is touching yourself worth an eternity in hell?

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Ωδή στoν κύριo Tενεkεδένιo

Kάποτε είχα πάει ένα ταξίδι. Πάνε κάποια χρόνια απο τότε, αρκετά για να μου φαίνεται σαν να ήταν σε άλλη ζωή μα όχι αρκετά για να ξεχάσω.

Ήταν ένα πρωί προς μεσημέρι, ήταν χειμώνας αλλά ο ήλιος είχε πάρει ρεπό απ’το ρεπό του κι έμοιαζε σα να ήταν καλοκαίρι. Μ’είχε ξυπνήσει ο Bowie, “ground control to Major Tom, take your protein pills and put your helmet on”, του είχα δώσει σημασία απο φόβο μήπως σταματήσει, είχα ακούσει μια φωνή να μου λέει να κατέβω, είχα μπει σ’ένα αμάξι, έτσι χωρίς προετοιμασία, χωρίς ειδοποίηση, χωρίς βαλίτσα, και ξαφνικά ταξίδευα. Τότε συνέβενε συχνά αυτό. Τώρα πια δεν συμβαίνει ποτέ αλλά είναι καλύτερα έτσι.

Πίσω μου ήταν η Αθήνα. Μπροστά μου ήταν η Λειβαδιά, η Θήβα, η Αράχωβα, οι Δελφοί, η Ιτέα, το Μεσολόγγι, η Πάτρα, τα Καλάβρυτα, κι ύστερα πάλι η Αθήνα, αλλά όλα αυτά αργούσαν ακόμη. Το ένα μου χέρι χόρευε έξω απ’το παράθυρο με τον αέρα για καβαλιέρο, το άλλο μου χέρι βούταγε σε μια σακούλα πατατάκια κι έβγαινε πάντα με καλή ψαριά. Δίπλα μου ήταν εκείνος, αυτός του οποίου το όνομα δεν αναφέρουμε ποτέ, και μου χαμογελούσε θυμάμαι, και θυμάμαι οτι μου έλειπε εκείνη τη στιγμή όσο ποτέ και πόσο τον σιχαινόμουν απο τότε κιόλας που μου έλειπε τόσο ενώ ήταν εκεί. Θυμάμαι πολλά πράγματα. Θυμάμαι οτι φορούσα ακόμα τη μαύρη μου φόρμα του ύπνου και θυμάμαι οτι φορούσα κόκκινο εσώρουχο. Θυμάμαι ακριβώς πως έπιαναν τα δάχτυλά του το τιμόνι και πως με άφηνε μερικές φορές και ξάπλωνα στα πόδια του παρόλο που δεν μπορούσε ν’αλλάξει εύκολα τις ταχύτητες. Θυμάμαι πως τον μισούσα που με άφηνε. Το μόνο που δεν θυμάμαι είναι που ακριβώς ήταν που είδα τον κύριο Τενεκεδένιο.

Ούρλιαξα ΣΤΑΜΑΤΑ κι εκείνος για μία και μοναδική φορά με άκουσε. Οι ρόδες του Fiat κοκκάλωσαν και έβγαλαν έναν αγριεμένο ήχο καθώς έκαναν όπισθεν.

Ο κύριος Τενεκεδένιος στεκόταν περήφανα αλλά και λίγο θλιμμένα στην άκρη του δρόμου έξω απο ένα κτίριο που πρέπει να ήταν κάτι σαν συνεργείο, βουλκανιζατέρ ορ σαμθινγκ. Έμοιαζε σαν να θέλει να διασχίσει το δρόμο, ή ακόμα πιο ευφάνταστα, σαν να κάνει ωτοστόπ, λες και είχε δραπετεύσει απο κάποια μαγική χώρα και έκανε ωτοστόπ για να ξεφύγει, ή ακόμα καλύτερα, ήταν σαν να είχαμε εισβάλλει εμείς στον παραμυθένιο του κόσμο. Ένα κατασκεύασμα απο σίδερο, εξατμίσεις και διάφορα άλλα εξαρτήματα αυτοκινήτου που σχημάτιζαν ένα παράξενο μεταλλικό ανθρωπόμορφο γλυπτό, κατιτίς ψηλότερο από δύο μέτρα. Βγήκα απ’το αμάξι αλλά φοβήθηκα να τον πλησιάσω. Δεν ξέρω γιατί, ίσως φοβήθηκα οτι αν τον πλησίαζα θα τον έπαιρνα αγκαλιά. Χαζά παιδιάστικα πράματα, αλλά να, έτσι όπως στεκόταν με μια σειρά από ψηλά χόρτα να αγκαλιάζουν τα σιδερένια του πόδια, έμοιαζε μόνος και εγκαταλελλειμένος. Έμοιαζε να φοβάται, όπως στο παραμύθι, ότι η καρδιά του είναι απο μέταλλο και δεν θα ζεσταθεί ποτέ από αισθήματα. Αλλά εγώ, εγώ τότε, πως να το εξηγήσω χωρίς να φανώ σαχλή, τότε εγώ ακόμα πίστευα, είχα ακόμα παραμύθια κι ήθελα να του τα πω για να καταλάβει οτι δεν είναι έτσι. Με είχε κάνει σε αυτά τα ελάχιστα λεπτά της γνωριμίας μας να τον αγαπήσω παράφορα, και κανένα πλάσμα χωρίς καρδιά δεν θα μπορούσε ποτέ να το καταφέρει αυτό.

Χαζά, παιδιάστικα πράματα.

Τον έβγαλα φωτογραφία. Μία φωτογραφία έβγαλα σ’όλο εκείνο το ταξίδι, κι ήταν ο κύριος Τενεκεδένιος. Ούτε τον γκρεμό στους Δελφούς, ούτε την ερημωμένη παραλία στην Ιτέα, ούτε την πορτοκαλί πανσέληνο στο Μεσολόγγι, ούτε καν το σπίτι που διάλεξα μέσα στη λίμνη, ούτε το κλεμμένο μπουκάλι ουίσκι στην Πάτρα, ούτε τον κήπο με τα μανταρίνια, ούτε καν εκείνον του οποίου το όνομα δεν αναφέρουμε ποτέ, ούτε το σκίτσο που μου έφτιαξε στα Καλάβρυτα. Μόνο τον κύριο Τενεκεδένιο έχω απο εκείνο το ταξίδι, μόνο αυτός μου έμεινε. Του’χα πει και αντίο θυμάμαι. Του’χα πει πως κάποτε θα ξανασυναντηθούμε.

Όλα αυτά τα χρόνια έψαχνα πληροφορίες για τον κύριο Τενεκεδένιο. Ένα βράδυ που γυρνούσα απ’τον Παρνασσό σ’ένα αμάξι με δυο σχεδόν άγνωστους συνεπιβάτες, ρώτησα γι’αυτόν και κάποιος μου είπε πως ο τύπος που είχε το συνεργείο, κάποιος μηχανικός με υπερβολική φαντασία και έλλειψη ενδιαφερόντων, είχε φτιάξει τον κύριο Τενεκεδένιο για να στολίσει την αυλή του συνεργείου με τ’απομεινάρια των μηχανών κι ύστερα του άρεσε τόσο πολύ που παράτησε το βουλκανιζατέρ κι έγινε καλλιτέχνης και είχε έκθεση με τα έργα του κάπου στον Ωροπό. Σουρεάλ ιστορία, ταίριαζε στον Τενεκεδένιο μου, αλλά προτιμούσα την άλλη εκδοχή που ήταν πιο ρομαντική και ηλίθια. Ένα άλλο βράδυ γνώρισα καθώς δούλευα έναν νταλικέρη που άκουγε φανατικά Muse και μου είπε πως ένας έφηβος είχε χαθεί και πεθάνει σ’ένα δάσος έξω απ’τη Λειβαδιά κι ο εν λόγω μηχανικός είχε κατασκευάσει τον Τενεκεδένιο προς τιμήν του. Διασκέδαζα πολύ με αυτές τις ιστορίες αλλά τελοσπάντων δεν ξέρω και δεν με νοιάζει. Ο κύριος Τενεκεδένιος ήταν ο φύλακας του δικού μου ταξιδιού, αυτό μου φτάνει.

Πριν κάποιες μέρες έκανα σχεδόν την ίδια διαδρομή για πρώτη φορά μετά απο τότε. Σ’όλο το δρόμο έψαχνα τον κύριο Τενεκεδένιο. Νύσταζα κι ήθελα να κοιμηθώ, τα ταξίδια με αμάξι με νανουρίζουν, αλλά έμεινα ξύπνια κι έψαχνα, σ’όλο το δρόμο έψαχνα.

Λοιπόν ο κύριος Τενεκεδένιος δεν είναι πια εκεί. Δεν ξέρω που είναι κι αν δεν είχα εκείνη τη φωτογραφία θα είχα πια σιγουρευτεί οτι δεν υπήρξε ποτέ. Πάντως δεν υπάρχει πια, κι ίσως είναι καλύτερα έτσι. Αν τον είχα συναντήσει θα έπρεπε να συζητήσω μαζί του, θα έπρεπε να του λογοδοτήσω, και πως θα το έκανα αυτό; Πως θα του εξηγούσα οτι δεν πιστεύω πια σ’αυτόν, πως θα του απολογούμουν για τη μοναχική κυνική φύση μου; Πως θα τον αντίκρυζα; Θα με ρωτούσε και για εκείνον του οποίου το όνομα δεν αναφέρουμε ποτέ, και δεν θα’χα τι να του πω γιατί δεν μιλάω σχεδόν ποτέ γι’αυτόν.

Είναι η μοίρα του συμβόλου μιας εποχής να πεθαίνει με το τέλος της, νο;



Μόνο που, ξέρετε κάτι;
Εγώ έχω ακόμα παραμύθια.
Κι ας μην το παραδέχομαι εύκολα.



Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Blush

Ήθελα να βάλω γράμματα στη σειρά να φτιάξω λέξεις να πω κάτι σημαντικό κι αντί γι'αυτό έβαλα εικόνες στη σειρά γιατί έχουν περισσότερη ευφράδεια.

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

Meet me in St.Louis, Louis

Ειμαι εγω. Και ειμαι εδω.

Ειναι η συμφωνια που εξαιτιας της και μονο βρισκομαι εδω.

Η συμφωνια ειναι το σωμα αυτο που με κραταει εδω.



Παλια ζουσα με ηλιθιους και χυδαιους μπασταρδους που νομιζαν οτι μπορουσαν να με προσλαβουν για μπατσο της εταιριας τους.

Τωρα μονο εγω ειμαι εδω.



Μαθαινω γρηγορα γιατι δεν εχω καποιο ειδικο τροπο να κανω τα πραγματα.

Κι ετσι ολοι οι τροποι ειναι ιδιοι για μενα.

Κι ετσι μαθαινω γρηγορα.



Μπορω να εναλλασσω πονο και ηδονη σε υποηχητικο ισως ακομη και μοριακο επιπεδο,

Κι απο εμενα θα γεννηθει μια ολοκληρη γενια που δεν θα νιωθει ουτε πονο ουτε ηδονη.



Αλλα εκκρινω μια βαρια γλυκυτητα.

Ρεει απο μεσα μου μελαγχολικη και ανελεητη σαν αφρος σε διαδρομο προσγειωσεως.

Θα μπορουσε να ξεφυγει μια μερα και να μεταμορφωσει ολη την πολη σε τουρτα.

Θα σας βαλω γαμπρους στην κορυφη της.

Αλλα μην ανησυχειτε, θα σας φαω αργοτερα.



Προς το παρον εισπνεω γουργουρητα βρεφους και εκπνεω κροταλισματα θανατου. Ρουφαω χωραφια σταριου και φτυνω εκτασεις ερημωμενες απο αμμοθυελλες



Συνδεστε με με αυτον τον εξυπνακια το θανατο.



Ειμαι σαν τη μεγαλη αμερικα.

Αν θελετε να γινει η δουλεια σας σωστα, ελατε σε μενα, κι εγω θα στρεψω το δαχτυλο σας προς τη σωστη κατευθυνση.



Μετα φυσικα θα φυγετε και θα μ’αφησετε ψιθυριζοντας πισω απ’την πλατη μου.

«Απεραντη τρυφεροτητα απεραντη ειρωνεια ειναι για παντα κρυμμενη στα κλειστα της ματια.

Πρεπει να εχει μαθει πολυ καλα στη μακροχρονη μοναξια της ποσο κενη ειναι η σοφια ακομη και για τους σοφους.»



Αλλα εγω θα περιμενω.



Κοντα στο εδαφος θα βλεπω τη σκια των φτερων μου.

Αμυδρα μακρινα αστερια θα πασπαλιζουν τα ζυγωματικα με ασημενια σταχτη.

Ενας τοιχος θα εκραγει και θα χυσει δεκαοκτω οροφους στο δρομο.

Ενα φωτεινο πρωινο γαλανο σαν πορσελανη,

Μια νυχτα που θα κανει κρυο πανω στα ματια μου,

Εκει οπου ετη φωτος μακρια οι χλωμοι ουρανοι θ’ανοιγουν στα δυο,

κομματακια ζωηρης και αφανιζομενης λεπτομερειας

Εγω θα περιμενω.



Ετσι κι αλλιως, χωρις λεξεις δεν υπαρχει χρονος.



Τη διευθυνση που χρησιμοποιησα στη ζωη, σας δινω για κεινο το αργοπορημενο πρωινο.

Ελατε να με βρειτε.



Αλλα να’στε καλα προετοιμασμενοι.

Γιατι θα’μαι παντοδυναμη.

Θα’μαι το αγριο αγορι με ρολερσκεητς στα ποδια.

Θα σας παρω το σκαλπ.



Να’στε καλα προετοιμασμενοι μουνια.

Γιατι οσο και να περιμενω, δεν θα χασω ποτε το χιουμορ μου.



«αν ειχα μια φωτογραφια σου που να μιλουσε

θα την επαιζα καθε φορα που θα’νιωθα μελαγχολια

θα εδινα δεκα παραστασεις την ημερα

και μια τα μεσανυχτα

συναντησε με στο Σεηντ Λουις, Λουις
»


Inspired by William Burroughs's Wild Boys

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Zoυλιεν

Όπου η ηρωίδα όλο νιώθει ότι κάτι έχει ξεχάσει να κάνει και στον ύπνο της βλέπει  σκύλους, έχουνε λουριά κι όμως τους κυνηγάει.

Όπου τα κεντριά δεν έχουν αντίσταση, οι φακές δεν έχουν Ποπάυ και η ηρωίδα προσπαθεί να θυμηθεί πως το λένε το κοτόπουλο κομμένο σε λωρίδες.

Όπου την αηδιάζουνε αυτοί οι και καλά τόσο ερωτευμένοι στο τρένο πίσω της που ζητάνε την άδεια ο ένας απ'τον άλλον για να φτερνιστούνε.

Όπου καλείται κάποιος να μας πει γιατί στο μπούτσο δε σταματάει αυτό το πράμα εδώ και τώρα αφού το εδώ και το τώρα είναι τόσο τίποτα και πουθενά κι εσύ παντού και πάντα.

Όπου ένα γαμιόλικο ξεχειλωμένο αναφιλητό πεταρίζει σαν κακοπληρωμένη πόρνη κάθε φορά που ακούω τ'όνομά σου και ξέρω πως δεν φωνάζουνε εσένα.

Όπου η ηρωίδα περνάει ξυστά δίπλα απ'τον άντρα των ονείρων της χωρίς να το πάρει χαμπάρι, καθώς ταυτόχρονα σκέφτεται "Εγώ φανάρι στο γαμήσι της μνήμης και της ματαιότητας δεν κρατάω άλλο".

Όπου η διαφορά μας ήτανε που εγώ ήθελα να το κάνουμε αργεντίνικα, εσύ ήθελες να το κάνουμε ευρωπαϊκά, και τελικά το χάσαμε στο μέτρημα.

Όπου κρέμεσαι απ'το στόμα μου όπως μια από καιρό αχρησιμοποίητη λέξη λίγο πριν τη θυμηθεί κάποιος, μόνο που ανάποδα γιατί επειδή διότι εγώ προσπαθώ να σε ξεχάσω.

Όπου σε ξεγέλασα που τώρα πια δεν είσαι πια τίποτα άλλο παρά εγώ, κι εγώ είμαι τόσο πολύ καψούρα με την πάρτη μου.

Όπου σε αυτό το σημείο, χειροκρότημα παρακαλώ γιατί η ηρωίδα θυμήθηκε πως το λένε το κοτόπουλο κομμένο σε λωρίδες.

Πουτάνα μνήμη.

Βάζω το κοτόπουλο, βάζεις το μαχαίρι;

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

Just a man

Για ολα τα σημερα που στελνουν ενα μεγαλο κωλοδαχτυλο στα αυριο
Για ολα τα ουρλιαχτα που ειχαμε χρονια αποθηκευμενα
Για τις μελανιες και τους ιδρωτες
Για τους μεγαλους ερωτες
Για τις μεγαλες μουσικες
Για τωρα που ειμαι ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ
Εχω μονο να πω αυτα

"Man was born to love

- though often he has sought
like Icarus, to fly too high
and far too lonely than he ought
to kiss the sun of east and west
and hold the world at his behest
to hold the terrible power
to whom only gods are blessed  -

But me, I am just a man"


Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

Entry #6

(δεν ξέρω αν είμαι άνθρωπος της ησυχίας ή αν μ'αρέσουν οι σειρήνες του πολέμου μπορεί απλά να τις συνήθισα ξέρω μόνο πως ν'ανοιγοκλείνω τ'αυτιά μου βρήκα το διακόπτη όταν σταμάτησα να πιστεύω στο Θεό παρόλα αυτά παραμένω ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος ας προσευχηθούμε όλοι μαζί στο μεγάλο Τίποτα δεν θα προλάβει κανείς να με πει απαισιόδοξη καθήστε μισό λεπτό να βρω ένα στυλό να γράφει και θα σας δείξω εγώ θα σας δείξω ξέρω να πλέκω τα σκατά πουλόβερ κοτσίδες εγκώμια γράμματα αγάπης να)

Έχω μεγάλα φανταχτερά αύριο φυλαγμένα για ώρα ανάγκης, που σαν σωστοί ευγενείς, μισαλλόδοξοι γόνοι της βασιλικής οικογένειας των πυροτεχνημάτων και των αποτυπωμάτων, κάθονται και περιμένουν να γίνουν χρήσιμα, πάντα σε οριζόντια θέση με τα χέρια ελαφρώς μουδιασμένα απ'την ανία της προσμονής. Τους κάνω σβούρες επιδέξια με το κεφάλι να φεύγει τελευταίο για να τα διασκεδάσω, αλλά η φασαρία απ'το πάνω διαμέρισμα με αποσπά και ζαλίζομαι πάραυτα, και φωνάζω στα γδαρμένα μου νύχια και στις ρίζες των μαλλιών μου να κάνουν ησυχία, δεν έχω χώρο για άλλους εδώ κάτω. Δεν έχω χώρο για κανέναν γιατί έκανα όλα τα έπιπλα στην άκρη για να χωρέσεις εσύ και μάλιστα σκούπισα μέχρι και κάτω απ'τα πλακάκια που δεν το συνηθίζω. Μα εσύ δεν ήρθες ποτέ κι αυτά τ'αρχοντικά αύριο έχουν καταχραστεί κατά πολύ τη φιλοξενία μου.

(να είδες τι ωραία που γράφω όταν χρησιμοποιώ τη λέξη εσύ μόνο που όταν γράφω έτσι χρειάζομαι τρία στυλό και μέχρι να τελειώσω το'χω μετανιώσει και θέλω να τα μουτζουρώσω όλα και μετά να τα κρύψω κι απο πάνω γιατί ξέρω πως όταν πέσω για ύπνο θα βγάλουνε πόδια και χέρια και φλόγινα μαλλιά και χαμόγελα πρόστυχα και ντροπαλά και μάτια παραστατικά και θα'ρθουνε να με κυνηγήσουνε κι όμως τα δείχνω γιατί είμαι σίγουρη πως δεν σ'αρέσουνε κι όσο δεν σ'αρέσουνε υπάρχει ελπίδα αγαπημένε ώ αγαπημένε μου)

Αύριο θα έρθει το αύριο κι αύριο είναι μια καινούρια μέρα και δεν έχω όρεξη για νέους μουσαφείρηδες. Δεν θέλω άλλα αύριο, ποτέ δεν ήθελα. Θέλω ένα μικρό ταπεινό σήμερα να στέκεται έξω απ'την πόρτα και να μη ζητάει να μπει μέσα αλλά να μου φωνάζει να βγω εγώ έξω να παίξουμε, και δεν θα φοβηθώ μη λερωθώ απ'τις λάσπες, το υπόσχομαι. Θέλω ν'απλώσω την ψάθα μου στο γρασίδι και να μου φτάνει που θα ξέρω πως έχω ένα μπουκαλάκι ούζο με λεμονίτα στην τσάντα και να'ναι η τσάντα μου η ροζ που θα την έχω μπαλώσει, κι απο πάνω μου να περνάει κόσμος, χιλιάδες κόσμος να μην ψηλώσω άλλο για να σε κοιτάξω κάποτε απο χαμηλά κι έτσι να σε κάνω άντρα σωστό που κανείς δεν θα μπορεί να σε στερήσει απ'το τρίτο μάτι στο μέτωπό μου. Και ψηλότερα κι απ'τους δυο μας μαζί ν'ακούγεται μουσική εκκωφαντική να τραγουδάει το τώρα σ'όλες τις γλώσσες και να σηκωθώ να τρέξω μες στο χαμό να σε βρω και να ξεχάσω την ψάθα και να μην την ξαναβρώ ποτέ, να πάει εκείνη να πάρει τη θέση μου στον τόπο που μεταναστεύουν οι εικόνες για να πεθάνουν και τα όνειρα που το πρωί τα έχεις ξεχάσει. 

(να ορίστε η παρακαμπτήριος που με εμπόδισε απ'το να μάθω ν'αντιστέκομαι είναι που ξέρω να τα διηγούμαι όλα όμορφα αλλά όταν διηγήσαι όλα σου λείπουν αλλά όχι εμένα δεν μου λείπει τίποτα γιατί αυτό το τίποτα είναι ολόδικό μου θα στα δώσω όλα αλλά αυτό θα το κρατήσω το χρειάζομαι για να μπορώ να τα λέω χωρίς να τα πιστεύω αυτή είναι η τέχνη του να παραμυθιάζεις τον εαυτό σου αγαπημένε ώ αγαπημένε μου κάτσε που ν'ακούσεις και τα υπόλοιπα θα με φοβηθείς τόσο πολύ που θα με ξαναξεχάσεις ανένοχα είμαι πολύ καλή στο να με φοβούνται αλλά θέλω λίγη εξάσκηση στο να με ξεχνάνε ή μηπως στο να ξεχνάω εγω)

Θα σε δω λέει, και θα σε ξέρω απο πάντα και θα μείνουμε πάντα παγωμένοι σε αντικρυστή στάση. Η αγαπημένη μου φίλη απο δίπλα θα χειροκροτάει κι όλες οι χαμένες ευκαιρίες θα παραιτηθούν που θα είναι όπως ποτέ δεν μπόρεσαν και θα πεινάσουν και θ'αποδημήσουν σ'άλλη γη σ'άλλα μέρη κι όλα θα χάσουν την αξία τους μπροστά στα χέρια σου. Θα βουλιάξεις τα πόδια σου στο τσιμέντο, θα στολίσεις τον ουρανό με τις βλεφαρίδες σου γι'αυτοκόλλητα, θα οικειοποιηθείς όλες τις επιλογές που για χάρη σου απαρνήθηκα και θ'αντικαταστήσεις το τελευταίο γάμμα του ονόματός μου με μι. Κι εγώ θα σ'αφήσω ν'ανέβεις πάνω στο κρεβάτι μου χωρίς να βγάλεις τα παπούτσια σου με αντάλλαγμα τα άπλυτα σου σεντόνια και θα βυζάξω όλα τα παιδιά που θα γεννηθούν όταν το κεφάλι σου ανοίξει στα δύο απ'τον πονοκέφαλο. Μόλις τελειώσει η μουσική θα μείνουμε κουρασμένοι σαν ξεφλουδισμένα ροδοπέταλα πάνω στον τάφο των συνταξιούχων ρομαντικών, και θα ξαπλώσουμε πάνω σε ένα λευκό καμβά, πάντα σε αντικρυστή στάση.

(κι ύστερα θα προσθέσω άλλη μια πρόταση μετά την τελεία όπως κάνω τώρα κι όλα θα είναι σαν ψεύτικα σαν αλλά όχι ψεύτικα κι εγώ θα τα κοροϊδεύω να τώρα παω να μπαλώσω τη ροζ τσάντα  κι ας μην πιστεύω πια Πίστη Όχι Πια αύριο αύριο το αύριο είναι το σήμερα που ονειρεύτηκα χτες επιτέλους θα πότε ερωτηματικό δεν τις μπορώ τις τελείες γιατί είναι μπλε ίσως και πράσινες ώ πόσο σας μισώ απαίσια στρουμφάκια)





Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Try walking in my shoes

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Password

Log in to sleep

(Never give out your password)

Edit selected images

Uploading dream

Connect accounts

..........

This dream is trying to access the internet

Allow or Deny?

Deny

Deny

Deny

DENY

...........

Remove and delete dream and data

Are you sure? Yes? No?

Yes? No?

Mark as spam

Your system has crashed from a serious error

Restart later.






------------------Don't dream it's over.... Or Don't dream, it's over
To comma or not to comma?
----------------------------



Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

Valuska

Eίναι κάτι μουσικές, που αναβοσβήνουν τακτικά σαν τα βλέφαρα σε παρέλαση πάνω σε ρυθμό κανονισμένο εμβατηριακό και κανουνε τα μάτια σου ν'ανοιγοκλείνουν σαν στόματα κι όχι σαν μάτια, σαν λαιμαργες τρύπες που έχουν καιρό να καταβροχθίσουν βία και τους λείπουν οι βελόνες κι οι κλωστές, και λευκές σαν τα καλοκαιρινά ποτά σου θυμίζουν κάπως αυτο το μούδιασμα που νιώθεις όταν έχεις σταυρώσει τα πόδια σου για πολύ ώρα.

Κι είναι και κάτι μουσικές ήσυχες που δίπλα σου περνάνε και δεν σημαίνουν τίποτα σαν τα χαλίκια στην άσφαλτο, μέχρι να τις κυνηγήσουν οι μύτες των παπουτσιών σου και τα τακούνια σου να κάνουν τοκ-τοκ στο ρυθμό τους και να παραπατήσεις λίγο δεξιά, να σκοντάψεις πάνω στις μαδημένες μαργαρίτες που κάποτε αποπειράθηκαν να επιβεβαιώσουν τις ανασφάλειες νεοσύλλεκτων εραστών και να κάνει η σκιά σου κύκλους γύρω σου καθώς φλερτάρεις με τα κίτρινα φώτα, κι ύστερα να παλεύεις μια ζωή να τις αποδεσμεύσεις να μη σου θυμίζουν τίποτα μην πέσεις και γδαρθείς στο γόνατο.

Αλλά είναι και κάτι μουσικές, που τις περιμένεις να'ρθουν, τις περιμένεις μια ζωή, να τις ακούσεις και να σ’αγγίξουν απ’την πρώτη στιγμή, όπως η άσφαλτος στα γυμνά σου πόδια δροσερή σαν φρεσκοπλυμμένο εσώρουχο, σκληρή σαν ατσαλένιο βελούδο, βρώμικη σαν ενοχή, και ξέρεις ότι τις έχεις ξανακούσει πριν γραφτούν και σε περίμεναν να σου φιλήσουν τα πόδια να γλιστρήσεις πάνω τους να τις χαϊδέψεις με το μεγάλο δάχτυλο να τις φυλάξεις πολύτιμες σαν σουβενίρ από το υπερπέραν, κι όλο αναρωτιέσαι πως γίνεται, πως έζησες τόσα χρόνια χωρίς αυτές, πως είσαι εσύ έτσι εσύ όπως είσαι χωρίς να τις έχεις ακούσει.

Αντικαθιστούν με τη μελωδία τους όλα τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι να τις ακούσεις, και που τα πέρασες νιώθωντας ότι κάτι λείπει από μέσα σου, προσπαθώντας να βρεις τρόπους να αναπληρώσεις την ύπαρξή τους στη ζωή σου, σ'αιφνιδιάζουν με όσα έχεις ξεχάσει και με όσα δεν έμαθες ποτέ, και τότε θυμάσαι, την ελευθερία των δευτερολέπτων που δεν λείπει τίποτα απ’τη ζωή σου, των στιγμών και των βουνών και των υγρών που απ'το σώμα σου κυλάνε σε αντίστροφη μέτρηση όπως τα λεπτά ενός τραγουδιού στην οθόνη του cd player.

Βρέχουν λέξεις λυπημένες και ζύγια ανόμοια και διπλοβελονιές και τοσοδούληδες ανεμιστήρες άκακους, και σαν μπεκρής μέσα σε μπακάλικο διαλέγεις να κρατήσεις ό,τι χρειάζεσαι και ό,τι σε γδέρνει όμορφα μέχρι να παραγινώσουν τα κρασιά που πεθαίνουν πάνω στο κλίμα και να'ρθει μια έκλειψη να σου δείξει πως να μη φοβάσαι το προσωρινό σκοτάδι. Ξέρεις, κάθε φορά που ερωτεύεσαι πέτρινους πρίγκηπες, απο τα ηχεία ενός μπαρ με ινδιάνικη διακόσμηση ακούγεται η φωνή ενός παιδιού που μ’ένα μουστάκι αρλεκίνου ζωγραφισμένο στο πάνω χείλος του υποδέχεται την Κιβωτό του Νώε καθώς παρκάρει στην αυλή του. Ξέρεις, κάθε φορά που ερωτεύεσαι ακούγεται η ίδια μουσική σε παραλλαγή, και κάθε φορά που δεν έχεις τίποτα να περιμένεις κατρακυλάει η ίδια ηλιακή καταιγίδα πάνω στο πιάνο, κάθε φορά πιο χλιαρά απ'την προηγούμενη, και δεν πειράζει που δεν είχες τίποτα να ψάξεις απόψε γιατί σε βρήκε μια μουσική.

Μια μουσική, σουπερ ήρωας με αλκοολούχα μπέρτα, λεπίδι διψασμένο να σκοτώσει τις καρδιές των παλατιών, κάμερα πάνω σε καρέκλα με ροδάκια, άγγελος με φερμουάρ στο στόμα, ξαμολυμένο κινηματογραφικό τέρας στους βάλτους που υπάρχουν μέσα σε κάθε ποιημα, γροθιά στερεοφωνική αναλογική κι ένας αυτοσχέδιος αυνανισμός με σκοπό την καταστροφή της ύλης, μια πράσινη μούχλα που ονομάζεται χρόνος, κάπου, κάπου κάποτε θα σε βρω και θα μ'αγαπήσεις.

Κάπου, κάποτε, να το ξέρεις, θα σε βρω και θα μ'αγαπήσεις.

Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

Danko

Unset time. Unset place. Not necessarily a spot in history. The darkest time of humanity. The darkest season of earth. Nothing grows. Nothing evolves. Darkness covers almost all land. Unknown if there are any plants or animals 'cause they cannot be seen. And right in the middle of dark, a small place where humans live, or something that reminds of living. They live in fear, dream of fear, they give birth to fear. No hope in their aching hearts. No smile on their broken faces. And this goes on and on for years and years and years… And as they fear more and they lose hope, the dark comes closer and closer. They never touch it, never enter it, until they day that Danko is born. His parents do not differ from other members of the tribe, oh but Danko does. He Hopes. And Fears. But still Hopes. And he grows up. And the little boy becomes a man. And he gets sick of fear. He gets bored of not exploring. Not the dark but his heart. His Burning Heart. And day after day frightened people listen to a man called Danko forcing them to move. Everyone thinks it’s madness. But Danko is very serious. He never seems to fear, never seems to regret. And some day more and more live off his hope. And begin to move. They take sticks on fire and they have Danko ahead. Everyone is moving now. Moving into the dark. Danko is always ahead, shouting to go on. And now the dark gets deeper. It’s aching to move now. Feet heavy. Hearts beating fast. But not Danko’s. Sometimes he turns back to them and they see his face, listen to his words. Probably they fear Danko more than they fear dark. And they go on and on. Light spreads in the heart of black fog. But dark now plays its dirtiest tricks and hearts begin to freeze. And more and more are screaming to go back. Things get out of control. No order in the moving tribe now. They start to blame him. But Danko will not step back, even now… He rips off his own heart from his wonderful chest. Bleeding, he holds it up and everyone sees the most hopeful light they had ever seen. Danko’s Burning Heart gives them hope. And they go on really fast. No one screams now. Danko is bleeding. The world starts to fade away. He looks to his heart and still feels close to it. His pace is steady. His heart is burning, leading the way. And after a while Dark begins to scatter and dawn comes, a bright reddish Dawn, the first one in centuries. Everyone is cheering now. Everyone hopes. And they are so happy they cannot see a young man’s dead body lying among them, beside a Heart that’s still burning its last sparkles…