is touching yourself worth an eternity in hell?

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Origin of love

When the earth was still flat and the clouds made of fire,
And mountains stretched up to the sky, sometimes higher
Folks roamed the earth like big rolling kegs,
they had two sets of arms, they had two sets of legs,
they had two faces peering out of one giant head
so they could watch all around them as they talked, while they read
and they never knew nothing of love
It was before the origin of love

Now, there were three sexes then, one that looked like two men
glued up back to back, called the children of the sun.
And similar in shape and girth were the children of the earth,
they looked like two girls rolled up in one
But the children of the moon
were like a fork shoved on a spoon
They were part sun, part earth, part daughter, part son

Then the gods grew quite scare of our strength and defiance
and Thor said, "I'm gonna kill them all with my hammer, like I killed the giants."
And Zeus said, "No, you better let me use my lightening, like scissors,
like I cut the legs off the whales and dinosaurs into lizards."
Then he grabbed up some bolts and he let out a laugh,
said, "I'll split them right down the middle, gonna cut them right up in half."
And then storm clouds gathered above into great balls of fire...

And then fire shot down from the sky in bolts
Like shining blades of a knife
and it ripped right through the flesh
of the children of the sun and the moon and the earth
and some Indian god sewed the wound up into a hole,
pulled it round to our belly to remind us of the price we pay
and Osiris and the gods of the Nile, gathered up a big storm
to blow a hurricane, to scatter us away,
in a flood of wind and rain and a sea of tidal waves,
to wash us all away, and if we don't behave
they'll cut us down again
and we'll be hopping round on one foot, looking through one eye

Last time I saw you, we had just split in two
You were looking at me, I was looking at you
You had a way so familiar, but I could not recognize,
cause you had blood on your face, I had blood in my eyes
But I could swear by your expression, that the pain down in your soul
was the same as the one down in mine

That's the pain, cuts a straight line down through the heart
We called it love...

So we wrapped our arms around each other,
Trying to shove ourselves back together,
We were making love

It was a cold dark evening such a long time ago,
when by the mighty hand of Jove
It was a sad story of how we became lonely two-legged creatures,
It's the story of the origin of love

Τρίτη 26 Απριλίου 2011

Entry #11

Λοιπόν, έχουμε και λέμε.

Είναι μια ντουλάπα, οκ; Μια μεγάλη ντουλάπα, όχι απ'αυτές τις καινούριες τις εντοιχισμένες τις λείες στην αφή, αλλά απ'τις παλιές, τις φτιαγμένες απο σκούρο ξύλο με σκουριασμένα μπρούτζινα χερούλια που στηρίζονται πάνω σε τέσσερα ποδαράκια σγουρά σαν περισπωμένες. Απ'αυτές που βρίσκεις σε παλιά εξοχικά σπίτια και σε παλιατζίδικα. Μια ντουλάπα φύλακας ονείρων με χαμένα τα κλειδιά για όλες τις πόρτες της, που δεν ήταν ποτέ σετ κανενός επίπλου. Κι αυτή η ντουλάπα, έχει πάρει φωτιά. 


Ψιτ, φωτιά λέω. Φωτιά, όλοι έξω και τα συναφή.


Μα δεν καταλαβαίνω, πως μπορείς να είσαι τόσο ψύχραιμος; Πως με κοιτάς λες και δεν καταλαβαίνεις; Φωτιά λέω. Οι άνθρωποι συνήθως κινητοποιούνται μπροστά σ'αυτή τη λέξη. Υποτίθεται πως πρέπει κάτι να κάνεις. Να σώσεις από μέσα ο,τι προλαβαίνεις. 

Πρώτα φυσικά θα βγουν τα γυναικόπαιδα. Ύστερα θα το εκτιμούσα πολύ αν μπορούσες να περισώσεις τα διαλυμένα μου παπούτσια, αυτά τα κόκκινα που διασκορπίζονται κομμάτι κομμάτι έξω απ'την πόρτα σου, καθώς και, το κοστούμι του μπάτλερ του κήπου, το κουμπί που χαμηλώνει την ένταση της πραγματικότητας, ένα λυχνάρι που του'χει ξεμείνει μια τελευταία απραγματοποίητη ευχή, μια χαμένη φόρμα για κέικ, ένα λιβάδι αμάδητες μαργαρίτες, μισή κουταλιά φεγγάρι, μια πέννα για τις σκέψεις σου, ένα τρελαμένο σαξόφωνο, η απάντηση "καλά μωρέ"σε κάθε "τι κάνεις", εφτά στριμμένα τσιγάρα, ένα μέντιουμ με 20 χρόνια προϋπηρεσία σε απραγματοποίητους έρωτες, το σιρόπι γι'αυτόν τον επίμονο αλλεργικό μου βήχα, ένα μπουκάλι δάκρυα που έτρεξαν πίσω απο ροζ γυαλιά, και τον μπαλντά που έκοψε ένα κεφάλι στα δυο για χάρη μου. Ε, και στο τέλος, αν προλαβαίνεις, μπορείς να σώσεις κι εμένα. 

Προλαβαίνεις...;


Άστο. Θα πούμε πως έκανες ο,τι καλύτερο μπορούσες

κι η πλάκα είναι ότι θα το πιστεύουμε κιολας.

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Xωρίς λόγιa


MayDay

O κύριος Κορτιζόλ κρέμασε βιαστικά το παλτό του δίπλα στην πόρτα και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του. Στάθηκε δίπλα στο τεράστιο γυάλινο παράθυρο κι έριξε μια γρήγορη ματιά απ’έξω. Όλα φαίνονταν να δουλεύουν ρολόι εκείνο το πρωί στο εργοστάσιο. Ο κύριος Κορτιζόλ είχε αναλάβει τη διοίκηση του Τμήματος Άγχους εδώ και ένα περίπου χρόνο, και μπορούσε πλέον να κομπάσει με περηφάνια για την άψογη λειτουργία τoυ κάτω απ’το άγρυπνο μυωπικό μάτι της διοίκησης του. Αλλά σήμερα ήταν μια καινούρια μέρα και κάθε καινούρια μέρα ήταν ένας νέος αγώνας για ισορροπία και σταθερότητα. Αυτό ήταν το μόττο του κυρίου Κορτιζόλ, και η εκπλήρωσή του ήταν σκληρή δουλειά.

«Μις Ανδρεναλίνη,» επίταξε αυστηρά ο κύριος Κορτιζόλ πατώντας το κουμπί της ενδοεπικοινωνίας στο υπερσύγχρονο τηλέφωνό του, «ακυρώστε παρακαλώ όλα τα ραντεβού μου για σήμερα. Έχω μείνει λίγο πίσω με το πεηπεργουορκ, και πρέπει να είμαστε έτοιμοι για την μηνιαία επιθεώρηση των Ενδοκρινών...»

«Συγνώμη κύριε Διευθυντά», τον διέκοψε χωρίς να το συνηθίζει η μις Ανδρεναλίνη, «αλλά είναι ένας κύριος στο χωλ που επιμένει να σας δει..

Ο κύριος Κορτιζόλ έσμιξε τα φρύδια του και έγνεψε αποτρεπτικά με το χέρι του. «Πες του οτι είμαι απασχολημένος σήμερα, ας κάνει μια αίτηση για ραντεβού μέσα στην επόμενη εβδομάδα...»

«Λέει οτι ονομάζεται Μεντρόλ...» τον διέκοψε και πάλι η φωνή της γραμματέως του.

Ο κύριος Κορτιζόλ έκανε ένα βήμα πίσω και κοίταξε το τηλέφωνο σαν να είχε μόλις ξεράσει καρφιά από το ακουστικό του. Τι να θέλει τώρα αυτός ο απερίσκεπτος τυχοδιώκτης, σκέφτηκε. Ένας Θεός ήξερε ποιος του είχε δώσει τέτοια θέση ισχύος σ’αυτή την επιχείρηση. «Πείτε του να περάσει,», απάντησε ο κύριος Κορτιζόλ προς την κατεύθυνση του τηλεφώνου, «και, μις Ανδρεναλίνη... να μην μας ενοχλήσει κανείς παρακαλώ».

Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ εισέβαλλε στο γραφείο με το μακρύ δερμάτινο σακάκι του ν’ανεμίζει ελαφριά στο δροσερό αεράκι ενός νικητή. «Χευ, παλιόφιλε», φώναξε με έναν νωχελικό ενθουσιασμό και τράβηξε το τσιγάρο που είχε στερεωμένο στο δεξί του αυτί.

«Λυπάμαι, δεν μπορείς να καπνίσεις εδώ Μαξ...» ξεκίνησε να λέει ο κύριος Κορτιζόλ, όταν ένα σφύριγμα τον διέκοψε.

«Γουαου, ωραίο γραφείο μάγκα μου», μουρμούρισε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ καθώς άναβε το τσιγάρο του. «Ρετιρέ και με τα όλα του. Εμείς εκεί στο υπόγειο είμαστε κάπως πιο στριμωχτά, αλλά ξέρεις τώρα. Κάποιος πρέπει να κάνει τις βρωμοδουλειές σας εκεί στα μπουντρούμια». Πήρε μια γερή και φαινομενικά απολαυστική ρουφηξιά από το τσιγάρο του και χαμογέλασε πλατιά. «Αλλά τουλάχιστον εμείς μπορούμε να καπνίζουμε».

«Θες να μου πεις τι σε έφερε ως εδώ αυτό το μέχρι πρότινος γαλήνιο πρωινό, Μαξ;» αποκρίθηκε σοβαρά ο κύριος Κορτιζόλ.

«Τάξε μου!» φώναξε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ και στρογγυλοκάθησε ζωηρά στην πολυθρόνα του κυρίου Κορτιζόλ. «Δεν θα πιστέψεις τι νέα σου φέρνω από τις αποθήκες ορμονών, Κορτι παλιόφιλε, θα ξετρελαθείς!».

«Αντίθετα με σένα, είμαι πολύ απασχολημένος για να παίζω παιχνίδια Μαξ», απάντησε ξεψυχισμένα ο κύριος Κορτιζόλ, «θα ήθελες να συντομεύεις σε παρακαλώ;»

Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ έκανε μια στροφή με την καρέκλα και φρέναρε απότομα με το πόδι του στην κατάλληλη θέση για να κοιτάξει τον συνομιλητή του αντικρυστά. Μια σοβαρή έκφραση πέτρωσε για λίγα δευτερόλεπτα στο πρόσωπό του, κι ύστερα εξερράγη σ’ένα άγριο χαμόγελο. «Μου κάνει εντύπωση που δεν το παρατήρησες ήδη, Κόρτι παλιόφιλε, από όλη αυτή την ξαφνική κινητικότητα των φερομονών. Η διαρροή ενέργειας των φωτωνίων έχει αυξηθεί κατακόρυφα κι έχουν ανακληθεί όλοι οι νευροδιαβιβαστές από τις άδειές τους, έχει βουήξει ο τόπος, κι αν θες να ξέρεις αυτή τη στιγμή χάνω το ξέφρενο πάρτυ στους υποθαλάμους για να’ρθω μέχρι εδώ να σου πω τα νέα».

Ο κύριος Κορτιζόλ ίσιωσε ασυναίσθητα τη γραβάτα του και ξεροκατάπιε. «Ω Θεέ μου», ξεφύσηξε εξαντλημένα, «όχι πάλι...»

«Έλα τώρα, Κόρτι παλιόφιλε, είσαι υπερβολικός», γέλασε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ, και το γέλιο του αμέσως μετατράπηκε σ’ένα σύντομο ξερόβηχα. «Δώσε λίγο κρέντιτ στο καημένο το κορίτσι, είχε ν’αναστατωθεί έτσι από την αιματοβαμμένη Επανάσταση του Λεμφικού Συστήματος πέρσι τέτοια εποχή».

«Και τι δηλαδή, κάθε χρόνο αυτή η δουλειά θα γίνεται;» αναφώνησε αγχωμένα ο κύριος Κορτιζόλ κι άρχισε να παραπαίει γύρω απ’το γραφείο του, συγκεντρώνοντας ό,τι πίνακες και διαγράμματα έβρισκε μπροστά του με κοφτές σπασμωδικές κινήσεις. «Πρέπει να το προλάβουμε, αυτή τη φορά πρέπει να το προλάβουμε,» μουρμούρισε μαζεύοντας χαρτιά στην αγκαλιά του, «θα δουλέψουμε όλοι υπερωρίες, θα προσλάβουμε και αρκετά βιοπανομοιότυπα οιστρογόνα για να εξισορροπήσουμε πάλι τα ορμονικά επίπεδα, αρκεί να έχουμε στοκ στις αποθήκες βιταμινών Α και D και θα μπορέσουμε να....»

«Ω, είναι πολύ αργά γι’αυτά, παλιόφιλε», αποκρίθηκε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ πετώντας το μισοτελειωμένο του τσιγάρο στο πάτωμα. «Μετά τη μαζική απόδραση των ντοπαμινών επικρατεί χάος εκεί έξω. Κάθε πρωτείνη έχει αρματωθεί κι από ένα NGF κι έχει ξεχυθεί στους δρόμους. Θα γίνει πατιρντί, γι’αυτό σου λέω, άσε το κορίτσι να γλεντήσει και ρίξτο κι εσύ λίγο έξω. Έλα μαζί μου στο πάρτυ! Απ’ότι ακούγεται έχουν και τεκίλες και μπάφους κι απ’όλα.»

Ο κύριος Κορτιζόλ αναρρίγησε κι έτριψε τα μάτια του κάτω απ’τα γυαλιά του. «Μα πως μπορείς κι είσαι τόσο ήρεμος;; Δεν θυμάσαι τι έγινε την τελευταία φορά; Είδαμε και πάθαμε να συνεφέρουμε τα ζωτικά επίπεδα στις αρχικές τιμές τους. Επικρατούσε χάος! Έπρεπε να επισκευάσουμε τα πάντα μετά τον βανδαλισμό των σεροτονινών, κι όλοι ήταν εντελώς αποδιοργανωμένοι». Ξερόβηξε και χαμήλωσε ντροπαλά τον τόνο της φωνής του. «Η μις Ανδρεναλίνη κυκλοφορούσε για μια ολόκληρη εβδομάδα φορώντας μόνο το σουτιέν της» ψιθύρισε.

Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ αποτέλειωσε με τη μύτη του παπουτσιού του την γόπα του και ξεκίνησε να την εγκαταλείπει σαν χρησιμοποιημένη ερωμένη, γελώντας δυνατά. «Απλά φοβάσαι την αλλαγή, Κόρτι παλιόφιλε», φώναξε καθώς γύριζε την πλάτη του και κατευθυνόταν προς την πόρτα, «δεν είναι κακό όλοι τη φοβόμαστε. Γι’αυτό άλλωστε καπνίζουμε τόσο». Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ σταμάτησε στην πόρτα και έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από την τσέπη του παλτού του. «Σι γιου αράουντ Κόρτι παλιόφιλε», απήγγειλε χολιγουντιανά κι εξαφανίστηκε στο διάδρομο.

Ο κύριος Κορτιζόλ απέμεινε να κοιτάζει την πόρτα φορώντας μια αγκαλιά χαρτιά κι ένα απελπισμένο βλέμμα. Πλησίασε το γραφείο του και κάθισε, απλώνοντας μπροστά του τον πάκο με τα χαρτιά. Άρχισε να τακτοποιεί μερικά απ’αυτά, όταν ξαφνικά η συνεπακόλουθη παραίτηση μπροστά στο αναπόφευκτο, τον έσπρωξε να γείρει πίσω στην καρέκλα. Ξέσφιξε λίγο τη γραβάτα του και αναστέναξε. Ήξερε πως δεν μπορούσε πια να κάνει τίποτα εδώ, αλλά όχι να πάει και στο πάρτι να ζητωκραυγάσει υπέρ αυτής της ανωμαλίας. Αυτό θα ήταν εξωφρενικό!

Αν και αυτό το πάρτυ θα ήταν μια καλή αφορμή να ζητήσει από την μις Ανδρεναλίνη εκείνο το ραντεβού που τόσα χρόνια δεν τολμάει...

Tην κoυρτίνα δύo

όχι, δεν έχω όρεξη για χορό απόψε, έχω τριών ειδών μουσικές μέσα στον οργανισμό μου αυτή τη στιγμή και καμία δε γιατρεύει αυτό το μυρμήγκιασμα που σκαρφαλώνει παχύ κι εμετικό στο σβέρκο μου κι ανάμεσα στα πόδια μου κάθε φορά που με χαϊδεύεις, και δεν είναι οτι δε μ’αρέσει, είναι που δεν έχω πια αναστεναγμούς στο αλφάβητό μου και καμιά αντωνυμία δεν μου κάνει για να σε περιγράψω κι εσύ φυσικά δεν καταλαβαίνεις απ’αυτά κι όταν προσπαθώ να σου εξηγήσω αρχίζω να μιλάω μ’αυτή τη φωνή που σιχαίνομαι, τη φωνή «σετ αντικολλητικών κατσαρολικών», ξέρεις, όπως σ’εκείνα τα τηλεπαιχνίδια, όλοι αυτοί που διαλέγουν τη λάθος κουρτίνα, όταν βλέπουν τι κέρδισαν μιλάνε μ’αυτό το δήθεν ενθουσιώδες γρύλισμα, «α... είναι ένα σετ αντικολλητικών κατσαρολικών... ω, ευχαριστώ, χρειαζόμουν ένα...» όχι, δεν μίλησα, δεν είπα τίποτα, ιδέα σου ήταν, μη με ξεσυνερίζεσαι όταν είμαι έτσι, κάνε με να γελάω μόνο λίγο αν θες κι εγώ υπόσχομαι ό,τι υγρό τρέχει απ’το σώμα μου να το φυλάω στο ψυγείο για όταν θα ξανάρθεις κι ας φοβάμαι πως είσαι το αντικολλητικό μου τηγάνι κι ας ξέρω πως κάποια στιγμή θα πρέπει να σε πετάξω στη φωτιά για να δω τι πιάνεις τελικά, αλλά θα προτιμούσα αντί για αντικολλητικός να ήσουν αντιβιοτικός κι αντιανεμικός να μην αρρώσταινα ποτέ γιατί όταν αρρωσταίνω χύνομαι πάνω στις ανάγκες μου και ξέρεις εγώ έζησα τόσο καιρό χωρίς ανάγκες που έχω ξεχάσει πια να χρειάζομαι, γι’αυτό σου λέω, μη γίνεις απαραίτητος, μην μου επισκευάσεις τίποτα για να’χω ένα λόγο να σε φωνάζω να ξανάρχεσαι, και όχι, δεν θέλω να καπνίσω άλλο, σταμάτα να μου στρίβεις τσιγάρα, δεν θέλω να καταλάβεις τίποτα ούτε να με φιλήσεις πια γιατί θα πρέπει να ψηλώσεις εξήντα πόντους και δώδεκα χρόνια για να το κάνεις κι εξάλλου αν είχα ένα δολάριο για κάθε πρώτο φιλί που μου χρωστάνε τώρα θα’χα αγοράσει όλη τη Μικρή Άρκτο και δεν είναι εποχές αυτές για επενδύσεις μωρό μου γι’αυτό άσε το στρώμα μου να ξεφουσκώνει κάθε βράδυ κι εγώ θα ψάχνω την τρύπα κάθε πρωί ψηλαφίζοντας με τα δάχτυλά μου ανάμεσα στα πόδια μου ω είναι ένα σετ αντικολλητικών κατσαρολικών ψηλαφίζοντας με τα δάχτυλά μου ανάμεσα στα πόδια μου ω ναι ναι ναι ναι είναι ένα σετ αντικολλητικών κατσαρολικών ω θεε μου ναι χρειαζόμουν ένα


Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Soltanto Te



«Eλα μαζί μου. Θα χτίσω μια γέφυρα από μαργαριτάρια και ιδρώτα να την απλώσω στα πόδια σου. Θα σου προσφέρω την ασημένια νύχτα  για να βάψεις τα μάτια σου και θα σφάξω τον βασιλιά των λύκων για να σε ντύσω με το δέρμα του. Θα σε διδάξω πως ν’αναστενάζεις χωρίς να κάνεις ερωτήσεις, και θα σε μάθω να ξεχνάς τους αριθμούς για να μην μπορείς να μετράς τον χαμένο χρόνο.  Κάθε φορά που θα κλαις, θα κάνω να βρέχει σε τόπους όπου τίποτα δεν φύτρωσε ποτέ. Κάθε φορά που θα γελάς, θα σου φέρνω σβησμένα ηφαίστεια να δανείζονται φωτιά απ’τα μαλλιά σου. Θα φτιάξω μια γλώσσα που θα τη μιλάνε μόνο όσοι δεν σε γνώρισαν ακόμα, για να σε φωνάζουν να’ρθεις. Θα σου μιλάω σαν κατάδικος εραστής που του δόθηκε χάρη ένα λεπτό πριν την εκτέλεση. Θα σ’αγκαλιάζω σαν κόκκινη έκρηξη μπογιάς στον πίνακα ενός ξάστερου ουρανού. Η σκιά μου θα σου δροσίζει τους κροτάφους κι η σιωπή μου θα σου χαϊδεύει το μέτωπο. Θα σε σκεπάσω με το νανούρισμα ενός τρελού και θα εξοντώνω τους λυγμούς των πιο στενάχωρων τραγουδιών καθώς θα σε φιλάω, και με το φιλί μου αυτό καμιά αρρώστια και συμφορά δεν θα σε ξαναβρεί. Και θα’μαστε εσύ κι εγώ, βασιλιάς και βασίλισσα μιας αρκτικής ημέρας που θ’ανατέλλει μισοκοιμισμένη σε μια χώρα που θα’χει τ’όνομά σου. Έλα μαζί μου. Σου υπόσχομαι, δεν θα’ναι δύσκολο.»


«Θα πονέσει;» ρώτησε η κοπέλα το άγαλμα, που στεκόταν φεγγαρολουσμένο στη μέση της πλατείας.

«Καθόλου. Το μόνο που θα πρέπει να κάνεις είναι να μείνεις πάρα πολύ ακίνητη.»


Η κοπέλα πλησίασε το βάθρο του αγάλματος κι ακούμπησε τα χέρια της επάνω του. Έσπρωξε τον κορμό της προς τα πάνω και σύρθηκε με τους αγκώνες στη βάση του. Ύστερα στριφογύρισε, ίσιωσε το κορμί της, και βρέθηκε καθισμένη στα πόδια του. Πέρασε το χέρι της γύρω απ’το δεξί του μηρό κι έγειρε επάνω στο πέτρινο γόνατό του. Έκλεισε τα μάτια της κι έτριψε αφηρημένα τις λερωμένες της πατούσες πάνω στο λευκό μάρμαρο.


«Και τώρα;» ρώτησε η κοπέλα το άγαλμα, κι από κάπου μακριά η νύχτα ακούστηκε ν’αποχωρεί μεθυσμένη απ’τη γιορτή.

«Τώρα περιμένουμε. Δεν ξέρω τι ακριβώς, ίσως τη γη να τελειώσει το σαγηνευτικό λίκνισμά της γύρω απ’τον ήλιο. Ίσως έναν δεσμώτη θεό να δώσει στην πέτρα το δώρο της ζωής, ή μπορεί και τα θηρία να ξυπνήσουν αναζωογονημένα απ’τη νάρκη τους και να’ναι έτοιμα να μας υποδεχτούν. Δεν έχει σημασία. Απλά περιμένουμε.»


Κι έτσι κι έγινε. Η κοπέλα περίμενε με τα μάτια κλειστά, περίμενε όμορφα και απαλά, όπως τα παιδιά περιμένουν τα καλοκαίρια, όπως οι λέξεις περιμένουν τα κενά να τις ολοκληρώσουν. Περίμενε, κι ο αέρας σιγά σιγά γινόταν πιο παχύρευστος και το αίμα που έτρεχε στις φλέβες της πιο γκρίζο και οι ήχοι όλοι ακούγονταν σαν βροχή που χτυπάει πάνω σε πλακάκια για να χειροκροτήσει την ακινησία τους. Κι έγινε κι αυτή, η ίδια, ακίνητη και πέτρινη, και οι εποχές άρχισαν να εξαφανίζονται. Ο κόσμος γλιστρούσε σαν σταγόνα πάνω στην κοιλιά του χρόνου, μέχρι που στέγνωσε μαζί με τις θάλασσες του και διαλύθηκε μέσα στον αφαλό του σύμπαντος, κι εκείνη ακόμα περίμενε. Δεν άκουγε πια τη φωνή του αγάλματος, αλλά δεν είχε σημασία γιατί δεν ήταν σίγουρη αν την είχε στ’αλήθεια ακούσει ποτέ. Περίμενε μέχρι που ξέχασε ποιά ήταν και γιατί βρισκόταν εκεί.

Κι ύστερα, χωρίς να θυμάται πια τι περιμένει, άνοιξε βαριά τα μάτια της και κούνησε τα δάχτυλα του χεριού της. Κι έτσι απλά,  ήταν πάλι ζεστή και σάρκινη και αφεντικό των πέντε της αισθήσεων. Κοίταξε γύρω της και δεν κατάφερε ν'αναγνωρίσει ούτε τόπο ούτε χρόνο, ούτε σχήματα ούτε αντικείμενα, ούτε θερμοκρασίες ούτε μυρωδιές, κι έσκυψε το κεφάλι της μπερδεμένη και τρωτή. Μα όταν είδε τις πατούσες της, σκονισμένες και περικυκλωμένες απο γκρίζους πέτρινους σβώλους χώματος, τότε τα κατάλαβε όλα, τ'αναγνώρισε όλα. Κι έτσι απλά, σκούπισε με το πόδι της το χώμα άπ'το βάθρο, κι αυτό από πέτρινο έγινε πάλι νωπό κι ελαφρύ κι έπεσε στο έδαφος μ’ένα σάλτο ευγνωμοσύνης, και το μάρμαρο έλαμψε κατάλευκο στον ήλιο. Ύστερα η κοπέλα ένιωσε τα μάτια της να υγραίνονται απ’τον άνεμο και τα ξανάκλεισε ευχαριστημένη. Έσφιξε τα χέρια της περισσότερο γύρω απ’το πόδι του αγάλματος και ακούμπησε πάλι το κεφάλι της στο γόνατό του. Η σκιά του της δρόσισε τους κροτάφους και η σιωπή του της χάιδεψε το μέτωπο, μέχρι που το αίμα της έγινε πάλι γκρίζο και η επιδερμίδα της πέτρινη. Και δεν περίμενε πια για τίποτα.

Κι όλα ήταν όπως έπρεπε.  

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Πokετ Nταηαλ

H μέρα που θα μπορέσω να κοιτάξω τα γυάλινα μάτια σου χωρίς να ντραπώ, θα είναι κι η μέρα που θα σταματήσω να μεταμορφώνομαι σε κατσαρίδα για να σε κατασκοπεύω πίσω απ'τα πλακάκια του μπάνιου σου. Τη μέρα εκείνη, στο υπόσχομαι, θα σε ξεστοιχιώσω όπως με ξεστοίχιωσες κι εσύ και θα φύγω. Θα βγάλω μια περιουσία κάνοντας το δικηγόρο του "γιατί όχι" στη δίκη εναντίον του "τι θα γινόταν αν", και θα παρω σύνταξη στη Νότιο Αμερική να φυτεύω πατάτες. 

Αλλά τι θα κάνεις μετά χωρίς εμένα να σου γλύφω τα σαπούνια στα κρυφά;

Nothere



Ξέρω γιατί ήρθες εδώ. Ξέρω τι θέλεις. Έρχεσαι πάντα κάτι μέρες σαν κι αυτή, που δεν αντέχω τη γαμημένη την επίκτητη υπεροχή μου, και ρίχνω καπνό στα βλέφαρά μου να βαρύνουν να μη βλέπω τον θαυμασμό κανενός. Ν’αποζητάω μόνο τον δικό σου. Να σου λέω αυτά που θες ν’ακούς. Κάτι τέτοιες μέρες, το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι η σχετικότητα της ύλης, και το πόσο μόνος πρέπει να νιώθει ένας οδηγός φορτηγού στην εθνική όταν ανατέλλει ο ήλιος. Κι εσύ έρχεσαι εδώ και θέλεις να σου πω. Τι θέλεις ν’ακούσεις;

Θες να σου πω για την γάτα που κουρνιάζει κάτω απ’τα ντεκς όποτε παίζω μουσική; Μου χτυπάει το τζάμι η σιχαμένη και μου νιαουρίζει χυδαία ότι κρυώνει. Κι εγώ τη βάζω μέσα στα κρυφά. Μα το θεό δεν έχω ιδέα γιατί το κάνω αυτό.

Θες να σου πω για την κουζίνα μου που τη νιώθω δική μου μόνο όταν μαγειρεύω για κάποιον άλλον; Θες να σου πω για τις Δευτέρες που δεν βγαίνω ποτέ απ’το σπίτι για ν’ακούσω μια εκπομπή στο ραδιόφωνο; Για τ’αθλητικά μου παπούτσια, που μου απαγόρευσαν να φοράω στην πρωινή δουλειά, και τώρα κάθονται πικρόχολα στη γωνιά με τα κορδόνια τους λυτά και με χλευάζουν; Για τους ανθρώπους, που τους βαριέμαι λίγο αλλά τους αγαπάω με μια μεσσιακή έννοια;

Όχι, φυσικά δεν θέλεις ν’ακούσεις αυτά. Δεν ήρθες εδώ γι’αυτά. Εσύ θες να σου πω για καλογυαλισμένες συντριβές και ετεροχρονισμένα ανταλλακτικά. Θέλεις φόβο και πάθος, θες σοφιστίες του ενός κεριού και αποφθέγματα σαπίλας. Θες ιστορίες.

Ξέρεις εγώ, έχω πολλές ιστορίες. Αλλά είναι όλες σαν φιλμ νουαρ. Παλιές, ασπρόμαυρες, και τόσο ποζέρικες που δεν μπορείς παρά να τις λατρεύεις στα κρυφά. Έλα, παραδέξου το. Θέλεις κι εσύ το Άρλεκιν σου.  

Θες να σου πω για κείνη τη φίλη που είχα που μου έκανε συνέχεια τράκα παρόλο που δεν κάπνιζε. Ποτέ δεν τα άναβε ρε πούστη. Πάντα τα κρατούσε, τα στριφογύριζε, μα ποτέ δεν τα άναβε. Με τρέλαινε αυτό το πράγμα. Και δεν ήταν επειδή είχε μόλις κοιμηθεί με τον γκόμενό μου. Απλά κάποιος έπρεπε να πληρώσει γι’αυτά τα τσιγάρα τελοσπάντων.

Θες να σου πω για τότε που ερωτεύτηκα το φάντασμα που με στοίχειωνε, και πόσο μου στοίχιζε που ήταν άϋλο και δεν μπορούσα να το αγκαλιάσω. Θες να σου πω που είδα στον ύπνο μου ότι τα’χα λέει με το Χριστό, και καθόμουν μαζί του από συνήθεια, επειδή τον είχα ακόμα ανάγκη παρόλο που δεν πίστευα πια σ’αυτόν. Θες να σου εξιστορήσω πως οι άνθρωποι, μερικές φορές, αγαπούν κάποιον πολύ, γιατί έχουν πριν αγαπήσει πολύ κάποιον άλλον, και γιατί αυτό είναι η μεγαλύτερη συμπαντική αλήθεια. Θες να σου αραδιάσω ό,τι δυστύχημα έχω εύκαιρο και να του κάνω λίγο γλυκό έρωτα πάνω στο παχύ χαλί μιας πόρνης που ζητάει πάντα λίγα παραπάνω απ’όσα έχεις στο πορτοφόλι σου μόνο για να σε δει να ιδρώνεις, και που κάποιοι την φωνάζουν συνωμοτικά και «τέχνη». Κι εγώ θα το κάνω αυτό για σένα, θα στο αμπαλάρω κιόλας να το πάρεις για το δρόμο. Θα σου πω ό,τι θες ν’ακούσεις, άλλα πες μου και συ κάτι.

Πες μου ποιος είσαι και γιατί σου γράφω συνέχεια. Πες μου το αληθινό σου όνομα, για να μην σ’αποκαλώ πια β’ενικό, να σ’αποκαλώ κάτι καινούριο, μια νέα λέξη που δεν εφευρέθηκε ακόμα και θα την καταλαβαίνεις μόνο εσύ. Πες μου γιατί δεν μου μιλάς ποτέ, και πες μου πως γίνεται και μπορώ να ψυχανεμιστώ κάθε μια από τις μικρές επιθυμίες για λήθη που σ’αιφνιδιάζουν όταν πέφτεις στο κρεβάτι σου στο τέλος μιας πολύ κουραστικής ημέρας. Πες μου που σκατά είσαι τελοσπάντων και ποια θεομηνία σ’έχει εμποδίσει απ’το να έρθεις τόσα χρόνια. Πες μου την πιο αισιόδοξη λαϊκή σοφία σα να την εννοείς πραγματικά, κι εγώ θα την πιστέψω επειδή την είπες εσύ. Μόνο πες μου κάτι.  

Και σταμάτα πια να με κοιτάζεις έτσι.


Ναι, σε σένα μιλάω.


Έλα επιτέλους



ακόμα περιμένω

Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Entry #10


Aκούω τις σάλπιγγες. Παίζουν πανικόβλητες εκτός ρυθμού, και προστάζουν στην ατσάλινη γλώσσα τους για υποχώρηση.

Φυσικά, ήμουν έτοιμη γι’αυτές. Πάνω που κούμπωνα την πανοπλία μου. Τα μαλλιά μου μπλέκονται στην περικεφαλαία και προσπαθώ να τακτοποιήσω τις τρίχες που προεξέχουν με το πίσω μέρος της λαβής του σπαθιού μου. Πόσο μ’αρέσει αυτό το συναίσθημα, όταν γίνομαι μεταλλική και κουδουνίζω με κάθε βήμα, σαν κολάρο σκύλου που έμεινε καιρό χωρίς τη βόλτα του.

Βγαίνω απ’τη σκηνή και βλέπω τον επικεφαλής αξιωματικό της εξωτερικής φρουράς να με πλησιάζει χαμογελώντας πλατιά. Περνάει το χέρι του στον ώμο μου και περπατάμε μαζί. Γύρω μας ακούω περισσότερα αγχώδη και αχόρταγα κουδουνίσματα να μας προσπερνούν. Όλοι τρέχουν πέρα δώθε και δείχνουν φοβερά απασχολημένοι.

«Η πρωινή αναφορά από τους Πύργους, κυρία Στρατηγέ», μου χαμογελάει ο επικεφαλής. Πόσες φορές πρέπει να του πω ότι δεν είμαι κυρία, τον ρωτάω. «Μα αν δεν σας αποκαλούσα κυρία, δεν θα ήξερα πως να σας αποκαλώ, κυρία Στρατηγέ» μου χαμογελάει πάλι ο επικεφαλής. Έχει ένα δίκιο εδώ που τα λέμε, Δεσποινίδα Στρατηγέ πάει; Δεν πάει. «Τίποτα το ανησυχητικό», συνεχίζει να χαμογελάει ο επικεφαλής, «εντοπίσαμε δυο δράκους να πλησιάζουν τα ανατολικά τοίχη. Να διατάξω να τακτοποιηθεί με τις κλασσικές ασκήσεις ρουτίνας, αν συγχωρείτε την πρωτοβουλία μου;» Να κανονίσει με τον αρχιμάγειρα να φάμε γουρουνόπουλο απόψε το βράδυ στο συσσίτιο, του απαντάω, γιατί έχω βαρεθεί τα όσπρια. Και να σταματήσει τις ντουντούκες απ’το να βαράνε. Αλήθεια, γιατί βαράνε;

«Τα πράγματα στο πεδίο της μάχης γίνανε λίγο ζόρικα σήμερα» μου χαμογελάει πλατύτερα ο επικεφαλής. «Σας περιμέναμε για ν’αποφασίσουμε αν θα προβούμε σε πλήρη οπισθοχώρηση». Πρώτον, δεν έχω καν πιει καφέ ακόμα, του γκρινιάζω,  και δεύτερον, όλοι ξέρουμε ότι αυτό το τσαρδί που αποκαλούμε φρούριο είναι πιο απόρθητο κι απ’το μνι της παναγιάς. Ας κάνουν ό,τι νομίζουν κι ας μ’αφήσουν να πάω να παίξω σκάκι μ’εκείνο το νόστιμο λεγεωνάριο που δεν μ’αποκαλεί ποτέ κυρία. «Μάλιστα κύρια Στρατηγέ» χαμογελάει ο επικεφαλής, «τα σέβη μου κυρία Στρατηγέ. Γουρουνόπουλο απόψε.»

Του είπα ψέματα φυσικά. Δεν έχω καμία διάθεση να παίξω σκάκι. Και κανένα επιτραπέζιο γενικώς, και με κανέναν ειδικώς. Θέλω ν’ανέβω στα δυτικά τοίχη και να πιω ένα τσιγαράκι στα κρυφά, εκεί πίσω απ’τις πολεμίστρες. Να χαμηλώσει η ένταση απ’τους μονότονους ήχους του πολέμου απ’έξω, και μόνο οι γρύλλοι να ουρλιάζουν πριν τους ταϊσουν στις ταραντούλες. Μα αυτές οι σάλπιγγες δεν σταματάνε να βαράνε, κι ακούω ένα ανακυκλωμένο βουητό από τ’ανατολικά, και το έδαφος κάτω απ’τα πόδια μου σείεται ελαφρά. Γαμώτο, ούτε μια μέρα δεν μπορώ να χαλαρώσω σ’αυτό το φρούριο.

Ξαφνικά, η κινητικότητα γύρω μου αυξάνεται. Τα κουδουνίσματα πολλαπλασιάζονται και τα βλέπω όλα να συμβαίνουν σε αργή κίνηση, χωρίς να τα καταλαβαίνω όμως, γιατί τους λείπουν κάποια καρέ. Βέλη και βαλλίστρες και χώμα παντού. Φωτιά στην κεντρική πύλη. Γαμώτο, πάλι θα πρέπει να κάνω ανακαίνιση και η πέτρα κοστίζει. Ήχοι από σπαθιά με φαγούρα, που διασταυρώνονται για να αλληλοξυστούν. Κανονικά αυτό είναι το σημείο που πρέπει να νιώθω την κοχλάζουσα καραμελωμένη έξαψη της μάχης να με μεθάει. Αυτό είναι το σημείο που τον βλέπω. Δεν ξέρω πως τον λένε φυσικά, γι’αυτό τον ονομάζω απλά τον «επόμενο αντίπαλο». Βιαστικές πρώτες εντυπώσεις, θα μου πείτε τώρα, αλλά ακούστε και το παρακάτω.

Ο επόμενος αντίπαλος πέφτει στα πόδια μου απ’τον ουρανό. Κυριολεκτικά απ’τον ουρανό. Αυτοί οι βάρβαροι έχουν εφεύρει κάτι ιπτάμενες σανίδες. Τις βλέπω που στριφογυρνάνε στον ουρανό, πέφτουνε από κάτι ιπτάμενες βάρκες που τις σέρνουνε κάτι δράκοι. Ο επόμενος αντίπαλος πηδάει από μια βάρκα, προσγειώνεται στην τέντα της απέναντι σκηνής, γλιστράει μ’ευκολία και βρίσκεται μπροστά μου μ’ένα σάλτο. Με πλησιάζει με τρομακτική ταχύτητα, προτείνοντας το σπαθί του. Το αποφεύγω σκύβοντας να βήξω από τα γέλια, γιατί ο τύπος είναι προφανώς φοβερός πόζερος. Μα εκείνος ξανατραβάει μανιασμένα το καθ’όλα πεπειραμένο ξίφος του και ορμάει προς το μέρος μου, μόνο για να υπνωτιστώ από τον αδέξιο χτύπο που προκύπτει από την πρόσκρουσή του πάνω στην χρυσή ασπίδα μου. Πάντα μ’άρεσε αυτός ο ήχος, ειδικά όταν συνοδεύεται από τον ήχο του δικού μου ξίφους να γδέρνει μια πανοπλία. Γουή μέηκ γκουντ τζαζ, αναφωνώ κάπως έκπληκτη στον επόμενο αντίπαλο.

Αρχίζουμε να χορεύουμε, ο ένας γύρω απ’τον άλλον, κρατώντας ισορροπία με τα όπλα μας και φυσικά προσπαθώντας να μη χάνουμε ποτέ το μέτρημα. Εγώ γίνομαι λίγο πιο φιγουρατζού από συνήθως και του σκίζω μ’ένα χτύπημα τον ώμο. Εκείνος ενθουσιάζεται στην όψη του τρεχάμενου αίματός του και ακούω τον αέρα να σκίζεται στα δυο δίπλα απ’το δεξί μου αυτί, και βλέπω τις μπλεγμένες τούφες μου που προεξέχουν από την περικεφαλαία να πέφτουν στο έδαφος. Ε, όχι και τα μαλλιά ρε φιλαράκι, όχι να μας χαλάσεις και τα μαλλιά. Τώρα θύμωσα. Ο επόμενος αντίπαλος γελάει πλατιά και ορμάει να παίξει μουσική πάνω στις μεταλλικές επιφάνειές μου, κι εγώ κουδουνίζοντας τον κοιτάζω και παθαίνω κάτι που θα μπορούσα να περιγράψω μόνο ως το αντίθετο της επιφοίτησης. Ξαφνικά, δεν καταλαβαίνω τίποτα.

Δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνουμε όλο αυτό. Τι σκοπό έχει όλο αυτό; Αφού δεν υπερασπιζόμαστε καμιά πατρίδα, αφού τα στρατά δεν πληρώνουν καλά, κι αφού δεν έχουμε να χωρίσουμε παρά τα λίγα εκατοστά χώρου ανάμεσα στα πόδια μας, γιατί το κάνουμε αυτό; Για τ’αγριογούρουνα; Μα το βλέμμα του επόμενου αντιπάλου μου προσφέρει αμέσως την απάντηση, σαν φαϊ που βιάστηκα να δοκιμάσω με το που βγήκε απ’το φούρνο. Το βλέμμα του επόμενου αντιπάλου, ζωηρό, αβανταδόρικο και γεμάτο μικρές προσκλήσεις.

Το κάνουμε για να περνάει η ώρα.

Ο γλυκός μου ο επόμενος αντίπαλος, εκμεταλλεύεται την προσωρινή μου άγνοια και μπήγει το καθ’όλα απονήρευτο ξίφος του στο στομάχι μου. Το ένα μέταλλο διαπερνά το άλλο σε μια ένωση τόσο αγνή και ιερή που θα την κάνανε μπανιστήρι όλοι οι ανήσυχοι παπάδες αυτού του κόσμου. Και το φιλί του σπαθιού στη σάρκα μου, η επισφράγισή της ενώπιων όλων των βαριεστημένων ανώμαλων αυτού του κόσμου. Σκατά, άρχισα να μιλάω ποιητικά. Δεν είναι τίποτα, είναι απ’τον πόνο. Αρπάζω το χέρι του επόμενου αντιπάλου και το λυγίζω εύκολα, μέχρι που ακούω το κρακ. Ο επόμενος αντίπαλος γονατίζει μπροστά μου, με μια αστεία γκριμάτσα να κρέμεται απ’τα χείλη του όπως ακριβώς κρέμεται το χέρι του απ’τον καρπό του, φρικιαστικά και ταυτόχρονα χαριτωμένα. Τραβάω κοφτά το ξίφος του απ’την κοιλιά μου και το γυρίζω προς το μέρος Ω ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΠΟΣΟ ΠΟΝΕΣΕ ΑΥΤΟ το γυρίζω προς το μέρος του βαριανασαίνοντας από τον πόνο, βαριανασαίνοντας σχεδόν ερωτικά. Τώρα κανονικά εδώ είναι το σημείο που λέω μια πολύ catchy ατάκα και του ανοίγω το κεφάλι στα δυο χωρίς έλεος. Asta la vista baby. Im too old for this shit.

Μόνο που ξαφνικά νιώθω λες και τρέχει στις φλέβες μου μουρουνέλαιο. Μια πίκρα κι ένα χλιαρό βράσιμο κι ένα μούδιασμα. Σα να συνειδητοποιώ ότι είμαι παγιδευμένη μέσα σε μια μαλακισμένη μέρα της μαρμότας και βαριέμαι αφόρητα. Τι σημασία θα έχει άλλη μια νίκη όταν στο τέλος μένω πάντα μόνη ν’αυνανίζομαι με τα λάφυρά μου;.. Ο επόμενος αντίπαλος δράττεται και πάλι της ευκαιρίας και, γονατισμένος ακόμα, σπρώχνει την ασπίδα του με δύναμη προς το μέρος μου και με ρίχνει κάτω. Τραντάζομαι καθώς πέφτω στο έδαφος αλλά δεν νιώθω πια πόνο. Μόνο ένα συγγενικά οικείο αίσθημα με την επιθυμία να πέσεις να κοιμηθείς φορώντας ακόμα τα ρούχα σου. Ο επόμενος αντίπαλος ανασηκώνεται στα πόδια του και με κοιτάζει χαμογελώντας τόσο γοητευτικά. Είναι καλός επόμενος αντίπαλος, το παραδέχομαι. 


Και ξαφνικά, δεν μου φαίνεται και τόσο τρομακτική η ιδέα της ήττας. Έχω κουραστεί, και κατά βάθος ελπίζω να’ρθει επιτέλους κάποιος να πορθήσει αυτό το γαμήδι το απόρθητο να ησυχάσουμε. Στην καλύτερη περίπτωση, θα με πιάσουν αιχμάλωτη και θα με στείλουν να μονομαχώ στις αρένες για χάρη των βασιλιάδων τους. Ε, τουλάχιστον θα’χω και κοινό. Στην χειρότερη περίπτωση, θα πεθάνω ξαπλωμένη εδώ, με τον επόμενο αντίπαλο από πάνω μου. Να σκύβει προσεκτικά και να πλησιάζει το κεφάλι του στο δικό μου, κι οι φαρδιές πλάτες του να κρύβουν τον ήλιο πίσω του. Να κοντοστέκεται να θαυμάσει όλο το μεγαλείο και τη δόξα μου απλωμένα στα πόδια του, κι εγώ έτοιμη να με χρίσει το ξίφος του θρύλο. Να με κάνει αθάνατη με το να με σκοτώσει. Δεν είναι και τόσο άσχημο τέλος. Ούτε και τόσο δύσκολο. Άλλο ένα χτύπημα κι αρχίζει να τρέχει αίμα απ’το στόμα μου. Τα μάτια μου χάνουν την εστίαση κι εκείνος σκύβει λέει θολός πάνω απ’το κεφάλι μου και μου δίνει ένα φιλί γεμάτο αιμάτινες μπουρμπουλήθρες που σκάνε αναβλύζοντας τον τελευταίο μου αέρα και να που πεθαίνω σαν γυναίκα κι όχι σαν πολεμίστρια όπως έζησα.

Γουάου, αυτό το τσιγαράκι που ήπια πριν βγω απ’τη σκηνή μου τα’χει σκάσει άσχημα. Φαντασιώνομαι μάχες και επόμενους αντιπάλους, ενώ εδώ στ’αλήθεια δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά εγώ και οι εμμονές μου. Τα φαντάστηκα όλα, που λες, γλυκέ μου επόμενε αντίπαλε.

Γι'αυτό τώρα που το σκέφτομαι, λέω να μη βγω τελικά καθόλου απ’τη σκηνή μου σήμερα.

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Phase it, baby


Eίναι πάντα μαζί μου. Δεν μ’αφήνουν μόνη στιγμή.

Μερικές φορές κρύβονται κάτω απ’το κρεβάτι ή στριμώχνονται μέσα στη ντουλάπα μου. Άλλες φορές γλιστράνε κάτω απ’τις ρόδες μου και γλύφουν τις μύτες των μολυβιών μου μεταδίδοντάς τους λίγη άσφαλτο.

Αλλά συνήθως, είναι παντού.

Είναι τρεις, και είναι συνέχεια μαζί μου. Δεν είναι οτι τους κουβαλάω και στην πλάτη, βέβαια. Είναι πασίγνωστο οτι δεν είμαι τόσο δυνατή.

Ο πρώτος, είναι κι αυτός που κάνει την περισσότερη φασαρία. Με τριγυρίζει συνέχεια μουρμουρίζοντας, δεξιόστροφα, σε συνεχή κύκλο, με παγιδεύει μέσα στα βρώμικα κολλημένα του μαλλιά. Τα νύχια του είναι μυτερά και τα δόντια του σάπια, και πως χαμογελάει κάθε φορά και με ρωτάει αν θέλω να μάθω τι κρύβεται μέσα στο καπέλο του. Χώνει το χέρι βαθιά και χαμογελάει, κι όλο του το πρόσωπο ξεχειλώνει κι αυλακώνεται. Ρωγμές, χαντάκια και χαράδρες γδέρνουν το δέρμα του ατελείωτα, κι ακούω τους μικροσκοπικούς λύκους που ζουν στα δάση της επιδερμίδας του να μου γρυλίζουν πεισματικά, σαν να’μαι εγώ το φεγγάρι. Κι εκείνος περνάει τη γλώσσα του πάνω απ’τα σάπια δόντια του και με ρωτάει συνέχεια αν θέλω να μάθω τι κρύβεται μέσα στο καπέλο, κι εγώ ποτέ δεν έχω τη δύναμη να του πω όχι. Κι ας ξέρω οτι ο λαγός που θα βγει απο μέσα θα’ναι σφαγμένος. Αυτός ρωτάει κι εγώ σωπαίνω κι αυτός ρωτάει κι ας τον κάνει επιτέλους κάποιος να το βουλώσει.

Ο δεύτερος, είναι πολύ πιο ήσυχος. Κάθεται πάντα σε μια γωνιά πίσω μου, σοβαρός κι αμίλητος. Δεν γελάει ποτέ, αν κι έχω την αίσθηση πως αν γελούσε, θα βούρκωναν όλες οι λίμνες του κόσμου και τα ποτάμια θα επαναστατούσαν, και τότε αλοίμονό μου. Όμως αυτός δεν γελάει. Απλά κάθεται εκεί, φορώντας πάντα έναν μάλλινο μαύρο σκούφο, και με κοιτάζει, τρίβοντας που και που το γόνατό του. Ξέρω οτι έχει μια ουλή στο γόνατό του, δεν ξέρω πως το ξέρω αλλά είμαι σίγουρη πως μια λεγεώνα πόνου κρύβεται πίσω απ’το κοριτσίστικο πρόσωπό του. Σχεδόν θα τον συμπαθούσα, αν δεν μύριζε τόσο άσχημα. Αυτή η μυρωδιά, δεν μ’αφήνει να συγκεντρωθώ. Είναι σαν σκονισμένο μέταλλο, σαν ξεραμένο κλωνάρι, σαν παρατημένα νιάτα, σαν άχρηστη μήτρα, σαν αίμα και πύον. Θα’ναι η πληγή στο γόνατο που έχει ανοίξει, είμαι σίγουρη, μα αυτός δεν σταματάει, δεν σταματάει να την ξύνει, αν σταματούσε ίσως και να τον συγχωρούσα, ίσως και να τον συγχωρούσα που μυρίζει τόσο άσχημα.

Ο τρίτος όμως, ο τρίτος είναι ο χειρότερος απ’όλους.
Ο τρίτος δεν μιλάει ποτέ. Δεν μυρίζει ποτέ. Δεν κινείται και δεν με πλησιάζει ποτέ. Δεν ξέρω καν πως μοιάζει, γιατί η πλάτη του είναι πάντα γυρισμένη. Είναι σχεδόν σαν να μην υπάρχει, σαν να μην υπήρξε ποτέ, μόνο που είναι πάντα εδώ. Στέκεται όρθιος κάπου στο βάθος, κοιτάζοντας τον τοίχο. Δεν σαλεύει καθόλου, απλά που και που μετατοπίζει το βάρος του απο το ένα πόδι στο άλλο, μάλλον για να ξεκουραστεί. Δεν ξέρω τι κάνει εκει πέρα, μοιάζει σαν να’ναι απασχολημένος με κάτι πολύ σοβαρό, όπως τη λύση ενός συμπαντικού αινίγματος ή την πέψη της αθάνατης ψυχής μου. Ίσως γι’αυτό κάθεται όρθιος, για να τη χωνέψει καλύτερα. Μερικές φορές όμως, σπάνια, γυρίζει αργά το κεφάλι του, ελάχιστα προς το μέρος μου, και βλέπω πίσω απ’τον ώμο του το αριστερό του αυτί και το πηγούνι του, μα ποτέ το στόμα του, ποτέ το στόμα του, κι όσο για τα μάτια του, ούτε που θέλω να τα προφέρω. Ύστερα παγώνει σ’αυτή τη θέση κι όλα γύρω του εκστασιάζονται και σπαράζουν. Οι τοίχοι τραβάνε τα μαλλιά τους και το πάτωμα ανθίζει βράχια και το ταβάνι προσεύχεται στους ανέμους κι εγώ τον φοβάμαι τόσο πολύ. Τον φοβάμαι όσο δεν φοβήθηκα ποτέ κανέναν, κι ας ξέρω πως αυτός ο ίδιος δεν μπορεί να με βλάψει περισσότερο απ’την πλάτη του, απ’αυτήν την καταραμένη πλάτη που δεν γυρίζει ποτέ. Τι σκατά κάνει εκεί πέρα, τι ρόλο παίζει; Αν μιλήσει ποτέ, θα’ναι δική του η φωνή ή μήπως θα’ναι η δική μου; Τι φοβάμαι πιο πολύ, οτι δεν γυρίζει ποτέ την πλάτη του, ή αυτό που θα συμβεί αν τη γυρίσει; Ας γύριζε, κι ας ήταν να’ρθει το τέλος του κόσμου. Ας γύριζε, θα τέλειωνε τουλάχιστον αυτό το μαρτύριο.

Μα είναι πάντα το ίδιο. Οι τρεις τους, πάντα εδώ. Δεν μ’αφήνουν μόνη ποτέ.

Μια επιθυμία, μια εκπλήρωση και μια μετάνοια. Μια κωμωδία, μια τραγωδία και μια αυλαία. Πάντα εδώ, οι τρεις μου δαίμονες, οι τρεις μου κρατήρες, οι τρεις μου σύζυγοι. Χωρισμένη τρεις φορές και παντρεμένη καμία, κι ουτε ο καλύτερος εξορκιστής του κόσμου δεν θα’χε αγιασμό να ρίξει στο παράπονό μου.


... εκτός κι αν, εκτός κι αν, (τα φαντάσματα παίρνουν ποτέ σύνταξη;) εκτός κι αν, εκτός κι αν, (μήπως το πιάνο είναι τελικά αρμόνιο;) εκτός κι αν, εκτός κι αν (έχω ακόμα δαχτυλήθρες;) εκτός κι αν, εκτός κι αν....