is touching yourself worth an eternity in hell?

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Pε


Ρε, δεν το βλέπεις ρε;
Άμα δεν έχουνε μαζέψει τρίμμα τρίμμα τον καπνό απ’το τραπέζι να στρίψουνε τσιγάρο
Ρε άμα δεν πάνε μέχρι την τουαλέτα με το ποτήρι το κρασί στο χέρι
Άμα δεν έχουνε περάσει μέσα από τοίχους ξυπόλυτοι,
Άμα δεν ξέρουνε να σου πούνε προστυχιές πριν πας για ύπνο
Άμα δεν σε κοιτάξουνε πίσω απ’τα γόνατα ρε
Ρε άμα δε καίγονται να πιουν νερό κρυφά απο κει που θα πλυθείς
Πως γίνεται και δεν το βλέπεις ρε;
Δεν έχουνε τίποτα να σου πουν.
Ρε μαλάκα ρε
Μόνο εγώ ήμουνα για σένα.

Kλειδί

Eίχα αγοράσει ένα κρεμαστό από έναν πλανόδιο. Σ’εκείνο το νησί, σ’εκείνο που μακάρι να μην είχα αφήσει. Ήτανε κλωστές μωβ κι ένα κλειδί μεγάλο παλιό κρεμότανε στην άκρη. Το φόραγα κι έκανα εντύπωση. Ρώταγε ο κόσμος. «Είναι το κλειδί της καρδιάς σου;» ρωτάγανε. Κορόιδευα. Το κλειδί της τουαλέτας, τους απαντούσα. Το’δε μια μέρα ένα κοριτσάκι, γούρλωσε τα μάτια. «Το μαγικό κλειδί!» μου φώναζε, «έχεις το μαγικό κλειδί». Ήτανε λέει ζωγραφισμένο ίδιο σ’ένα απ’τα παραμύθια της. Πίσω στην Αθήνα, μου’λεγε να την πιστέψω, είχε ένα παραμύθι μ’ένα κλειδί στο εξώφυλλο, ίδιο ολόιδιο. Κι άμα το έβρισκες, μου’λεγε, άνοιγες την πόρτα στο τέλος του ουράνιου τόξου και μέσα εκεί είχε ό,τι ποθούσες. Γινόντουσαν οι πέτρες χρυσάφι, μου’λεγε. Γινόντουσαν τ’αστέρια κοσμήματα. Δε θέλω χρυσάφι και κοσμήματα, της έλεγα, κι έτρεχε αυτή μακριά μπερδεμένη. Ερχότανε μετά πίσω, με μαρκαδόρους και χαρτιά. «Θες τον Πρίγκηπα» μου’λεγε, και μου ζωγράφιζε στο πόδι. Αστέρια και πέτρες κι αγόρια με μακριά μαλλιά και σπαθιά που’τανε λέει Πρίγκηπες. Έβαζε κι υπογραφή και μου τα’δινε. Να τα πάω στην άκρη του ουράνιου τόξου. Ν’ανοίξω με το μαγικό κλειδί μου να γίνουνε αλήθεια. Έξι χρονώ κοριτσάκι. Με τι καρδιά να του’λεγα να μη πιστεύει στα παραμύθια; Πως, αυτό που εσύ το έλεγες υπέρβαση, εκείνη το έλεγε βάζω το ένα πόδι μπροστά απ’το άλλο και περπατάω. Εκείνο το κοριτσάκι ήτανε πιο έξυπνο κι απο μένα κι απο σένα μαζί.

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Λύκε Λύκε είσaι δω;

Aγαπητέ Λύκε,
πάει καιρός απο την τελευταία φορά που μιλήσαμε. Θέλω να ξέρεις πως δεν σου’χω κακιώσει καθόλου που δεν μου γράφεις πια συχνά. Ίσως να φταίω κι εγώ, ήμουν κάπως στον κόσμο μου τελευταία. Τελοσπάντων, ελπίζω να είσαι καλά.

Εγώ καλά, όπως τα ήξερες, δεν έχει γίνει τίποτα καινούριο, πρεσβεύω πως κάνω ο,τι καλύτερο μπορώ και τα τοιαύτα. Όλα παραμένουν ήσυχά στη γη που ονομάζω «ερήμην-μου». Οι μέρες έχουν ξεχάσει πως τις λένε κι αποκαλούνται όλες «σήμερα». Δεν κοιμάμαι ποτέ όπως ξέρεις κι έτσι έχω πολύ ελεύθερο χρόνο ν’αργοπεθαίνω απο τη γνωστή μου ασθένεια, τη βαρεμάρα.

Τώρα που είπα βαρεμάρα, θυμάσαι τότε που μας επιτέθηκε ο ήλιος και γίναμε ένα με τη γη για να σωθούμε; Παλιές καλές ημέρες...

Όπως τα ξέρεις λοιπόν, βαριέμαι, καπνίζω και γράφω. Όλα καλά, μόνο που να, μερικές φορές νιώθω το κεφάλι μου παγωμένο σαν να έχω καταβροχθίσει μονορούφι μια γρανίτα, κι ύστερα μ’αρπάζει ένας πόνος. Ένας πόνος τσιγγάνος, πάει κι έρχεται, μ’αφήνει και με ξαναπιάνει. Είναι μια απόκοσμη αίσθηση, σαν εξωσωματική εμπειρία, μόνο που αντί να είμαι έξω απ’το σώμα μου, είμαι μέσα του. Δεν είμαι πια αυτή που καπνίζει και γράφει, είμαι κάποιος που με παρατηρεί να καπνίζω και να γράφω μέσα απ’το σώμα μου, κλεισμένος σε μια τεθωρακισμένη σαπουνόφουσκα.

Όπως τότε που είχα κλειστεί σ’εκείνο το ασανσέρ μέσα στο κεφάλι σου, θυμάσαι; Δεν ήθελα να πάω απ’τη σκάλα γιατί ήταν μουχλιασμένη και την είχα ήδη πατήσει μια φορά.

Λοιπόν που λες, όταν με πιάνει αυτό το πράμα, μου είναι πολύ δύσκολο να κάνω οτιδήποτε. Επειδή με βλέπω εκ των έσω, δεν μπορώ πια να ξεχωρίσω τα όρια του σώματός μου. Δεν ξέρω που τελειώνω εγώ και που αρχίζει το τραπέζι ή το πάτωμα. Είναι όλα ρευστά, είναι όλα ενέργεια. Πρέπει να προστάξω χειροκίνητα τους μυς μου να συσπαστούν. «Συσπάσου τένοντα, κουνήσου αντιβραχίονα, μην τεμπελιάζετε ίνες του μυοκαρδίου!» Είναι πολύ κουραστικό. Με εξαντλεί, καίει τις ασφάλειες και το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μου μπαίνει στο αθόρυβο με δόνηση. Δε λέω, είναι πολύ όμορφα εκεί μέσα όταν έχει ησυχία. Είναι σα να είμαι ολομόναχη μέσα σε ένα μουσείο. Έχω συνηθίσει να ψυθιρίζω ακόμα κι αν δεν υπάρχει λόγος. Έτσι απο έναν περίεργο σεβασμό.

Θυμάσαι τότε που κολυμπούσα πολύ προσεκτικά μαζί με τα δελφίνια, και ξαφνικά το χέρι σου πετάχτηκε απ’το βυθό και με τράβηξε προς τα κάτω; Δεν ήτανε σωστό αυτό που έκανες τότε, ακόμα στο κρατάω.

Πάντως είναι ωραία αυτή η ησυχία. Είμαι τεράστια κι επεκτατική εκεί μέσα, είμαι τόση πολλή που δεν πιστεύω οτι χωράω να με ξαναστριμώξω μέσα στο σώμα μου. Είμαι το καύσιμο του σύμπαντος, είμαι μια στρατιά απο μόρια. Δεν θυμάμαι πια τίποτα, δεν ξέρω να γράφω, να διαβάζω, ν’αγαπάω, όλα μοιάζουν με περίεργα ακαταλαβίστικα ψηφία. Είμαι 29 χρόνια πιο ελαφριά, το φαντάζεσαι; Αλλά δυστυχώς δεν κρατάει πολύ. Ύστερα απο λίγο παίρνουν μπρος οι εφεδρικές γεννήτριες και το σώμα μου αρχίζει ν’αναβοσβήνει κόκκινο. «Μεηντέη, μέηντεη!» φωνάζει το αριστερό ημισφαίριο, «εισερχόμαστε σε άγνωστα εδάφη, εγκαταλείψτε άμεσα την κάψουλα».

Α, τότε που σου κλώτσησα όλες τις κούνιες στην αυλή σου γιατί ζήλεψα που εγώ δεν είχα ποτέ κούνιες στη δική μου, θυμάσαι; Γελούσες και με τράβαγες με την κάμερα.

Συνήθως τσακώνομαι με το αριστερό ημισφαίριο. «Σσσσςςςς», του ψιθυρίζω, «δεν βλέπεις οτι έχω δουλειά εδώ πέρα; Δεν βλέπεις οτι προσπαθώ να συγχρονιστώ με τη φορά του Δία; Πήγαινε να ενοχλήσεις καναν άλλον κι άσε με ήσυχη». Αλλά αρχίδια, τα’χει ήδη καταστρέψει όλα. Ξαφνικά είμαι πάλι μέσα στο πιλοτήριο πίσω απ’τα μάτια μου, ξαφνικά καπνίζω και γράφω και θυμάμαι τα πάντα κι είμαι πάλι βαριά και βαριεστημένη. Άτιμο σύστημα αυτοσυντήρησης. Ούτε ένα εγκεφαλικό δεν μπορούμε να πάθουμε με την ησυχία μας.

Όπως τότε που με σκούνταγες και μου πετούσες χαρτάκια απ’το πίσω θρανίο. Εσύ δεν ήσουν; Εσύ ήσουν, καλά θυμάμαι.

Υποθέτω βέβαια πως εσύ ούτε θυμάσαι ούτε σ’απασχολούν όλα αυτά. Δεν πειράζει, κουβέντα να γίνεται, κι αν έχουμε αποξενωθεί εγώ θα συνεχίζω να σου γράφω, έτσι για να μη χάνουμε επαφή. Στείλε κι εσύ και πες μου τα νέα σου απο κει πάνω. Κι αν σου βρέθει τίποτα καλό, ξέρεις ε; Να μας φωνάξεις.

Σ’αφήνω Λύκε. Μου’χει μείνει λίγο πτήση στο πορτοφόλι, πάω να την κάνω συνάλλαγμα. Τεηκ κεαρ και τέτοια. Εις το επανειδείν.

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

Kι aντι γι'αυτo

ειμαι ψηφιακη και dolby, ειμαι χρεωκοπημενος ομιλος, ειμαι πινακιδα κρυμμενη πισω απ’τα δεντρα, εχω μονο ο,τι χρειαζομαι, ξερω μονο οσα προλαβαινω, ειμαι αναξιοποιητο προσον, ειμαι εξημερωμενος ανεμοστροβιλος, ειμαι κι η πιττα κι ο σκυλος, για να μη σου πω και το μαχαιρι, ειμαι συνταξιουχος σουπερ ηρωας, ειμαι γυαλια ηλιου, ειμαι εξωστης, μασημενη κασσετα, παπαρουνα, βαρυτητα, ειμαι γαζα και αιμα,


και παλι δεν ειμαι δικη...

Wishlist

θα’θελα να μουνα ασπρομαυρη μ’ενα τσιγαρο στα χειλη, θα’θελα να μουν κλεμμενο εργο τεχνης, θα’θελα να πηγαινα ως εκει και οχι παραπερα, θα’θελα να’χα καποιον να του δενω τα παπουτσια, θα’θελα να’ξερα να ρωταω για φωτια σ’ολες τις γλωσσες, θα’θελα να’μουν βομβα για να μπορεσω να εκραγω, θα’θελα να’μουν κρεσεντο, γαργαλητο, σπειρα, πετρα απ’τον Αρη, πιανο που καιγεται, αυτοκολλητο πανινι, αποκαλυψη μυστικου, εκλειψη ηλιου, μασκα καρδιοαναπνευστικης ανανηψης,  πηλος και δαχτυλα,


μα πιο πολυ απ’ολα θα’θελα να’μουνα δικη μου σου


Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Σελιδoδείκτηs

------για τη φλονς, και μόνο γι'αυτήν-------




H ώρα ήταν πέντε το πρωί κι εγώ κοιτούσα το ταβάνι και σκεφτόμουν γιατί άραγε δεν βάφουμε τα ταβάνια, όταν ξαφνικά μου τηλεφώνησε εκείνος. Τον άκουσα να μου λέει  σιγανά ν’ανοίξω την πόρτα. Πάντα το έκανε αυτό, τηλεφωνούσε χαράματα και μου’λεγε απλά ν’ανοίξω την πόρτα. Δυνάμωσα λίγο τη μουσική κι έτρεξα ν’αρπαχτώ απ’το χερούλι. Κοίταξα τον σκοτεινό διάδρομο και άκουσα τα βήματα του. Πάντα το έκανε αυτό, ανέβαινε τις σκάλες μου στο σκοτάδι. Με προσπέρασε και μπήκε μέσα βαριεστημένα. Τον ακολούθησα στην κρεβατοκάμαρα και κάθησα οκλαδόν πάνω στο χαλί. Έβγαλε το παλτό του και το άφησε να πέσει στο πάτωμα σαν να ξεφορτωνόταν κάποιο βάρος. Ύστερα έβγαλε τη ζώνη του και την άφησε κουλουριασμένη πάνω στο γραφείο. Πάντα το έκανε αυτό, το παλτό στο πάτωμα, η ζώνη στο γραφείο. Δυνάμωσε λίγο τη μουσική κι έβγαλε κάτι απο την τσέπη του. Ήταν ένα λουλούδι. Το άφησε δίπλα στη ζώνη κι άρχισε να βγάζει τα παπούτσια του.

Κοίταξα το λουλούδι παραξενεμένη. Αυτό δεν ήταν κάτι που έκανε πάντα. Ξερόβηξα κι έγνεψα προς τα κει με το κεφάλι μου.
«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησα.
Γύρισε για ένα δευτερόλεπτο και κοίταξε το λουλούδι σαν να το’βλεπε για πρώτη φορά.
«Λουλούδι» μου απάντησε με μια καλοπροβαρισμένη φυσικότητα, και συνέχισε να βγάζει τα παπούτσια του.
Χαμογέλασα ειρωνικά μα εκείνος δεν κοίταζε προς το μέρος μου για να το δει.
«Το ξέρω οτι είναι λουλούδι» συνέχισα, «αυτό που ρωτάω είναι τι κάνει επάνω στο γραφείο μου».
Αναποδογύρισε το παπούτσι του και άρχισε να περιεργάζεται τον πάτο.
«Εγώ το άφησα εκεί» μου απάντησε νωχελικά.
Χαμογέλασα πάλι, με ένα διαφορετικό είδος ειρωνίας αυτή τη φορά, ένα πιο γλυκό, πιο παραιτημένο είδος ειρωνίας.
«Και που το βρήκες;» ρώτησε το χαμόγελό μου.
Εκείνος είχε ήδη αρχίσει ν’ασχολείται  με το δεύτερο παπούτσι σαν να ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο.
«Μου το χάρισε μια τσιγγάνα στο δρόμο», μου απάντησε αδιάφορα. Ύστερα σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε για μια στιγμή. «Μου είπε να το δώσω στην κοπέλα που αγαπώ», συνέχισε αφήνοντας ένα περιπαιχτικό γελάκι να γλιστρήσει πίσω απ’την τελευταία λέξη.
Χαμογέλασα ακόμα πιο πλατιά μα εκείνος πάλι δεν με είδε.
«Δηλαδή είναι για μένα;» ρώτησα ξανά.
Άφησε το παπούτσι του να πέσει στο πάτωμα και με κοίταξε πολύ σοβαρά.
«Έλα τώρα» μου γρύλισε, «μη γίνεσαι σαχλή. Φυσικά και δεν είναι για σένα».
Αναστέναξα και ξεφύσυξα μια κούραση, μια κούραση τόσο βαριά, ίσα με ένα τόνο λουλούδια.
«Τότε θα μου πεις τι σκατά κάνει τελικά επάνω στο γραφείο μου;»
Με προσπέρασε πάλι και κατευθύνθηκε αργά προς το κρεβάτι.
«Απλά το ξέχασα στην τσέπη μου» μουρμούρισε και ξάπλωσε ανάσκελα. Μου έκανε ένα νεύμα να πάω δίπλα του. «Αν το θες πάρτο» μου είπε καθώς σηκώθηκα απ’το πάτωμα.
«Τι να το κάνω;» τον ρώτησα λυπημένα και χώθηκα στην αγκαλιά του.
Αναστέναξε και έγειρε προς τα μαλλιά μου.
«Ξερω γω... κάντο σελιδοδείκτη στα τετράδια που σκαλίζεις συνέχεια» μου είπε και χασμουρήθηκε.

Ύστερα κοιμηθήκαμε, αλλά είμαι σίγουρη οτι το λουλούδι έμεινε ξύπνιο.


Η ώρα ήταν πέντε το πρωί και είχε περάσει τόσος καιρός απο εκείνη τη μέρα που το λουλούδι μες στο τετράδιό μου είχε αλλάξει χρώμα, όταν ξαφνικά μου τηλεφώνησε πάλι εκείνος. Τον άκουσα να με ρωτάει δυνατά γιατί δεν είμαι σπίτι. Πάντα το έκανε αυτό, τηλεφωνούσε χαράματα μα εγώ δεν ήμουν πια ποτέ σπίτι. Δεν τον περίμενα πια ούτε αναρωτιόμουν για το ταβάνι. Ήμουν έξω και χόρευα θυμωμένα τραγούδια. Ήρθε και με βρήκε εκεί που ήμουν. Πάντα το έκανε αυτό, ποτέ δεν μπορούσα να του ξεφύγω. Μου κόρναρε απο μακριά και μου άνοιξε την πόρτα να μπω στο αυτοκίνητο. Μπήκα αδιάφορα κι άρχισα να ξεκουμπώνω τα τακούνια μου. Έβαλε μπρος κι άρχισε να οδηγεί. Ανάμεσα στις ταχύτες έβγαλε ένα λουλούδι απο την τσέπη του και το άφησε πάνω στο ταμπλό. Εγώ ξεκούμπωνα ακόμα τα παπούτσια μου. Ξανάλλαξε ταχύτητα και έσπρωξε το λουλούδι επιδεικτικά προς το μέρος μου.

Χαμογέλασα, ειρωνικά, και πάλι ειρωνικά αλλά χωρίς καμιά παραίτηση και γλυκύτητα.
«Τι σκατά υποτίθεται πως είναι αυτό;» ρώτησα σχεδόν γελώντας.
Με κοίταξε αγριεμένα.
«Σκατά,»  μουρμούρισε άτονα, «όπως το’πες...»
Γέλασα δυνατά και έγειρα πίσω στο κάθισμα.
«Πάντα το ήξερα οτι χέζεις ροδοπέταλα» είπα κοιτάζοντας έξω απ’το παράθυρο.
Άρχισε κι εκείνος να γελά αμήχανα.
«Για σένα είναι» μου είπε τελικά σαν νικημένος, «για σένα είναι, εντάξει; Πάντα για σένα ήταν. Σ’αγαπάω. Οκέι; Ορίστε, το παραδέχομαι. Σ’αγαπάω».

Χαμογέλασα πάλι κι έξω ξημέρωνε.
«Όχι δεν μ’αγαπάς» του είπα κι έξω ξημέρωνε. «Απλά μου πήρες ένα λουλούδι». Αναστέναξα και χασμουρήθηκα. «Απλά πας να με ξεγελάσεις να εκτιμήσω κάτι που μου στέρησες και θα’πρεπε να ήταν δεδομένο...» μουρμούρισα λίγο πριν αποκοιμηθώ. «Κι έτσι κι αλλιώς, δεν χρειάζομαι άλλο σελιδοδείκτη...»

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

E νaι λoιπόν

το παραδέχομαι.

θέλω αυτό.

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

Mελπoμένη

Ω Μούσα λυγερόκορμη του Δία του μεγάλου θυγατέρα, που των κροτάλων και τυμπάνων η ιαχή κι ο ήχος των αυλών σε τέρπει, και το ούρλιασμα των λύκων και των αγριόφθαλμων λεόντων, τη θεία χάρη σου δώς μου να μπορέσω να γράψω για την ασχήμια.

Κάνε να μπορέσω να περιγράψω την αηδία, ω Μούσα, για μια και μόνο φορά να μη θαυμάσω το λεπτό φινίρισμα αυτής της γυάλας γεμάτης σκατά, αυτές τις λέξεις που τόσο φοβάμαι οτι θα με λερώσουν όταν βγουν, κάντες μανδύα και σκέπασέ με να ανέβω στις σκεπές των σπιτιών, να ουρλιάξω στον κόσμο να ξυπνήσει και να βγει στα μπαλκόνια να δει πως με κατάντησε.

Πάρε σπονδή αυτό το παραπεταμένο ευφυολόγημα, αυτή την ανόητη ψευδαίσθησή μου ότι δεν ανήκω σ’αυτήν εδώ την στιγμή, και δως μου μια λόγχη να πολεμήσω όλους αυτούς τους τρύπιους τους ξεφτιλισμένους χάρτινους που περνιούνται για άνθρωποι, που διαλέγουν μόνοι τους τα ονόματά τους κι εμφανίζονται μπροστά μου με την όψη που νομίζουν πως θέλω να δω, τους καλοστημένα ιδανικούς, όλους αυτούς που σνιφάρανε την αθωότητά μου και ρεύτηκαν τους αυνανισμούς μου, αυτούς που με τσακίσανε κι αυτούς που ταϊζουνε τα περιστέρια, κι όσους ηλίθιους νομίζουν πως όλα γίνονται για κάποιο λόγο.

Δως μου τα λόγια τα πιο άσχημα, αυτά που δεν ξέρω να προφέρω, τα θολωμένα με οργή - ξέρω που μένετε καθίκια και μια μέρα θα’ρθω εκεί που κοιμάστε και θα σας ξεριζώσω την καρδιά και θα πάρω τη θέση της, μια καρδιά φάντασμα που θα σας πονάει όπως πονάει έναν ανάπηρο το χαμένο του πόδι. Κι όταν ανοίξετε τα μάτια σας θα σας φωνάξω ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ!. Ήρθα. Άργησα αλλά ήρθα επιτέλους κι η εκδίκηση δεν είναι πιάτο για να το βάλεις στο φούρνο μικροκυμμάτων, η εκδίκηση είμαι ΕΓΩ και δε σας λυπαμαι, δεν με νοιάζει ποιο σκουλήκι σας τρώει τον εγκέφαλο και ποια τραγωδία σας κατάντησε έτσι μαλάκες απερίσκεπτους προστυχους φοβισμένους κι υποκριτές. Σας καταριέμαι καθίκια. Σας εύχομαι να γεράσετε και να πεθάνετε και να ξεχαστείτε σαν κοινοί άνθρωποι.

Ω Μούσα, κάνε να σκουντήξω αυτό το κενό να πάει λίγο παραπέρα να μου κάνει χώρο να σηκωθώ να διεκδικήσω εκείνο το μικρό κομμάτι γής όπου έχει θαφτεί ο ιδρώτας μου απο τότε που ήμουν άνθρωπος κι είχα ακόμα την ικανότητα να παράγω υγρά ανά περίσταση. Δεν θέλω να μου χαριστεί, να πάρω φωτιά απ’τον Άδη θέλω και να το κερδίσω πίσω με την αξία μου, να πιστέψω και να ξεπιστέψω και να ξαναπιστέψω απ’την αρχή και να μη μου φτάνει αυτό και να διεκδικήσω και τη θάλασσα, κι ύστερα τιμώρησέ με για την ύβρη μου και κλείδωσέ με πάλι έξω απ’το σύμπαν.

Κάνε με άνθρωπο πάλι για λίγο, κι εγώ θα καταπιώ το πολυχρησιμοποιημένο λαρύγγι μου για να πάρεις εσύ τη θέση του, ω Μούσα, να ελευθερωθείς απο την υδάτινη επιφάνεια που σ’έχω φυλακισμένη. Εγώ που ξεχείλιζα, εγώ που παραήμουν, τώρα να μην είμαι ποτέ να μην νιωθω πουθενά να μην κανω κανέναν. Έχω δώσει τον εαυτό μου τόσο τσάμπα, ω Μούσα, που ουτε κι εγώ δεν με θέλω πια. Σκότωσέ με λοιπόν άλλη μια φορά μπας και ελπίσω ν’αναστηθώ.

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Tεστ




Dοκίμασα να σε παγιδέψω μέσα σε μια τεθλασμένη γραμμή
Να στριμώξω τα αυτιά σου στα κενά των τραγουδιών που μοιραστήκαμε
Κλώτσησα τις αντιστάσεις σου
Χτύπησα το κεφάλι μου πάνω στην άρνησή σου
Το αίμα απ’τα δάχτυλά μου έφτιαξε λίμνες στις ουλές σου
Δοκίμασα να ξεγελάσω την πλάτη σου
Έφτυσα φωνήεντα αγάπης
Έκλεισα τις προσδοκίες μου σε μωβ κουτιά
Στόλισα τα νεκρά δάκρυά μου με κορδέλες
Δοκίμασα τα πάντα...

(τι άλλο ήθελες πες μου τι άλλο ήθελες ακόμα)

Δοκίμασα να σε δελεάσω με καλοστημένες παρορμήσεις
Να σπάσω με τα ουρλιαχτά μου το κόκκαλο της κλείδας σου
Διεκδίκησα τα χαμένα σου ταξίδια
Ανέμισα μια λευκή σημαία πάνω απ’τη σκληρότητά σου
Έκανα έρωτα στην ψεύτικη απάθειά σου
Δοκίμασα να καταπιώ τα μεθυσμένα ακροβατικά σου
Ξέρασα τα άχρηστα δώρα σου
Ικέτεψα τα μάτια σου να μικρύνουν για να μη με τυφλώνουν
Έδωσα όνομα στ’αγέννητα παιδιά σου
Δοκίμασα τα πάντα...

(τι άλλο ήθελες πια τι άλλο θα έφτανε)

Δοκίμασα να αντιστρέψω τους φόβους σου
Να εναντιωθώ στις μυστικές συνωμοσίες της ειλικρίνιάς σου
Εκβίασα τα απομεινάρια της ανθρωπιάς σου
Έβαψα το πρόσωπό μου με ψεύτικες ελπίδες
Άρχισα να διαβάζω τα ίδια παραμύθια απ’την αρχή
Δοκίμασα να συνωμοτήσω εναντίον μου μαζί σου
Σ’άφησα να σκοτώσεις τους μάταιους χορούς μου
Συγχώρεσα τις εξωφρενικές ερωτικές εξομολογήσεις σου
Πάλεψα με τους μαστουρωμένους αγγέλους σου
Δοκίμασα τα πάντα...

(τι άλλο ήθελες τίποτα άλλο δεν έμεινε τίποτα)

Δοκίμασα να πεθάνω αλλά έζησα
Να σε παρατήσω με την κατασκευασμένη εικόνα μου
Στοίχειωσα τα κομμένα σου μαλλιά
Έστειλα τα τέρατα της ανιδιοτέλιάς μου να σε κυνηγήσουν
Καταράστηκα την αρρώστια της τελειότητάς σου
Δοκίμασα ν’αλλοιώσω την ακινησία της έκφρασής σου
Ξέχασα πως να μυρίζω οποιονδήποτε δεν είσαι εσύ
Σιχάθηκα την όψη μου όταν σε έβλεπα
Εξόρισα την αγάπη μου σε τόπους χωρίς θάλασσα
Δοκίμασα τα πάντα...

(τι άλλο ήθελες τι άλλο πες μου και θα το κάνω)

Δοκίμασα να σε ξεπεράσω
Τα κατάφερα μα ούτε κι αυτό δε βοήθησε πολύ
Ζωγράφισα γύρω σου ένα πλαίσιο λοιπόν
Έκανα τέχνη όλες τις προσπάθειές μου
Έδωσα τίτλους στα απελπισμένα μου αντίο
Στόλισα με δόξα τους επιτηδευμένους θανάτους μας
Έμαθα να μην αναρωτιέμαι αν πέρασα το τεστ
Δοκίμασα να ελπίζω να ξεχάσω
Μα πες μου, σε παρακαλώ πες μου
Τι άλλο ήθελες;

(συγνώμη ξέχασα δεν ήθελες τίποτα)

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

This just in

(για τον φίλο μου τον Δ.)


Aκούγομαι;

Δεν ξέρω αν ακούγομαι καλά. Σας καλώ από το αεροπλάνο. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε γύρω στα τριάντα χιλιάδες πόδια πάνω απ'το έδαφος. Έτσι για τα πρακτικά, ο καιρός εδώ πάνω είναι πικρός με περιοδικές καταιγίδες οργής.

Δεν πήρα να σας πω τίποτα σημαντικό.

Μόνο ότι ξέρω το μεγάλο αστείο, και πιστέψτε με, έχουμε όλοι το ίδιο punchline. Το μέλλον μπορεί ν'αλλάξει οποιαδήποτε στιγμή και να γίνει απο υπόσχεση, απειλή. Η ελπίδα είναι απλά μια φάση και πρέπει να ξεπερνιέται σαν τέτοια. Μην προσπαθείτε να λύσετε τα προβλήματά σας. Χωρίς προβλήματα θα μείνετε μόνοι και αντιμέτωποι με το μεγάλο άγνωστο. Κανείς δεν το θέλει αυτό. Όμως ο,τι κι αν κάνετε, να μην είστε ποτέ βαρετοί. Ο Θεός πλήττει και μας σκοτώνει όταν γινόμαστε βαρετοί. Βρείτε τι είναι αυτό που φοβάστε πιο πολύ και πηγαίνετε να μετακομίσετε εκεί μέσα. Όσο δύσκολο είναι να ξεχάσεις τον πόνο, τόσο δυσκολότερο είναι να θυμηθείς τη χαρά. Η ευτυχία δεν μας αφήνει ουλές. Μαθαίνουμε τόσα λίγα απ'τη γαλήνη. Ευτυχώς, γιατί δεν ήθελα να πεθάνω χωρίς σημάδια.

Για τα πρακτικά, ο καιρός εδώ είναι ανήσυχος με σπαρωδικές κραυγές τρόμου.

Ο πιλότος μας λέει οτι όπου να'ναι θα πέσουμε. Ήθελα να σας πω δυο τρία πράγματα για μένα.

Τίποτα επάνω μου δεν είναι αυθεντικό. Είμαι οι συντονισμένες προσπάθειες όλων όσων γνώρισα ποτέ. Όλων όσων διάβασα, όλων όσων είδα. Τα πάντα μου έχουν κληρονομηθεί. Γι'αυτό μου άρεσαν πάντα μόνο εκείνοι οι άνθρωποι που καταβρόχθιζαν την προσοχή μου. Δεν έγραφα ποτέ για να επηρεάσω με οποιονδήποτε τρόπο την πραγματικότητα. Έγραφα πάντα για να υποστηρίξω τη δική μου εκδοχή της. Όσα δεν καταλάβαινα, τα έκανα να σημαίνουν ο,τι ήθελα εγώ. Σ'ένα κόσμο όπου όλοι λένε ψέμματα, ήθελα να δω τις λέξεις να παίρνουν την εξουσία για λίγο. Οι λέξεις να γίνουν το νέο νόμισμα. Κι αγάπησα όλους τους άντρες που ξύπνησα μαζί τους, γι'αυτό τελευταία κοιμόμουν πάντα μόνη μου. Μερικές απ'τις καλύτερες στιγμές μου, τις πέρασα με φίλους περιμένοντας μια πίτσα. Ακούγαμε τα παιδιά να παίζουν απο κάτω και επαναλαμβάναμε ό,τι έλεγαν. "Να φας σκατά με κρεμμύδια και φράουλες". Γελούσαμε. Απλά πράγματα.

Για τα πρακτικά, ο καιρός εδώ είναι ήρεμος και ηλιόλουστος, μα ο αέρας είναι γεμάτος μαλακίες. Νομίζω πως δεν έχω πολύ χρόνο.

Ήθελα να πω κάτι τελευταίο, το μόνο σημαντικό.

Θα μ...



Inspired by Chuck Palahniuk's Survivor