού Μαχάκαμ, ή όπου αλλού κοιμούνται τελοσπάντων, δεν ψάχνουν τα χνάρια της διαταραγμένης τους λίμπιντο στη μεταμεσονύκτια λογοδιάρροια του υποσυνειδήτου τους. Οι ιθαγενείς της Βόρνεο, δεν πιστεύουν στα όνειρα.

Οι ιθαγενείς της Βόρνεο, βλέπεις, πιστεύουν πως τα όνειρα είναι η συνέχεια της κανονικής τους ζωής. Η προέκταση της καθημερινότητας τους.


Αυτό βέβαια δεν είναι τόσο κουλ όσο ακούγεται, γιατί σκέψου τι συμβαίνει όταν ένας άγριος Νταγιάκ κοιμάται αγκαλιά με το ακονισμένο καλαμένιο του δόρατο, αυτό που χρησιμοποιεί στο κυνήγι των υδροβουβάλων του Κότα Κιναμπαλού, και βλέπει στον ύπνο ότι η γυναίκα του τον κερατώνει.


Μα απ΄την άλλη, σκέψου, έχω ζήσει μια ολόκληρη ζωή μαζί σου κι ούτε που το ξέρεις. Σ'έχω φιλήσει σ'όλα τα σημεία του σώματός σου που μυρίζει ζέστη κι υγρασία, έχω φιλοξενήσει όλα τα μυστικά σου ανάμεσα στα πόδια μου κι έχω σμιλέψει όλες τις επιθυμίες σου σε ομοιόματά μου. Έχουμε ζήσει μια ολόκληρη ζωή μαζι, εσύ κι εγώ, κι ήταν όλα αλήθεια, ή μάλλον μισή ζωή και μισή αλήθεια, γιατί συναντιόμασταν πάντα τα βράδια και γινόμασταν μια μικρή συμμορία απο σοουλ μεητς που ούρλιαζαν ο ένας στον άλλον φιλιά, μα ξυπνούσαμε τα πρωινά σαν δυο απλοί ενδιαφέροντες άγνωστοι μιας λαβυρινθούπολης. Κι αν ήμουν Νταγιάκ, θα'χα την πολυτέλεια να διαλέξω να χρίσω πραγματικό όποιο μισό της ημέρας μου ήθελα, όποιο μισό της ζωής μου κι όποιο μισό της αλήθειας μου, κι όλοι ξέρουμε ποιο μισό θα ήταν αυτό.

Επίσης, κάτι άλλο που θα πρέπει να ξέρεις για τους ιθαγενείς της Βόρνεο, είναι οτι πρόσφατα άλλαξαν τις διατροφικές τους συνήθειες και δεν τρέφονται πια με ανθρώπους.

Τρου στόρι.


Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Monoamine

Eιδα ενα ονειρο χτες βραδυ.

Δηλαδη, ας πουμε οτι ειδα ενα ονειρο χτες βραδυ, κι ας πουμε πως θα το διηγηθω. Ας προσποιηθουμε ολοι πως δεν ξερουμε οτι τα ονειρα ειναι στ'αληθεια οι χωματερες της αντιληψης και πως κανεις δεν διηγειται ποτε τα ονειρα του ακριβως οπως τα ειδε γιατι κανεις δεν θελει να περιγραψει πως εισεβαλλαν στο δωματιο του δυο γιγαντια ψαλιδια ντυμενα με ροζ βινυλιο χορευοντας Οντορι γυρω απ'το κρεβατι του ενω εκεινος εκανε σεξ με εναν ανδρογυνο αιγυπτιακο θεο. Ας πουμε πως τα ονειρα ειναι γουωλτντσνεϊκοι σκλαβοι της συμβατικης αφηγησης κι ας πουμε οτι ολα αυτα τα ειδα στον υπνο μου. Λιγο μετα τη φαση Δελτα μεταξυ τεταρτου και πεμπτου σταδιου συνειδητοτητας, ας πουμε για να γινει πιο πιστευτο. 

Στ'ονειρο μου λοιπον, ημουν μεσα σε ενα σινεμα. Ηταν ενα απ'αυτα τα παλια σινεμα του κεντρου της Αθηνας, αυτα με τα κοκκινα ανατριχιαστικα στην αφη καθισματα και την γλυκερη βαρια σαν καλοκαιρινο απογευμα μυρωδια. Απ'αυτα που πουλανε πατατακια και κρασι σε γερμενα αναψυκτηρια και που οταν κατεβαινει η οροφη και μπαινει ο ηλιος μεσα μοιαζουν περισσοτερο με παραπονεμενα αμφιθεατρα παρα με σινεμα. Καθομασταν ολοι λεει στα κοκκινα καθισματα μας και παρακολουθουσαμε με προσοχη. Απεναντι μας, η οθονη ειχε αποσυρθει και αντι γι'αυτην, ενα τραπεζι βρισκοταν στο βαθρο μπροστα της. 

Στο τραπεζι καθονταν τρεις αντρες. Αυτος στ'αριστερα, δεν μιλουσε σχεδον καθολου, παρα μονο καθοταν με το πηγουνι του να στηριζεται στις γροθιες του και κοιτουσε γυρω του καχυποπτα. Ο αλλος στα δεξια ειχε πιο ευγενικη φυσιογνωμια, ισιωνε συνεχεια τα γυαλια του καθως προσπαθουσε να μεταφρασει τα γοητευτικα σπαστα αγγλικα του διπλανου του. Αυτος ηταν ο μεσαιος, ο ομιλητης, και ηξερα αμεσως οτι ηταν ενας λαμπρος δημιουργος, ενα φωτισμενο μυαλο, και ταυτοχρονα ημουν σιγουρη οτι ειχα μπροστα μου ενα μεγαλο καθικι, εναν μοχθηρο φαφλατα, και τον λατρευα γι'αυτο. Μιλουσε, ελεγε κατι για την ετεροχρονισμενη αφηγηματικη ροη και το εσωτερικο μονταζ των μονοπλανων, και κρεμομασταν ολοι απο τα χειλη του. Καθοταν γερμενος στο μικροφωνο, με το μετωπο του ν'αντανακλα τις προσδοκιες μας, κι ομως ισα που ακουγοταν μ'αυτη την αβολα διακριτικη φωνη του κι αυτον τον βαθυ ωμο του τονο. Τα ματια μου περιπλανηθηκαν λιγο στο χωρο και πεσανε στο ξυλινο σταντ διπλα στο τραπεζι, πανω του βρισκοταν μια ολοσωμη ασπρομαυρη φωτογραφια του ομιλητη, καποια χρονια πριν οπως συμπερανα απ'το χρωμα των μαλλιων του, που τωρα επεφταν στην πλατη του σε μια ολολευκη αδυναμη κοτσιδα. Τα φωτα στην αιθουσα ηταν πολυ δυνατα κι ενα ευγενικο βουητο αγκαλιαζε τα ηχεια, κι εκεινος μιλουσε, μιλουσε, κι εμεις ρουφουσαμε την σοφια του σαν καυλωμενοι θρησκοληπτοι, η διαδικασια της κινηματογραφησης, ελεγε, ειναι σαν μια μεγαλη παρτουζα οπου ολοι πρεπει να χυσουνε την ιδια ακριβως στιγμη. Ο μεταφραστης ζοριστηκε λιγο να το αποδωσει αυτο, κι υστερα καποιος απ'το κοινο ρωτησε κατι για το σελιλοϊντ και τον εβγαλε απο τη δυσκολη θεση. Τοτε ηταν που ξαφνικα, ο ουρανος σκοτεινιασε κι η οροφη αρχισε να κλεινει. Ακουστηκαν δυο μικρες παραστρατημενες βροντες κι υστερα η αιθουσα αιωρηθηκε για λιγο σιωπηλη γυρω απο τον ομιλητη.

Σηκωσε για πρωτη φορα το κεφαλι του και μας κοιταξε σα να βρισκοταν στο τελος μιας χρονομετρησης την οποια αγνοουσαμε μεχρι τωρα. Στριφογυρισε στα δαχτυλα του το αδειο απο νερο ποτηρι του και πλησιασε το μικροφωνο. "Δεν υπαρχει χωρος για αληθοφανεια στη δημιουργια", ξεκινησε να λεει, "ολα τα δημιουργηματα πρεπει να φαινονται ως τετοια. Οι λεξεις ειναι αχρηστες οταν σκεφτεσαι με εικονες, κι αλλωστε ολες οι ιστοριες εχουν ειπωθει απο αλλους πριν απο μας. Ξεχαστε τα μεγαλα παθη και τα βιβλικα εγκληματα, αυτα εχουν παρενοχληθει σεξουαλικα πανω στα γονατα της τεχνης αμετρητες φορες. Θελω να σκεφτειτε τις μικροσκοπικες καταστροφες, τις αφανεις τακτικες τραγωδιες που βουιζουν σαν μελισσες γυρω απ'τα κελια της παρανοιας ενος καθημερινου ανθρωπου. Θελω να σκεφτειτε με λεπτομερειες, με ορεκτικα, με περιτυλιγματα. Θελω να φανταστειτε, πως ειναι να ξυπνατε το πρωι. Μπουκωμενοι, αργοπορημενοι, βαριοι, να σερνεστε στην κουζινα με κοπο και μισανοιχτα ματια, κι εκει πανω απ'το νεροχυτη καθως σκαρωνετε ενα καφε, να κοιταξετε εξω απ'το παραθυρο, με φρεσκοξυπνημενη βεβαιοτητα οτι θα δειτε τον κοσμο να ξεσφιγγει τα δαχτυλα του γυρω απ'το λαιμο σας με την καθησυχαστικη του ρουτινα. Φανταστειτε, καθως κοιτατε εξω απ'το παραθυρο με μικρους κοκκους ζαχαρης κολλημενους στο μεσαιο σας δαχτυλο, να δειτε ξαφνικα απεναντι μια νεοκτιστη πολυκατοικια που πριν δεν ηταν εκει. Καμια τρομακτικη τροπη, κανενα συνταρακτικο τοπιο, απλα μια καινουρια πολυκατοικια απεναντι στην αλλη ακρη του δρομου, μια πολυκατοικια που κρυβει τη θεα του μικρου γηπεδου μπασκετ που σαν ερασιτεχνικη γκραβουρα κοσμουσε το παραθυρο σας μεχρι τωρα. Και ποιος χεστηκε για το γηπεδο του μπασκετ, τα φωτα του ηταν πολυ δυνατα κι ολο παραπονιοσασταν για τη φασαρια, μα τωρα αντι γι'αυτο ειναι μια πολυκατοικια μπροστα σας, μια φωλια που συντομα θα στεγασει νεους γειτονες, με τα παιδια, τα στερεοφωνικα, τα κατοικιδια τους, τις μικρες γλυκες ζωες τους να σταζουνε πανω στο παραθυρο σας και να διαστρεβλωνουν με τις αντοχες τους τον τροπο που εισεβαλλε μεχρι τωρα το φως στην κουζινα σας. Θελω να σκεφτειτε τον φοβο. Θελω να φανταστειτε οτι σταματατε στον φουρνο στη διαδρομη για τη δουλεια, για ν'αγορασετε το καθημερινο σας κουλουρι απ'την γραφικη φουρναρισσα που σχολιαζει παντα με χαμογελο κατι που φορατε, και θελω να φανταστειτε ενα λευκο χαρτι στην πορτα του, που με μεγαλα στραβοχυμενα γραμματα απο χοντρο μαυρο μαρκαδορο, λεει "ΚΛΕΙΣΤΟ ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ". Μονο αυτο, τρεις λεξεις, τρεις προχειρογραμμενες λεξεις, κλειστο, απροσιτο, οχι πια ασυλο, σταθμος ανεφοδιασμου και παρηγορια, κλειστον μεχρι νεωτερας κι η γλυκια διαβεβαιωση της καθημερινοτητας σας εξατμιζεται επ'αοριστου χρονου. Θελω να σκεφτειτε την απογοητευση, θελω να φανταστειτε οτι φτανετε στο γραφειο σας μετα απ'την συνηθισμενη πρωινη δοκιμασια της διαυγειας σας, μονο για ν'ανακαλυψετε συντομα οτι η καθ'ολα αδιαφορη μεχρι προτεινος συναδελφος τους διπλανου γραφειου, εχει αλλαξει χρωμα στα μαλλια της. Η νεα καλοπληρωμενη της αυταρεσκεια δεν την κανει βεβαια λιγοτερο βαρετη, αλλα η πολυμηχανη ντεκαπαζ της κανει θαυματα για τη δημοτικοτητα της. Θελω να σκεφτειτε το μοναχικο τριξιμο της καρεκλας σας, την κλεμμενη θεση στο παρκινγκ της αυτοπεποιθησης σας, θελω να φανταστειτε πως ειναι για μια μικρη στιγμη να μην γυριζει ο κοσμος γυρω σας αλλα να παραπαιει γυρω απ'τον εαυτο του. Φανταστειτε ενα τηλεφωνημα απ'την αδερφη σας οπου σας ανακοινωνει οτι παντρευεται, η αδερφη σας, με χρυσες κοτσιδες, μουτρωμενα χειλια και γυμνα ποδαρακια, πεντε χρονων στην αυλη να μαλωνει μαζι σας για μια κουκλα και να φοραει νυφικο και πεπλο, πως γινεται να παντρευεται, η αδελφη σας δεν γινεται να παντρευεται, ειναι πεντε χρονων και πανεμορφα μουτρωμενη και πρεπει να μεινει αιωνια ετσι. Θελω να σκεφτειτε τη συγχυση να τερματιζει πριν απ'την χαρα σας, θελω να σκεφτειτε φρεσκοβαμμενους τοιχους με μπογιες που μυριζουν σαν αλλαγη, διασκευες λατρεμενων σας τραγουδιων, συναντησεις με παλιους συμμαθητες, εορταστικα τηλεοπτικα προγραμματα και παρτυ συνταξης, κι αν ολα αυτα δεν ειναι αρκετα, θελω να φανταστειτε μονο αυτο. Θελω να φανταστειτε να γυρνατε το βραδυ σπιτι σας υστερα απο μια στοργικα κουραστικη ημερα, κι αφου βγαλετε τα ρουχα σας, σταθειτε κατω απ'το νερο και φορεσετε τα πιο ανετα κι ανυπομονα για στοργη εσωρουχα σας, καθεστε μπροστα στον υπολογιστη σας με πολυτιμη ανακουφιση, στριβετε ενα παχυ ιδρωμενο τσιγαρο και συνειδητοποιειτε με απολυτο, απολυτο καθολικο και καταμαυρο τρομο, οτι δεν εχετε αναπτηρα".

Ο ομιλητης εκανε μια παυση και ηπιε με λαιμαργη βιασυνη τις τελευταιες σταγονες που ειχαν απομεινει στο ποτηρι του. Μας κοιταξε ξανα και χαμογελασε χωρις να κουνησει καθολου τα χειλη του. "Και τωρα", μας ειπε "θελω να μου πειτε μονο ενα πραγμα. Θελω να μου πειτε που θα βαλετε την καμερα".

Ολες μας οι καρεκλες ενιωσαν μικρους κραδασμους και τα χερουλια τους γευτικαν αγχωμενες τσιμπιες στην τραχια τους επενδυση. Στριφογυρισαμε στα καθισματα μας, κι εγω πιο ανησυχη απ'ολους διπλωσα τα γονατα μου κρατωντας κοντρα με τις πατουσες μου στο καθισμα του μπροστινου, πιο ανησυχη απ'ολους γιατι ηξερα, πως κοιτουσε εμενα λες και το βελος της εργαστηριακης του σοφιας ειχε βρει το στοχο του. "Που θα βαλετε την καμερα", ρωτουσε, "δεξια, αριστερα, λοξη γωνια, κοντρ μπλονζε, γκρο πλαν, που θα βαλεις την καμερα" ρωτουσε, με ρωτουσε, "που θα βαλεις την καμερα" και ξαφνικα ολοι κοιτουσαν εμενα που ιδρωνα τις γροθιες μου και μαζευα τα γονατα μου και θα φοβομουν πως ημουν γυμνη ετσι που με κοιτουσαν, αν δεν ενιωθα το κινητο μου να δονειται στο αθορυβο μες στην τσεπη μου, και δεν ηθελα ν'απαντησω στον ομιλητη κι ας ημουν βαθια ερωτευμενη μαζι του, γιατι ηξερα πως η πραγματικη ερωτηση δεν ηταν αυτη, η πραγματικη ερωτηση ηταν το μεγαλο γοητευτικο "γιατι" που ροκαρει τις ανασφαλειες της ανθρωποτητας απο την αρχη της συνειδησης, και το κινητο μου χτυπουσε κι επρεπε να τρεξω να το σηκωσω και να βρω μια δικαιολογια να μη γυρισω πισω και να θυμαμαι απο δω και μπρος να καβατζωνω οσους περισσοτερους αναπτηρες μπορω.

Κι ας πουμε πως σ'εκεινο το σημειο, χτυπησε το κινητο μου και ξυπνησα. Τα κινητα εχουν παντα κακα νεα να σου πουν οταν χτυπουν επιμονα μεσα στα ονειρα σου, και καμια φορα ερχονται και οι μητερες τραγωδιες να κανουν παρεα στα παιδια τους, τις λεπτομερειες, αλλα συνηθως, μη φοβαστε, συνηθως, δεν συμβαινει απολυτως τιποτα σπουδαιο. Κι αυτο δεν το λενε γκρο πλαν, το λενε λανθανουσα θλιψη. Κι η καμερα ειναι παντα στην ιδια θεση κι ολοι ξερουμε να πουμε γιατι τη βαλαμε εκει.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Entry #12

Eλα ρε γαμημένο, δως μου ο,τι θες. Δως μου Δευτέρες κι ορμόνες, τσουβάλια Δευτέρες πεσμένες κάτω απ'τον ήλιο να παραγίνονται και να λιώνουν, δως μου γρατζουνισμένα φτερά και πατρικές συμβουλές, δως μου άδειους δρόμους να μην ξέρω τι να τους κάνω. Δως μου ο,τι μπορείς γαμημένο, δως μου αχόρταγους κάδους ανακύκλωσης και ναυαγισμένα δευτερόλεπτα να τα σώσω, δως μου να λειάνω τις γωνίες σ'ένα τετράγωνο, δως μου μια αβάφτιστη ψυχή, ένα αρχαιοελληνικό τέλος για οποιαδήποτε απο τις ιστορίες μου. Δως μου ο,τι καλύτερο έχεις, το καλύτερό σου χτύπημα, δως μου μια ρωγμή στη γυψοσανίδα του χρόνου κι εγώ θα την φοβηθώ και θα κρυφτώ κάτω απ'την κάσα της πόρτας. Δως μου έναν θανάσιμο εχθρό κι εγώ θα τον μπερδεύω συνέχεια με κάποιον άλλο, με κάποιον πιο όμορφο. Δως μου μια φωτοτυπία ενός αισθήματος κι εγώ αντί να μπορώ και να μη θέλω, θα θέλω και δεν θα μπορώ. Κάνε με να επιθυμήσω κάτι ρε γαμημένο, κάνε με να επιθυμήσω κάτι αρκετά ώστε να κλωτσήσω αυτή την καρέκλα να πέσει να βυθιστεί μες στο νερό, κάθε πρωί προσεύχομαι στον ανεμιστήρα μου και κάθε βράδυ νυστάζω για να ξεχάσω. Κάνε με έστω να νοιαστώ για μαλακίες, κάνε με να ενδιαφερθώ για κοπλιμέντα και αυτοσκοπούς, για μάσκες ομορφιάς και για βιβλία με γυαλιστερά εξώφυλλα, κάνε με να πιστέψω σε ζώδια και φωτογραφίες απο διακοπές, σε δείκτες νοημοσύνης και σε γλώσσες που δεν διαβάζονται με τα μάτια, κάνε με αληθινό κορίτσι, αυτό το ξύλο που είναι το σώμα μου σαπίζει και ξεφουσκώνει σαν ήχος απο μασημένη κασσέτα με εξωγήινες εφηβικές μπαλάντες. Ξέρω πως έχεις κι άλλα για μένα, δεν έχω τελειώσει μαζί σου, έχω εναποθέσει όλες μου τις ελπίδες σ'αυτή τη γλάστρα στο μπαλκόνι μου, και θα δεις πως κάποια μέρα, θα γράψω κάτι τόσο καλοφωτισμένο κι εκκωφαντικό, που θα σε λυγίσω.

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Ξέρειs

θα'θελα να μάζευα μία μία όλες τις πεποιθήσεις που είχα ποτέ 
να τις πέρναγα δυο χέρια γυαλόχαρτο 
μέχρι να γίνουν κάτασπρες και ξεθωριασμένες 
όπως πρέπει να είναι οι σωστές πεποιθήσεις
θες να σου πω γιατί δεν βλέπεις τον ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο;
είναι γιατί τον κρύβω μέσα στις χούφτες μου
και τραβάει τόσο καιρό τώρα αυτή η δουλειά
που μιλάει πια εκείνος με τη φωνή μου
κι εγώ με τη δική του
γι'αυτό κάθε φορά που ανοίγω το στόμα μου ακούγεται ένας ήχος
σαν κάτι που πλησιάζει μα δεν φτάνει ποτε
σαν σφύριγμα, σαν σειρήνα
Αρχίζει το πάρτυ
πάνω που νόμιζα πως είχα σοβαρευτεί
θυμήθηκα πως έχω να γυαλίσω και τις μπάρες απ'τα κελιά
που έχω κλεισμένες τις ντροπές μου
δεν ξαναμιλάω σου λέω
απαρνιέμαι τη θρησκεία της γλώσσας 
κι ασπάζομαι την αδελφότητα των δαχτύλων
μόνο απο αγγίγματα καταλαβαίνω
απο λέξεις τίποτα
όλες οι λέξεις που είχα να σου πω μου ξηγήθηκαν ινδιάνικη μπλόφα
μ'εγκατέλειψαν πάνω που το ρολόι χτύπησε δώδεκα
μα ξέρεις, το είχα βάλει μια ώρα μπροστά
έχω αρκετό χρόνο να καπνίζω τα ίσως σου
κι έχω γεμίσει ήδη ένα τασάκι αποσιωποιητικά

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

The M Theory

Dεν έφταιγε το φεγγάρι για όλα όσα έγιναν χτες. Εκείνο κρεμόταν ήσυχο απ'το αυτί του ουρανού, μέχρι που το λέρωσε ο ήλιος στη δεξιά πλευρά, και τότε άρχισε να στάζει πάνω στη θάλασσα. Κι έμοιαζε τόσο τρομακτικά με τον πλανήτη μου, που σχεδόν μπορούσα ν'ακούσω τ'ασημένια δέντρα να σκίζουν την ηλιόβαμμένη επιφάνειά του με τις μεταλλικές τους ρίζες και τ'αλουμινοχάρτινα φύλλα τους να κλαίνε σαν αδέξια μεταλλόφωνα - θέλω να πω, το φεγγάρι με κάλεσε χτες, κι εγώ σηκώθηκα κι άρχισα να περπατάω προς το μέρος του. Κανείς δεν με σταμάτησε, κανείς δεν ρώτησε που πάω, κι έτσι ανένοχα μπήκε ένα σύμπαν ανάμεσα σε μένα και τους ανθρώπους, ανάμεσα σε μένα και τη φωτιά τους, κι ήταν ένα σύμπαν αυτάρκες κι ολιγαρκές που δεν έπιανε χώρο μέσα μου, γιατί καθώς μεγάλωνε έχτιζε διαστάσεις να τις κατοικήσει, κι ήταν παραπάνω από έντεκα κι οι περισσότερες ήταν χρονικές και όχι χωρικές, κι έκανε ψύχρα αλλά εγώ για κάποιο μυστήριο λόγο δεν κούμπωνα τη ζακέτα μου. Τότε ήρθε εκείνος ο σκύλος δίπλα μου, εκείνος ο σκύλος που το είχε σκάσει απ'το αφεντικό του στη μέση της βραδυνής τους βόλτας γιατί τον κάλεσε κι αυτόν το φεγγάρι. Δεν έτρεξε προς το μέρος μου ζητιανεύοντας χάδια και πως τον θαύμασα γι'αυτό, απλά με πλησίασε μ'ένα αργόσχολο νάζι στην ουρά και στάθηκε δίπλα μου, και φυσικά γνωριζόμασταν απο πάντα. Κι έτσι περπατήσαμε μαζί, σαν δυο παλιοί φίλοι που δεν έχουν τίποτα καινούριο πια να συζητήσουν, μέχρι που φτάσαμε ως τα βράχια κι η θάλασσα μας έκλεισε το δρόμο για το φεγγάρι και ξέραμε πως ως εδώ ήταν, ως εδώ μόνο φτάνουμε κι όχι παραπέρα, και για πρώτη φορά ήταν ανακούφιση τα σύνορά της κι όχι φυλακή. Και παρόλο που είχα τόσο απομακρυνθεί απ'τους ανθρώπους κι απ'τη φωτιά τους, ήξερα δυνατά και καθαρά πως η θέση μου πια ήταν δίπλα τους μα όχι μαζί τους, κι ήμουν αγνή και σωστή χωρίς ανθρώπινα αισθήματα, όπως με ήθελε το φεγγάρι. Έσκυψα στο αυτί του φίλου μου, πήγαινε να βρεις τον Αφέντη σου, του ψιθύρισα, του χάιδεψα τον λαιμό και τον φίλησα ανάμεσα στα μάτια, κι όταν αυτός με κοίταξε με παράπονο, του ψιθύρισα και τ'όνομά του με μια μικρή ντροπή, κι ήξερε τότε πως κι εγώ τον αναγνώρισα και πως ήμασταν δεμένοι κι ας μην είχαμε συναντηθεί ποτέ πριν, γιατί είχαμε τον ίδιο Αφέντη κι αυτός ήσουν εσύ και όχι το φεγγάρι, κι έτρεξε τελικά μακριά μου το ίδιο αργόσχολα όπως είχε έρθει. Ξεκίνησα να επιστρέφω πίσω στη φωτιά και στους ανθρώπους με το καινούριο μου σύμπαν κρεμασμένο απ'το λαιμό μου, κι όταν άκουσα τους έλικες των διασωστικών ελικοπτέρων στον ουρανό, αποφάσισα πως δεν ήθελα να με δουν, δεν ήθελα να με βρουν ποτέ. Κι όσο πλησίαζα και πάλι τους ανθρώπους και τη φωτιά τους, τόσο πιο δυνατά άκουγα να τραγουδάνε

start wearing purple, wearing purple, start wearing purple for me now

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Πίσω στoν Γκαλιφρευ όλoι έχoυν πεθάνει


Θυμάσαι τότε που μ’άγγιζες κι όργωνες το μάγουλό μου και φύτρωναν χαμόγελα κι αγκάθια πλεγμένα κι όταν έλεγα τ’όνομά σου κρεμόμουν απ’το τελικό του σίγμα και τραμπάλιζα πάνω απ’την άβυσσο που κρυβόταν στο λαιμό σου κι η μια απ’τις δυο καρδιές μου έσπαγε πάνω στη φωνή σου κι η άλλη χτυπούσε στις ίδιες συντεταγμένες με τα δάχτυλά σου όταν ακούγαμε μαζί μουσική και τώρα όταν ακούμε μαζί μουσική φοράς κάποιου άλλου το πρόσωπο και για σένα ένα άγγιγμα είναι απλά ένα άγγιγμα και κανένα απ’τα πάθη σου δεν μου μοιάζει κι είναι κρίμα γιατί αν με ήθελες λίγο θα σε ήθελα πολύ.

τους έβλεπα που βομβάρδιζαν τον πλανήτη μου και νόμιζα πως ήταν πυροτεχνήματα

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

T Minus

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη
φέτος το Πάσχα, το μόνο που θέλω για τη γιορτή μου, είναι να με σηκώσει να χορέψουμε το πιο ωραίο αγόρι της τάξης.

υ.γ. μην τους αφήσεις να μου βάλουνε τόσα πολλά κεράκια στην τούρτα.

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

The Subaudible

ξεφορτώθηκα την ουτοπία μου σήμερα κατα τ'άλλα ήταν μια συνηθισμένη μέρα, απλά ήθελα να σου τραβήξω την προσοχή το έκανα με τον μόνο αποτελεσματικό τρόπο, μ'ένα ξυράφι μέσα σε καυτό νερό ένα κοριτσάκι που μου μοιάζει μυστηριωδώς ήταν παγιδευμένο εκεί μέσα, δεν είχα άλλη επιλογή και πάνω που στόμωνε το ξυράφι άκουσα τη Φρίντα να κλαίει που έχασε τον Τζόνι της,  ήταν λάθος της ν'αφήσει το μονοπάτι για να κατουρήσει και τώρα το κοριτσάκι κρύωνε τα βράδια και βαθιά μέσα της ήξερε πως θα'πρεπε να είχες καταλάβει πια πως κάθε φορά που γράφω για σένα δεν είσαι παρά ένα κολάζ των περαστικών της ζωής μου ο λύκος, ο λύκος που κρύβεται πίσω απ'τις σκιές κάθε χαμένου μονοπατιού την παρακολουθούσε καθώς κοιμόταν πάνω στις κρύες πέτρες πως γίνεται να με φοβίζουν δυό αριθμοί ο ένας δίπλα στον άλλον, εμένα που'χω πάψει να μιλιέμαι με τον χρόνο ο μπαμπάς της είχε πει κάποτε πως ο θεός είναι σαν τους ήχους που απομωνώνει καθημερινά το αυτί μας και την έβαλε να προσευχηθεί στο λέβητα του καλοριφέρ και στις μεταμεσονύκτιες λεωφόρους μη μ'αφήνεις τώρα που φοβάμαι γιατί κάθε φορά που τελειώνουμε ξαναρχίζει η αναζήτησή μου για σένα ¨¨¨¨¨όταν μεγαλώσω θα σε παντρευτώ¨¨¨¨ψιθύριζε το κοριτσάκι στον λύκο πριν κλείσει τα μάτια της μα η ουτοπία μου είναι σαν τις μουνότριχες, πάντα ξαναφυτρώνει περίμενε, μη φεύγεις, ξέχασα το διαστημόπλοιό μου στη χούφτα σου δε μεγάλωσα ποτέ έλα και νίκησέ με

inspired by stephen king's "the girl who loved tom gordon"


Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Origin of love

When the earth was still flat and the clouds made of fire,
And mountains stretched up to the sky, sometimes higher
Folks roamed the earth like big rolling kegs,
they had two sets of arms, they had two sets of legs,
they had two faces peering out of one giant head
so they could watch all around them as they talked, while they read
and they never knew nothing of love
It was before the origin of love

Now, there were three sexes then, one that looked like two men
glued up back to back, called the children of the sun.
And similar in shape and girth were the children of the earth,
they looked like two girls rolled up in one
But the children of the moon
were like a fork shoved on a spoon
They were part sun, part earth, part daughter, part son

Then the gods grew quite scare of our strength and defiance
and Thor said, "I'm gonna kill them all with my hammer, like I killed the giants."
And Zeus said, "No, you better let me use my lightening, like scissors,
like I cut the legs off the whales and dinosaurs into lizards."
Then he grabbed up some bolts and he let out a laugh,
said, "I'll split them right down the middle, gonna cut them right up in half."
And then storm clouds gathered above into great balls of fire...

And then fire shot down from the sky in bolts
Like shining blades of a knife
and it ripped right through the flesh
of the children of the sun and the moon and the earth
and some Indian god sewed the wound up into a hole,
pulled it round to our belly to remind us of the price we pay
and Osiris and the gods of the Nile, gathered up a big storm
to blow a hurricane, to scatter us away,
in a flood of wind and rain and a sea of tidal waves,
to wash us all away, and if we don't behave
they'll cut us down again
and we'll be hopping round on one foot, looking through one eye

Last time I saw you, we had just split in two
You were looking at me, I was looking at you
You had a way so familiar, but I could not recognize,
cause you had blood on your face, I had blood in my eyes
But I could swear by your expression, that the pain down in your soul
was the same as the one down in mine

That's the pain, cuts a straight line down through the heart
We called it love...

So we wrapped our arms around each other,
Trying to shove ourselves back together,
We were making love

It was a cold dark evening such a long time ago,
when by the mighty hand of Jove
It was a sad story of how we became lonely two-legged creatures,
It's the story of the origin of love

Τρίτη 26 Απριλίου 2011

Entry #11

Λοιπόν, έχουμε και λέμε.

Είναι μια ντουλάπα, οκ; Μια μεγάλη ντουλάπα, όχι απ'αυτές τις καινούριες τις εντοιχισμένες τις λείες στην αφή, αλλά απ'τις παλιές, τις φτιαγμένες απο σκούρο ξύλο με σκουριασμένα μπρούτζινα χερούλια που στηρίζονται πάνω σε τέσσερα ποδαράκια σγουρά σαν περισπωμένες. Απ'αυτές που βρίσκεις σε παλιά εξοχικά σπίτια και σε παλιατζίδικα. Μια ντουλάπα φύλακας ονείρων με χαμένα τα κλειδιά για όλες τις πόρτες της, που δεν ήταν ποτέ σετ κανενός επίπλου. Κι αυτή η ντουλάπα, έχει πάρει φωτιά. 


Ψιτ, φωτιά λέω. Φωτιά, όλοι έξω και τα συναφή.


Μα δεν καταλαβαίνω, πως μπορείς να είσαι τόσο ψύχραιμος; Πως με κοιτάς λες και δεν καταλαβαίνεις; Φωτιά λέω. Οι άνθρωποι συνήθως κινητοποιούνται μπροστά σ'αυτή τη λέξη. Υποτίθεται πως πρέπει κάτι να κάνεις. Να σώσεις από μέσα ο,τι προλαβαίνεις. 

Πρώτα φυσικά θα βγουν τα γυναικόπαιδα. Ύστερα θα το εκτιμούσα πολύ αν μπορούσες να περισώσεις τα διαλυμένα μου παπούτσια, αυτά τα κόκκινα που διασκορπίζονται κομμάτι κομμάτι έξω απ'την πόρτα σου, καθώς και, το κοστούμι του μπάτλερ του κήπου, το κουμπί που χαμηλώνει την ένταση της πραγματικότητας, ένα λυχνάρι που του'χει ξεμείνει μια τελευταία απραγματοποίητη ευχή, μια χαμένη φόρμα για κέικ, ένα λιβάδι αμάδητες μαργαρίτες, μισή κουταλιά φεγγάρι, μια πέννα για τις σκέψεις σου, ένα τρελαμένο σαξόφωνο, η απάντηση "καλά μωρέ"σε κάθε "τι κάνεις", εφτά στριμμένα τσιγάρα, ένα μέντιουμ με 20 χρόνια προϋπηρεσία σε απραγματοποίητους έρωτες, το σιρόπι γι'αυτόν τον επίμονο αλλεργικό μου βήχα, ένα μπουκάλι δάκρυα που έτρεξαν πίσω απο ροζ γυαλιά, και τον μπαλντά που έκοψε ένα κεφάλι στα δυο για χάρη μου. Ε, και στο τέλος, αν προλαβαίνεις, μπορείς να σώσεις κι εμένα. 

Προλαβαίνεις...;


Άστο. Θα πούμε πως έκανες ο,τι καλύτερο μπορούσες

κι η πλάκα είναι ότι θα το πιστεύουμε κιολας.

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Xωρίς λόγιa


MayDay

O κύριος Κορτιζόλ κρέμασε βιαστικά το παλτό του δίπλα στην πόρτα και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του. Στάθηκε δίπλα στο τεράστιο γυάλινο παράθυρο κι έριξε μια γρήγορη ματιά απ’έξω. Όλα φαίνονταν να δουλεύουν ρολόι εκείνο το πρωί στο εργοστάσιο. Ο κύριος Κορτιζόλ είχε αναλάβει τη διοίκηση του Τμήματος Άγχους εδώ και ένα περίπου χρόνο, και μπορούσε πλέον να κομπάσει με περηφάνια για την άψογη λειτουργία τoυ κάτω απ’το άγρυπνο μυωπικό μάτι της διοίκησης του. Αλλά σήμερα ήταν μια καινούρια μέρα και κάθε καινούρια μέρα ήταν ένας νέος αγώνας για ισορροπία και σταθερότητα. Αυτό ήταν το μόττο του κυρίου Κορτιζόλ, και η εκπλήρωσή του ήταν σκληρή δουλειά.

«Μις Ανδρεναλίνη,» επίταξε αυστηρά ο κύριος Κορτιζόλ πατώντας το κουμπί της ενδοεπικοινωνίας στο υπερσύγχρονο τηλέφωνό του, «ακυρώστε παρακαλώ όλα τα ραντεβού μου για σήμερα. Έχω μείνει λίγο πίσω με το πεηπεργουορκ, και πρέπει να είμαστε έτοιμοι για την μηνιαία επιθεώρηση των Ενδοκρινών...»

«Συγνώμη κύριε Διευθυντά», τον διέκοψε χωρίς να το συνηθίζει η μις Ανδρεναλίνη, «αλλά είναι ένας κύριος στο χωλ που επιμένει να σας δει..

Ο κύριος Κορτιζόλ έσμιξε τα φρύδια του και έγνεψε αποτρεπτικά με το χέρι του. «Πες του οτι είμαι απασχολημένος σήμερα, ας κάνει μια αίτηση για ραντεβού μέσα στην επόμενη εβδομάδα...»

«Λέει οτι ονομάζεται Μεντρόλ...» τον διέκοψε και πάλι η φωνή της γραμματέως του.

Ο κύριος Κορτιζόλ έκανε ένα βήμα πίσω και κοίταξε το τηλέφωνο σαν να είχε μόλις ξεράσει καρφιά από το ακουστικό του. Τι να θέλει τώρα αυτός ο απερίσκεπτος τυχοδιώκτης, σκέφτηκε. Ένας Θεός ήξερε ποιος του είχε δώσει τέτοια θέση ισχύος σ’αυτή την επιχείρηση. «Πείτε του να περάσει,», απάντησε ο κύριος Κορτιζόλ προς την κατεύθυνση του τηλεφώνου, «και, μις Ανδρεναλίνη... να μην μας ενοχλήσει κανείς παρακαλώ».

Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ εισέβαλλε στο γραφείο με το μακρύ δερμάτινο σακάκι του ν’ανεμίζει ελαφριά στο δροσερό αεράκι ενός νικητή. «Χευ, παλιόφιλε», φώναξε με έναν νωχελικό ενθουσιασμό και τράβηξε το τσιγάρο που είχε στερεωμένο στο δεξί του αυτί.

«Λυπάμαι, δεν μπορείς να καπνίσεις εδώ Μαξ...» ξεκίνησε να λέει ο κύριος Κορτιζόλ, όταν ένα σφύριγμα τον διέκοψε.

«Γουαου, ωραίο γραφείο μάγκα μου», μουρμούρισε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ καθώς άναβε το τσιγάρο του. «Ρετιρέ και με τα όλα του. Εμείς εκεί στο υπόγειο είμαστε κάπως πιο στριμωχτά, αλλά ξέρεις τώρα. Κάποιος πρέπει να κάνει τις βρωμοδουλειές σας εκεί στα μπουντρούμια». Πήρε μια γερή και φαινομενικά απολαυστική ρουφηξιά από το τσιγάρο του και χαμογέλασε πλατιά. «Αλλά τουλάχιστον εμείς μπορούμε να καπνίζουμε».

«Θες να μου πεις τι σε έφερε ως εδώ αυτό το μέχρι πρότινος γαλήνιο πρωινό, Μαξ;» αποκρίθηκε σοβαρά ο κύριος Κορτιζόλ.

«Τάξε μου!» φώναξε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ και στρογγυλοκάθησε ζωηρά στην πολυθρόνα του κυρίου Κορτιζόλ. «Δεν θα πιστέψεις τι νέα σου φέρνω από τις αποθήκες ορμονών, Κορτι παλιόφιλε, θα ξετρελαθείς!».

«Αντίθετα με σένα, είμαι πολύ απασχολημένος για να παίζω παιχνίδια Μαξ», απάντησε ξεψυχισμένα ο κύριος Κορτιζόλ, «θα ήθελες να συντομεύεις σε παρακαλώ;»

Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ έκανε μια στροφή με την καρέκλα και φρέναρε απότομα με το πόδι του στην κατάλληλη θέση για να κοιτάξει τον συνομιλητή του αντικρυστά. Μια σοβαρή έκφραση πέτρωσε για λίγα δευτερόλεπτα στο πρόσωπό του, κι ύστερα εξερράγη σ’ένα άγριο χαμόγελο. «Μου κάνει εντύπωση που δεν το παρατήρησες ήδη, Κόρτι παλιόφιλε, από όλη αυτή την ξαφνική κινητικότητα των φερομονών. Η διαρροή ενέργειας των φωτωνίων έχει αυξηθεί κατακόρυφα κι έχουν ανακληθεί όλοι οι νευροδιαβιβαστές από τις άδειές τους, έχει βουήξει ο τόπος, κι αν θες να ξέρεις αυτή τη στιγμή χάνω το ξέφρενο πάρτυ στους υποθαλάμους για να’ρθω μέχρι εδώ να σου πω τα νέα».

Ο κύριος Κορτιζόλ ίσιωσε ασυναίσθητα τη γραβάτα του και ξεροκατάπιε. «Ω Θεέ μου», ξεφύσηξε εξαντλημένα, «όχι πάλι...»

«Έλα τώρα, Κόρτι παλιόφιλε, είσαι υπερβολικός», γέλασε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ, και το γέλιο του αμέσως μετατράπηκε σ’ένα σύντομο ξερόβηχα. «Δώσε λίγο κρέντιτ στο καημένο το κορίτσι, είχε ν’αναστατωθεί έτσι από την αιματοβαμμένη Επανάσταση του Λεμφικού Συστήματος πέρσι τέτοια εποχή».

«Και τι δηλαδή, κάθε χρόνο αυτή η δουλειά θα γίνεται;» αναφώνησε αγχωμένα ο κύριος Κορτιζόλ κι άρχισε να παραπαίει γύρω απ’το γραφείο του, συγκεντρώνοντας ό,τι πίνακες και διαγράμματα έβρισκε μπροστά του με κοφτές σπασμωδικές κινήσεις. «Πρέπει να το προλάβουμε, αυτή τη φορά πρέπει να το προλάβουμε,» μουρμούρισε μαζεύοντας χαρτιά στην αγκαλιά του, «θα δουλέψουμε όλοι υπερωρίες, θα προσλάβουμε και αρκετά βιοπανομοιότυπα οιστρογόνα για να εξισορροπήσουμε πάλι τα ορμονικά επίπεδα, αρκεί να έχουμε στοκ στις αποθήκες βιταμινών Α και D και θα μπορέσουμε να....»

«Ω, είναι πολύ αργά γι’αυτά, παλιόφιλε», αποκρίθηκε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ πετώντας το μισοτελειωμένο του τσιγάρο στο πάτωμα. «Μετά τη μαζική απόδραση των ντοπαμινών επικρατεί χάος εκεί έξω. Κάθε πρωτείνη έχει αρματωθεί κι από ένα NGF κι έχει ξεχυθεί στους δρόμους. Θα γίνει πατιρντί, γι’αυτό σου λέω, άσε το κορίτσι να γλεντήσει και ρίξτο κι εσύ λίγο έξω. Έλα μαζί μου στο πάρτυ! Απ’ότι ακούγεται έχουν και τεκίλες και μπάφους κι απ’όλα.»

Ο κύριος Κορτιζόλ αναρρίγησε κι έτριψε τα μάτια του κάτω απ’τα γυαλιά του. «Μα πως μπορείς κι είσαι τόσο ήρεμος;; Δεν θυμάσαι τι έγινε την τελευταία φορά; Είδαμε και πάθαμε να συνεφέρουμε τα ζωτικά επίπεδα στις αρχικές τιμές τους. Επικρατούσε χάος! Έπρεπε να επισκευάσουμε τα πάντα μετά τον βανδαλισμό των σεροτονινών, κι όλοι ήταν εντελώς αποδιοργανωμένοι». Ξερόβηξε και χαμήλωσε ντροπαλά τον τόνο της φωνής του. «Η μις Ανδρεναλίνη κυκλοφορούσε για μια ολόκληρη εβδομάδα φορώντας μόνο το σουτιέν της» ψιθύρισε.

Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ αποτέλειωσε με τη μύτη του παπουτσιού του την γόπα του και ξεκίνησε να την εγκαταλείπει σαν χρησιμοποιημένη ερωμένη, γελώντας δυνατά. «Απλά φοβάσαι την αλλαγή, Κόρτι παλιόφιλε», φώναξε καθώς γύριζε την πλάτη του και κατευθυνόταν προς την πόρτα, «δεν είναι κακό όλοι τη φοβόμαστε. Γι’αυτό άλλωστε καπνίζουμε τόσο». Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ σταμάτησε στην πόρτα και έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από την τσέπη του παλτού του. «Σι γιου αράουντ Κόρτι παλιόφιλε», απήγγειλε χολιγουντιανά κι εξαφανίστηκε στο διάδρομο.

Ο κύριος Κορτιζόλ απέμεινε να κοιτάζει την πόρτα φορώντας μια αγκαλιά χαρτιά κι ένα απελπισμένο βλέμμα. Πλησίασε το γραφείο του και κάθισε, απλώνοντας μπροστά του τον πάκο με τα χαρτιά. Άρχισε να τακτοποιεί μερικά απ’αυτά, όταν ξαφνικά η συνεπακόλουθη παραίτηση μπροστά στο αναπόφευκτο, τον έσπρωξε να γείρει πίσω στην καρέκλα. Ξέσφιξε λίγο τη γραβάτα του και αναστέναξε. Ήξερε πως δεν μπορούσε πια να κάνει τίποτα εδώ, αλλά όχι να πάει και στο πάρτι να ζητωκραυγάσει υπέρ αυτής της ανωμαλίας. Αυτό θα ήταν εξωφρενικό!

Αν και αυτό το πάρτυ θα ήταν μια καλή αφορμή να ζητήσει από την μις Ανδρεναλίνη εκείνο το ραντεβού που τόσα χρόνια δεν τολμάει...

Tην κoυρτίνα δύo

όχι, δεν έχω όρεξη για χορό απόψε, έχω τριών ειδών μουσικές μέσα στον οργανισμό μου αυτή τη στιγμή και καμία δε γιατρεύει αυτό το μυρμήγκιασμα που σκαρφαλώνει παχύ κι εμετικό στο σβέρκο μου κι ανάμεσα στα πόδια μου κάθε φορά που με χαϊδεύεις, και δεν είναι οτι δε μ’αρέσει, είναι που δεν έχω πια αναστεναγμούς στο αλφάβητό μου και καμιά αντωνυμία δεν μου κάνει για να σε περιγράψω κι εσύ φυσικά δεν καταλαβαίνεις απ’αυτά κι όταν προσπαθώ να σου εξηγήσω αρχίζω να μιλάω μ’αυτή τη φωνή που σιχαίνομαι, τη φωνή «σετ αντικολλητικών κατσαρολικών», ξέρεις, όπως σ’εκείνα τα τηλεπαιχνίδια, όλοι αυτοί που διαλέγουν τη λάθος κουρτίνα, όταν βλέπουν τι κέρδισαν μιλάνε μ’αυτό το δήθεν ενθουσιώδες γρύλισμα, «α... είναι ένα σετ αντικολλητικών κατσαρολικών... ω, ευχαριστώ, χρειαζόμουν ένα...» όχι, δεν μίλησα, δεν είπα τίποτα, ιδέα σου ήταν, μη με ξεσυνερίζεσαι όταν είμαι έτσι, κάνε με να γελάω μόνο λίγο αν θες κι εγώ υπόσχομαι ό,τι υγρό τρέχει απ’το σώμα μου να το φυλάω στο ψυγείο για όταν θα ξανάρθεις κι ας φοβάμαι πως είσαι το αντικολλητικό μου τηγάνι κι ας ξέρω πως κάποια στιγμή θα πρέπει να σε πετάξω στη φωτιά για να δω τι πιάνεις τελικά, αλλά θα προτιμούσα αντί για αντικολλητικός να ήσουν αντιβιοτικός κι αντιανεμικός να μην αρρώσταινα ποτέ γιατί όταν αρρωσταίνω χύνομαι πάνω στις ανάγκες μου και ξέρεις εγώ έζησα τόσο καιρό χωρίς ανάγκες που έχω ξεχάσει πια να χρειάζομαι, γι’αυτό σου λέω, μη γίνεις απαραίτητος, μην μου επισκευάσεις τίποτα για να’χω ένα λόγο να σε φωνάζω να ξανάρχεσαι, και όχι, δεν θέλω να καπνίσω άλλο, σταμάτα να μου στρίβεις τσιγάρα, δεν θέλω να καταλάβεις τίποτα ούτε να με φιλήσεις πια γιατί θα πρέπει να ψηλώσεις εξήντα πόντους και δώδεκα χρόνια για να το κάνεις κι εξάλλου αν είχα ένα δολάριο για κάθε πρώτο φιλί που μου χρωστάνε τώρα θα’χα αγοράσει όλη τη Μικρή Άρκτο και δεν είναι εποχές αυτές για επενδύσεις μωρό μου γι’αυτό άσε το στρώμα μου να ξεφουσκώνει κάθε βράδυ κι εγώ θα ψάχνω την τρύπα κάθε πρωί ψηλαφίζοντας με τα δάχτυλά μου ανάμεσα στα πόδια μου ω είναι ένα σετ αντικολλητικών κατσαρολικών ψηλαφίζοντας με τα δάχτυλά μου ανάμεσα στα πόδια μου ω ναι ναι ναι ναι είναι ένα σετ αντικολλητικών κατσαρολικών ω θεε μου ναι χρειαζόμουν ένα


Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Soltanto Te



«Eλα μαζί μου. Θα χτίσω μια γέφυρα από μαργαριτάρια και ιδρώτα να την απλώσω στα πόδια σου. Θα σου προσφέρω την ασημένια νύχτα  για να βάψεις τα μάτια σου και θα σφάξω τον βασιλιά των λύκων για να σε ντύσω με το δέρμα του. Θα σε διδάξω πως ν’αναστενάζεις χωρίς να κάνεις ερωτήσεις, και θα σε μάθω να ξεχνάς τους αριθμούς για να μην μπορείς να μετράς τον χαμένο χρόνο.  Κάθε φορά που θα κλαις, θα κάνω να βρέχει σε τόπους όπου τίποτα δεν φύτρωσε ποτέ. Κάθε φορά που θα γελάς, θα σου φέρνω σβησμένα ηφαίστεια να δανείζονται φωτιά απ’τα μαλλιά σου. Θα φτιάξω μια γλώσσα που θα τη μιλάνε μόνο όσοι δεν σε γνώρισαν ακόμα, για να σε φωνάζουν να’ρθεις. Θα σου μιλάω σαν κατάδικος εραστής που του δόθηκε χάρη ένα λεπτό πριν την εκτέλεση. Θα σ’αγκαλιάζω σαν κόκκινη έκρηξη μπογιάς στον πίνακα ενός ξάστερου ουρανού. Η σκιά μου θα σου δροσίζει τους κροτάφους κι η σιωπή μου θα σου χαϊδεύει το μέτωπο. Θα σε σκεπάσω με το νανούρισμα ενός τρελού και θα εξοντώνω τους λυγμούς των πιο στενάχωρων τραγουδιών καθώς θα σε φιλάω, και με το φιλί μου αυτό καμιά αρρώστια και συμφορά δεν θα σε ξαναβρεί. Και θα’μαστε εσύ κι εγώ, βασιλιάς και βασίλισσα μιας αρκτικής ημέρας που θ’ανατέλλει μισοκοιμισμένη σε μια χώρα που θα’χει τ’όνομά σου. Έλα μαζί μου. Σου υπόσχομαι, δεν θα’ναι δύσκολο.»


«Θα πονέσει;» ρώτησε η κοπέλα το άγαλμα, που στεκόταν φεγγαρολουσμένο στη μέση της πλατείας.

«Καθόλου. Το μόνο που θα πρέπει να κάνεις είναι να μείνεις πάρα πολύ ακίνητη.»


Η κοπέλα πλησίασε το βάθρο του αγάλματος κι ακούμπησε τα χέρια της επάνω του. Έσπρωξε τον κορμό της προς τα πάνω και σύρθηκε με τους αγκώνες στη βάση του. Ύστερα στριφογύρισε, ίσιωσε το κορμί της, και βρέθηκε καθισμένη στα πόδια του. Πέρασε το χέρι της γύρω απ’το δεξί του μηρό κι έγειρε επάνω στο πέτρινο γόνατό του. Έκλεισε τα μάτια της κι έτριψε αφηρημένα τις λερωμένες της πατούσες πάνω στο λευκό μάρμαρο.


«Και τώρα;» ρώτησε η κοπέλα το άγαλμα, κι από κάπου μακριά η νύχτα ακούστηκε ν’αποχωρεί μεθυσμένη απ’τη γιορτή.

«Τώρα περιμένουμε. Δεν ξέρω τι ακριβώς, ίσως τη γη να τελειώσει το σαγηνευτικό λίκνισμά της γύρω απ’τον ήλιο. Ίσως έναν δεσμώτη θεό να δώσει στην πέτρα το δώρο της ζωής, ή μπορεί και τα θηρία να ξυπνήσουν αναζωογονημένα απ’τη νάρκη τους και να’ναι έτοιμα να μας υποδεχτούν. Δεν έχει σημασία. Απλά περιμένουμε.»


Κι έτσι κι έγινε. Η κοπέλα περίμενε με τα μάτια κλειστά, περίμενε όμορφα και απαλά, όπως τα παιδιά περιμένουν τα καλοκαίρια, όπως οι λέξεις περιμένουν τα κενά να τις ολοκληρώσουν. Περίμενε, κι ο αέρας σιγά σιγά γινόταν πιο παχύρευστος και το αίμα που έτρεχε στις φλέβες της πιο γκρίζο και οι ήχοι όλοι ακούγονταν σαν βροχή που χτυπάει πάνω σε πλακάκια για να χειροκροτήσει την ακινησία τους. Κι έγινε κι αυτή, η ίδια, ακίνητη και πέτρινη, και οι εποχές άρχισαν να εξαφανίζονται. Ο κόσμος γλιστρούσε σαν σταγόνα πάνω στην κοιλιά του χρόνου, μέχρι που στέγνωσε μαζί με τις θάλασσες του και διαλύθηκε μέσα στον αφαλό του σύμπαντος, κι εκείνη ακόμα περίμενε. Δεν άκουγε πια τη φωνή του αγάλματος, αλλά δεν είχε σημασία γιατί δεν ήταν σίγουρη αν την είχε στ’αλήθεια ακούσει ποτέ. Περίμενε μέχρι που ξέχασε ποιά ήταν και γιατί βρισκόταν εκεί.

Κι ύστερα, χωρίς να θυμάται πια τι περιμένει, άνοιξε βαριά τα μάτια της και κούνησε τα δάχτυλα του χεριού της. Κι έτσι απλά,  ήταν πάλι ζεστή και σάρκινη και αφεντικό των πέντε της αισθήσεων. Κοίταξε γύρω της και δεν κατάφερε ν'αναγνωρίσει ούτε τόπο ούτε χρόνο, ούτε σχήματα ούτε αντικείμενα, ούτε θερμοκρασίες ούτε μυρωδιές, κι έσκυψε το κεφάλι της μπερδεμένη και τρωτή. Μα όταν είδε τις πατούσες της, σκονισμένες και περικυκλωμένες απο γκρίζους πέτρινους σβώλους χώματος, τότε τα κατάλαβε όλα, τ'αναγνώρισε όλα. Κι έτσι απλά, σκούπισε με το πόδι της το χώμα άπ'το βάθρο, κι αυτό από πέτρινο έγινε πάλι νωπό κι ελαφρύ κι έπεσε στο έδαφος μ’ένα σάλτο ευγνωμοσύνης, και το μάρμαρο έλαμψε κατάλευκο στον ήλιο. Ύστερα η κοπέλα ένιωσε τα μάτια της να υγραίνονται απ’τον άνεμο και τα ξανάκλεισε ευχαριστημένη. Έσφιξε τα χέρια της περισσότερο γύρω απ’το πόδι του αγάλματος και ακούμπησε πάλι το κεφάλι της στο γόνατό του. Η σκιά του της δρόσισε τους κροτάφους και η σιωπή του της χάιδεψε το μέτωπο, μέχρι που το αίμα της έγινε πάλι γκρίζο και η επιδερμίδα της πέτρινη. Και δεν περίμενε πια για τίποτα.

Κι όλα ήταν όπως έπρεπε.