Λέω να σηκωθώ να φύγω. Να πιάσω γκόμενο έναν καινούριο τόπο και να τον αφήσω να με κακομεταχειριστεί και να με τρίψει καλά πάνω στις γωνίες του, γιατί ο νυν έχει επαναπαυτεί και ζαμπονιάζει σε (κωλο)κολώδεις δρόμους και διατέλλουσες οθόνες, κι εγώ τη θέλω τη σφαλιάρα μου.
Λέω να δώσω μια στην καρέκλα να φύγει κάτω απ'τα πόδια μου, μιας και είμαι ανήμπορη να σηκωθώ, να κάψω και τις πόρτες και τα παράθυρα για να τους στερήσω τις ευκαιρίες τους να φιλοξενούν αρχές και τελειώματα, και να σκαρφαλώσω να βγω απ'την καμινάδα που είναι και πιο κουλ να πούμε. Να'χω βάψει απο πριν και τα μάτια μου μόνο απο κάτω και να'χω χτενίσει τα μαλλιά μου όλα προς τα πάνω να μοιάζω με τρελαμένο παγόβουνο κι όχι με φάρο όπως τώρα, να σκοντάφτουν τα πλοία απάνω μου αντί να τα οδηγώ στην ασφάλεια μακριά μου. Και πριν ξεκινήσω να'χω φροντίσει ν'αδειάσω τις τσέπες μου να μην κουδουνίζω σα βλαμμένη όποτε περπατάω μπας και καταφέρω και περάσω μια φορά απαρατήρητη, γιατί είναι καλύτερα να σε ανακαλύπτουν τυχαία παρά να είσαι εντυπωσιακός.
Να φύγω κι εκεί που θα πάω να κάνω μια ενδιαφέρουσα γνωριμία μ'ένα σπίτι που να μη μου θυμίζει κανέναν, να του φορτωθώ απρόσκλητη και να το φτιάξω όπως πάντα ήθελα, άδειο χωρίς δωμάτια κι έπιπλα, να'χει μόνο μια κάμερα για διακοσμητικό μες στη μέση κι ένα ποδήλατο δεμένο στο καλοριφέρ. Πρέπει οπωσδήποτε να'χει καλοριφέρ ασχέτως καιρού, για το ποδήλατο όχι για μένα, κι όσο για τη θέα δε με νοιάζει καθόλου γιατί ξέρω οτι δεν θα κοιτάζω πια απέναντι, μόνο να'χει κι ένα μπακάλικο εκεί κοντά ν'αγοράζω τυρί και τετράδια. Α, ναι, και τσιγάρα, να κάθομαι κάτω απ'την κάμερα να καπνίζω και να τραγουδάω "I used to be mad - not crazy, just mad". Αν έχει και θάλασσα εκεί κοντά για να κατουράω θα'ναι ακόμα καλύτερα, κι αν όχι δεν πειράζει γιατι είμαι πολύ καλή στο να κρατιέμαι, κι άλλωστε γι'αυτο τα πίνουμε τα αλκοόλια, για ν'αδειάζουν τα μπουκάλια, νο;
Κι αν τα καταφέρω, θα σας δείξω εγώ, θα δείτε που εκεί θ'ανθίσω και θα βγάλω πρίζες και μπαλαντέζες απ'το κεφάλι μου και λουλούδια σε σχήμα λάμπας απ'το στόμα μου και θα με στεφανώνουν αγκάθινοι γαλαξίες και θα τρέχει πετρέλαιο και λάβα απο τα νύχια μου και θα τροφοδοτώ όλο το σύμπαν κι όλοι θα μου χρωστάτε και θα μου ανήκετε και θα με κάνετε κι οικονομία απο πάνω. Μόνο να'ναι απο καλό μάρμαρο το πάτωμα γιατί ρίζες δεν θέλω ποτέ πια να ξαναβγάλω.
Κι ίσως τότε να μάθω απ'την αρχή να γράφω και να'ναι αυτό ένα τέλος που θα μπορώ να καταλάβω.
Πως με τρομαζει
η τυχαιοτητα των πραγματων, η αναρχια των περιστασεων
κι αυτη η αδιαφορη βιασυνη με την οποια συνωστιζονται οι αλληλουχιες στην αιθουσα αναμονης
-σε τελειο κυκλο παρ'ολα αυτα-
και περιμενουν να τις καθησεις
σ'ενα ησυχο τραπεζι μακρια απ'τα πολλα ματια, με θεα στο τζακι κατα προτιμηση
κι αν αργησεις να διαλεξεις αυτες που θ'αφησουνε τα περισσοτερα tips
ποσο ανελεητα φευγουν.
Βλεπεις, απο απληστια μενεις φτωχος.
Ομως ρε συ, θα το ξαναπω,
αν δεν υπερασπιστω σθεναρα τις λαθος επιλογες μου μεχρι τελους,
πως θα ζησω μ'αυτες;
Νομιζεις περναει μερα που να μην αναρωτιεμαι τι θα γινοταν αν;
Τι πολυτελεια να μη μετανιωνεις για οσα δεν εκανες ποτε, ε;
Φταιει που πιστευα παντα
πως οι επιλογες πρεπει να'χουν επιλογη
και τις αφησα να επιλεξουν να μη μου χαριστουν.
Και σε περιπτωση που αναρωτιεσαι κι εσυ, αν η αληθεια ειναι
οπλο
καμμενο χαρτι
ή λευκη σημαια
... την αληθεια - την ξερω - και - την ξερεις
ειναι παντα αυτη που μας βολευει
και τωρα ντρεπομαι αυτη τη φωτια στο τζακι που καιει για κανεναν.
Και το μοτζο στο μπρελοκ μου δε λειτουργει πια
ή δεν το κουρδιζω απο φοβο μη διαλεξω παλι λαθος και σε ξεχασω.
Έτσι κι αλλιως δεν διαλεξα ποτε να σε θυμαμαι.
Δεν ειχα επιλογη.
Και ειναι τεραστια παραλειψη μου που μεσα σ'ολα αυτα δεν ανεφερα ποτε τη λεξη "ευκαιρια".
Τα νησιά γέννησαν νέες ψυχές
που το σώμα μου ανόητα δέχτηκε να φιλοξενήσει
και βρέφη ακόμα, τις πέταξαν σε μια μεγάλη πόλη
πρωτεύουσα μονόφθαλμη βασίλισσα
ντυμένη μ’έναν ασπρόμαυρο ουρανό
και με τηλεοπτικές κεραίες για στέμμα
που με τη βοή της απο καμμένες εξατμίσεις
με κρατάει πάντα ρομαντικά δεμένη
μέσα στην ασφαλτοστρωμένη αγκαλιά της
Μα αυτή τη φορά όταν κρυφά γυρίσω
ακουμπώντας το αυτί μου πάνω στις λεωφόρους της
θαρρώ πως θ’ακούσω κάτι κύμματα
να στέλνουν μικρούς σεισμούς στην επιφάνειά μου
Κι όλες οι θαλασσινές ψυχές μου
θα τσακώνονται βουίζοντας
σαν πυγολαμπίδες σε έξαρση
Kάποτε είχα πάει ένα ταξίδι. Πάνε κάποια χρόνια απο τότε, αρκετά για να μου φαίνεται σαν να ήταν σε άλλη ζωή μα όχι αρκετά για να ξεχάσω.
Ήταν ένα πρωί προς μεσημέρι, ήταν χειμώνας αλλά ο ήλιος είχε πάρει ρεπό απ’το ρεπό του κι έμοιαζε σα να ήταν καλοκαίρι. Μ’είχε ξυπνήσει ο Bowie, “ground control to Major Tom, take your protein pills and put your helmet on”, του είχα δώσει σημασία απο φόβο μήπως σταματήσει, είχα ακούσει μια φωνή να μου λέει να κατέβω, είχα μπει σ’ένα αμάξι, έτσι χωρίς προετοιμασία, χωρίς ειδοποίηση, χωρίς βαλίτσα, και ξαφνικά ταξίδευα. Τότε συνέβενε συχνά αυτό. Τώρα πια δεν συμβαίνει ποτέ αλλά είναι καλύτερα έτσι.
Πίσω μου ήταν η Αθήνα. Μπροστά μου ήταν η Λειβαδιά, η Θήβα, η Αράχωβα, οι Δελφοί, η Ιτέα, το Μεσολόγγι, η Πάτρα, τα Καλάβρυτα, κι ύστερα πάλι η Αθήνα, αλλά όλα αυτά αργούσαν ακόμη. Το ένα μου χέρι χόρευε έξω απ’το παράθυρο με τον αέρα για καβαλιέρο, το άλλο μου χέρι βούταγε σε μια σακούλα πατατάκια κι έβγαινε πάντα με καλή ψαριά. Δίπλα μου ήταν εκείνος, αυτός του οποίου το όνομα δεν αναφέρουμε ποτέ, και μου χαμογελούσε θυμάμαι, και θυμάμαι οτι μου έλειπε εκείνη τη στιγμή όσο ποτέ και πόσο τον σιχαινόμουν απο τότε κιόλας που μου έλειπε τόσο ενώ ήταν εκεί. Θυμάμαι πολλά πράγματα. Θυμάμαι οτι φορούσα ακόμα τη μαύρη μου φόρμα του ύπνου και θυμάμαι οτι φορούσα κόκκινο εσώρουχο. Θυμάμαι ακριβώς πως έπιαναν τα δάχτυλά του το τιμόνι και πως με άφηνε μερικές φορές και ξάπλωνα στα πόδια του παρόλο που δεν μπορούσε ν’αλλάξει εύκολα τις ταχύτητες. Θυμάμαι πως τον μισούσα που με άφηνε. Το μόνο που δεν θυμάμαι είναι που ακριβώς ήταν που είδα τον κύριο Τενεκεδένιο.
Ούρλιαξα ΣΤΑΜΑΤΑ κι εκείνος για μία και μοναδική φορά με άκουσε. Οι ρόδες του Fiat κοκκάλωσαν και έβγαλαν έναν αγριεμένο ήχο καθώς έκαναν όπισθεν.
Ο κύριος Τενεκεδένιος στεκόταν περήφανα αλλά και λίγο θλιμμένα στην άκρη του δρόμου έξω απο ένα κτίριο που πρέπει να ήταν κάτι σαν συνεργείο, βουλκανιζατέρ ορ σαμθινγκ. Έμοιαζε σαν να θέλει να διασχίσει το δρόμο, ή ακόμα πιο ευφάνταστα, σαν να κάνει ωτοστόπ, λες και είχε δραπετεύσει απο κάποια μαγική χώρα και έκανε ωτοστόπ για να ξεφύγει, ή ακόμα καλύτερα, ήταν σαν να είχαμε εισβάλλει εμείς στον παραμυθένιο του κόσμο. Ένα κατασκεύασμα απο σίδερο, εξατμίσεις και διάφορα άλλα εξαρτήματα αυτοκινήτου που σχημάτιζαν ένα παράξενο μεταλλικό ανθρωπόμορφο γλυπτό, κατιτίς ψηλότερο από δύο μέτρα. Βγήκα απ’το αμάξι αλλά φοβήθηκα να τον πλησιάσω. Δεν ξέρω γιατί, ίσως φοβήθηκα οτι αν τον πλησίαζα θα τον έπαιρνα αγκαλιά. Χαζά παιδιάστικα πράματα, αλλά να, έτσι όπως στεκόταν με μια σειρά από ψηλά χόρτα να αγκαλιάζουν τα σιδερένια του πόδια, έμοιαζε μόνος και εγκαταλελλειμένος. Έμοιαζε να φοβάται, όπως στο παραμύθι, ότι η καρδιά του είναι απο μέταλλο και δεν θα ζεσταθεί ποτέ από αισθήματα. Αλλά εγώ, εγώ τότε, πως να το εξηγήσω χωρίς να φανώ σαχλή, τότε εγώ ακόμα πίστευα, είχα ακόμα παραμύθια κι ήθελα να του τα πω για να καταλάβει οτι δεν είναι έτσι. Με είχε κάνει σε αυτά τα ελάχιστα λεπτά της γνωριμίας μας να τον αγαπήσω παράφορα, και κανένα πλάσμα χωρίς καρδιά δεν θα μπορούσε ποτέ να το καταφέρει αυτό.
Χαζά, παιδιάστικα πράματα.
Τον έβγαλα φωτογραφία. Μία φωτογραφία έβγαλα σ’όλο εκείνο το ταξίδι, κι ήταν ο κύριος Τενεκεδένιος. Ούτε τον γκρεμό στους Δελφούς, ούτε την ερημωμένη παραλία στην Ιτέα, ούτε την πορτοκαλί πανσέληνο στο Μεσολόγγι, ούτε καν το σπίτι που διάλεξα μέσα στη λίμνη, ούτε το κλεμμένο μπουκάλι ουίσκι στην Πάτρα, ούτε τον κήπο με τα μανταρίνια, ούτε καν εκείνον του οποίου το όνομα δεν αναφέρουμε ποτέ, ούτε το σκίτσο που μου έφτιαξε στα Καλάβρυτα. Μόνο τον κύριο Τενεκεδένιο έχω απο εκείνο το ταξίδι, μόνο αυτός μου έμεινε. Του’χα πει και αντίο θυμάμαι. Του’χα πει πως κάποτε θα ξανασυναντηθούμε.
Όλα αυτά τα χρόνια έψαχνα πληροφορίες για τον κύριο Τενεκεδένιο. Ένα βράδυ που γυρνούσα απ’τον Παρνασσό σ’ένα αμάξι με δυο σχεδόν άγνωστους συνεπιβάτες, ρώτησα γι’αυτόν και κάποιος μου είπε πως ο τύπος που είχε το συνεργείο, κάποιος μηχανικός με υπερβολική φαντασία και έλλειψη ενδιαφερόντων, είχε φτιάξει τον κύριο Τενεκεδένιο για να στολίσει την αυλή του συνεργείου με τ’απομεινάρια των μηχανών κι ύστερα του άρεσε τόσο πολύ που παράτησε το βουλκανιζατέρ κι έγινε καλλιτέχνης και είχε έκθεση με τα έργα του κάπου στον Ωροπό. Σουρεάλ ιστορία, ταίριαζε στον Τενεκεδένιο μου, αλλά προτιμούσα την άλλη εκδοχή που ήταν πιο ρομαντική και ηλίθια. Ένα άλλο βράδυ γνώρισα καθώς δούλευα έναν νταλικέρη που άκουγε φανατικά Muse και μου είπε πως ένας έφηβος είχε χαθεί και πεθάνει σ’ένα δάσος έξω απ’τη Λειβαδιά κι ο εν λόγω μηχανικός είχε κατασκευάσει τον Τενεκεδένιο προς τιμήν του. Διασκέδαζα πολύ με αυτές τις ιστορίες αλλά τελοσπάντων δεν ξέρω και δεν με νοιάζει. Ο κύριος Τενεκεδένιος ήταν ο φύλακας του δικού μου ταξιδιού, αυτό μου φτάνει.
Πριν κάποιες μέρες έκανα σχεδόν την ίδια διαδρομή για πρώτη φορά μετά απο τότε. Σ’όλο το δρόμο έψαχνα τον κύριο Τενεκεδένιο. Νύσταζα κι ήθελα να κοιμηθώ, τα ταξίδια με αμάξι με νανουρίζουν, αλλά έμεινα ξύπνια κι έψαχνα, σ’όλο το δρόμο έψαχνα.
Λοιπόν ο κύριος Τενεκεδένιος δεν είναι πια εκεί. Δεν ξέρω που είναι κι αν δεν είχα εκείνη τη φωτογραφία θα είχα πια σιγουρευτεί οτι δεν υπήρξε ποτέ. Πάντως δεν υπάρχει πια, κι ίσως είναι καλύτερα έτσι. Αν τον είχα συναντήσει θα έπρεπε να συζητήσω μαζί του, θα έπρεπε να του λογοδοτήσω, και πως θα το έκανα αυτό; Πως θα του εξηγούσα οτι δεν πιστεύω πια σ’αυτόν, πως θα του απολογούμουν για τη μοναχική κυνική φύση μου; Πως θα τον αντίκρυζα; Θα με ρωτούσε και για εκείνον του οποίου το όνομα δεν αναφέρουμε ποτέ, και δεν θα’χα τι να του πω γιατί δεν μιλάω σχεδόν ποτέ γι’αυτόν.
Είναι η μοίρα του συμβόλου μιας εποχής να πεθαίνει με το τέλος της, νο;
Όπου η ηρωίδα όλο νιώθει ότι κάτι έχει ξεχάσει να κάνει και στον ύπνο της βλέπει σκύλους, έχουνε λουριά κι όμως τους κυνηγάει.
Όπου τα κεντριά δεν έχουν αντίσταση, οι φακές δεν έχουν Ποπάυ και η ηρωίδα προσπαθεί να θυμηθεί πως το λένε το κοτόπουλο κομμένο σε λωρίδες.
Όπου την αηδιάζουνε αυτοί οι και καλά τόσο ερωτευμένοι στο τρένο πίσω της που ζητάνε την άδεια ο ένας απ'τον άλλον για να φτερνιστούνε.
Όπου καλείται κάποιος να μας πει γιατί στο μπούτσο δε σταματάει αυτό το πράμα εδώ και τώρα αφού το εδώ και το τώρα είναι τόσο τίποτα και πουθενά κι εσύ παντού και πάντα.
Όπου ένα γαμιόλικο ξεχειλωμένο αναφιλητό πεταρίζει σαν κακοπληρωμένη πόρνη κάθε φορά που ακούω τ'όνομά σου και ξέρω πως δεν φωνάζουνε εσένα.
Όπου η ηρωίδα περνάει ξυστά δίπλα απ'τον άντρα των ονείρων της χωρίς να το πάρει χαμπάρι, καθώς ταυτόχρονα σκέφτεται "Εγώ φανάρι στο γαμήσι της μνήμης και της ματαιότητας δεν κρατάω άλλο".
Όπου η διαφορά μας ήτανε που εγώ ήθελα να το κάνουμε αργεντίνικα, εσύ ήθελες να το κάνουμε ευρωπαϊκά, και τελικά το χάσαμε στο μέτρημα.
Όπου κρέμεσαι απ'το στόμα μου όπως μια από καιρό αχρησιμοποίητη λέξη λίγο πριν τη θυμηθεί κάποιος, μόνο που ανάποδα γιατί επειδή διότι εγώ προσπαθώ να σε ξεχάσω.
Όπου σε ξεγέλασα που τώρα πια δεν είσαι πια τίποτα άλλο παρά εγώ, κι εγώ είμαι τόσο πολύ καψούρα με την πάρτη μου.
Όπου σε αυτό το σημείο, χειροκρότημα παρακαλώ γιατί η ηρωίδα θυμήθηκε πως το λένε το κοτόπουλο κομμένο σε λωρίδες.
Για ολα τα σημερα που στελνουν ενα μεγαλο κωλοδαχτυλο στα αυριο
Για ολα τα ουρλιαχτα που ειχαμε χρονια αποθηκευμενα
Για τις μελανιες και τους ιδρωτες
Για τους μεγαλους ερωτες
Για τις μεγαλες μουσικες
Για τωρα που ειμαι ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ
Εχω μονο να πω αυτα
"Man was born to love
- though often he has sought
like Icarus, to fly too high
and far too lonely than he ought
to kiss the sun of east and west
and hold the world at his behest
to hold the terrible power
to whom only gods are blessed -
(δεν ξέρω αν είμαι άνθρωπος της ησυχίας ή αν μ'αρέσουν οι σειρήνες του πολέμου μπορεί απλά να τις συνήθισα ξέρω μόνο πως ν'ανοιγοκλείνω τ'αυτιά μου βρήκα το διακόπτη όταν σταμάτησα να πιστεύω στο Θεό παρόλα αυτά παραμένω ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος ας προσευχηθούμε όλοι μαζί στο μεγάλο Τίποτα δεν θα προλάβει κανείς να με πει απαισιόδοξη καθήστε μισό λεπτό να βρω ένα στυλό να γράφει και θα σας δείξω εγώ θα σας δείξω ξέρω να πλέκω τα σκατά πουλόβερ κοτσίδες εγκώμια γράμματα αγάπης να)
Έχω μεγάλα φανταχτερά αύριο φυλαγμένα για ώρα ανάγκης, που σαν σωστοί ευγενείς, μισαλλόδοξοι γόνοι της βασιλικής οικογένειας των πυροτεχνημάτων και των αποτυπωμάτων, κάθονται και περιμένουν να γίνουν χρήσιμα, πάντα σε οριζόντια θέση με τα χέρια ελαφρώς μουδιασμένα απ'την ανία της προσμονής. Τους κάνω σβούρες επιδέξια με το κεφάλι να φεύγει τελευταίο για να τα διασκεδάσω, αλλά η φασαρία απ'το πάνω διαμέρισμα με αποσπά και ζαλίζομαι πάραυτα, και φωνάζω στα γδαρμένα μου νύχια και στις ρίζες των μαλλιών μου να κάνουν ησυχία, δεν έχω χώρο για άλλους εδώ κάτω. Δεν έχω χώρο για κανέναν γιατί έκανα όλα τα έπιπλα στην άκρη για να χωρέσεις εσύ και μάλιστα σκούπισα μέχρι και κάτω απ'τα πλακάκια που δεν το συνηθίζω. Μα εσύ δεν ήρθες ποτέ κι αυτά τ'αρχοντικά αύριο έχουν καταχραστεί κατά πολύ τη φιλοξενία μου.
(να είδες τι ωραία που γράφω όταν χρησιμοποιώ τη λέξη εσύ μόνο που όταν γράφω έτσι χρειάζομαι τρία στυλό και μέχρι να τελειώσω το'χω μετανιώσει και θέλω να τα μουτζουρώσω όλα και μετά να τα κρύψω κι απο πάνω γιατί ξέρω πως όταν πέσω για ύπνο θα βγάλουνε πόδια και χέρια και φλόγινα μαλλιά και χαμόγελα πρόστυχα και ντροπαλά και μάτια παραστατικά και θα'ρθουνε να με κυνηγήσουνε κι όμως τα δείχνω γιατί είμαι σίγουρη πως δεν σ'αρέσουνε κι όσο δεν σ'αρέσουνε υπάρχει ελπίδα αγαπημένε ώ αγαπημένε μου)
Αύριο θα έρθει το αύριο κι αύριο είναι μια καινούρια μέρα και δεν έχω όρεξη για νέους μουσαφείρηδες. Δεν θέλω άλλα αύριο, ποτέ δεν ήθελα. Θέλω ένα μικρό ταπεινό σήμερα να στέκεται έξω απ'την πόρτα και να μη ζητάει να μπει μέσα αλλά να μου φωνάζει να βγω εγώ έξω να παίξουμε, και δεν θα φοβηθώ μη λερωθώ απ'τις λάσπες, το υπόσχομαι. Θέλω ν'απλώσω την ψάθα μου στο γρασίδι και να μου φτάνει που θα ξέρω πως έχω ένα μπουκαλάκι ούζο με λεμονίτα στην τσάντα και να'ναι η τσάντα μου η ροζ που θα την έχω μπαλώσει, κι απο πάνω μου να περνάει κόσμος, χιλιάδες κόσμος να μην ψηλώσω άλλο για να σε κοιτάξω κάποτε απο χαμηλά κι έτσι να σε κάνω άντρα σωστό που κανείς δεν θα μπορεί να σε στερήσει απ'το τρίτο μάτι στο μέτωπό μου. Και ψηλότερα κι απ'τους δυο μας μαζί ν'ακούγεται μουσική εκκωφαντική να τραγουδάει το τώρα σ'όλες τις γλώσσες και να σηκωθώ να τρέξω μες στο χαμό να σε βρω και να ξεχάσω την ψάθα και να μην την ξαναβρώ ποτέ, να πάει εκείνη να πάρει τη θέση μου στον τόπο που μεταναστεύουν οι εικόνες για να πεθάνουν και τα όνειρα που το πρωί τα έχεις ξεχάσει.
(να ορίστε η παρακαμπτήριος που με εμπόδισε απ'το να μάθω ν'αντιστέκομαι είναι που ξέρω να τα διηγούμαι όλα όμορφα αλλά όταν διηγήσαι όλα σου λείπουν αλλά όχι εμένα δεν μου λείπει τίποτα γιατί αυτό το τίποτα είναι ολόδικό μου θα στα δώσω όλα αλλά αυτό θα το κρατήσω το χρειάζομαι για να μπορώ να τα λέω χωρίς να τα πιστεύω αυτή είναι η τέχνη του να παραμυθιάζεις τον εαυτό σου αγαπημένε ώ αγαπημένε μου κάτσε που ν'ακούσεις και τα υπόλοιπα θα με φοβηθείς τόσο πολύ που θα με ξαναξεχάσεις ανένοχα είμαι πολύ καλή στο να με φοβούνται αλλά θέλω λίγη εξάσκηση στο να με ξεχνάνε ή μηπως στο να ξεχνάω εγω)
Θα σε δω λέει, και θα σε ξέρω απο πάντα και θα μείνουμε πάντα παγωμένοι σε αντικρυστή στάση. Η αγαπημένη μου φίλη απο δίπλα θα χειροκροτάει κι όλες οι χαμένες ευκαιρίες θα παραιτηθούν που θα είναι όπως ποτέ δεν μπόρεσαν και θα πεινάσουν και θ'αποδημήσουν σ'άλλη γη σ'άλλα μέρη κι όλα θα χάσουν την αξία τους μπροστά στα χέρια σου. Θα βουλιάξεις τα πόδια σου στο τσιμέντο, θα στολίσεις τον ουρανό με τις βλεφαρίδες σου γι'αυτοκόλλητα, θα οικειοποιηθείς όλες τις επιλογές που για χάρη σου απαρνήθηκα και θ'αντικαταστήσεις το τελευταίο γάμμα του ονόματός μου με μι. Κι εγώ θα σ'αφήσω ν'ανέβεις πάνω στο κρεβάτι μου χωρίς να βγάλεις τα παπούτσια σου με αντάλλαγμα τα άπλυτα σου σεντόνια και θα βυζάξω όλα τα παιδιά που θα γεννηθούν όταν το κεφάλι σου ανοίξει στα δύο απ'τον πονοκέφαλο. Μόλις τελειώσει η μουσική θα μείνουμε κουρασμένοι σαν ξεφλουδισμένα ροδοπέταλα πάνω στον τάφο των συνταξιούχων ρομαντικών, και θα ξαπλώσουμε πάνω σε ένα λευκό καμβά, πάντα σε αντικρυστή στάση.
(κι ύστερα θα προσθέσω άλλη μια πρόταση μετά την τελεία όπως κάνω τώρα κι όλα θα είναι σαν ψεύτικα σαν αλλά όχι ψεύτικα κι εγώ θα τα κοροϊδεύω να τώρα παω να μπαλώσω τη ροζ τσάντα κι ας μην πιστεύω πια Πίστη Όχι Πια αύριο αύριο το αύριο είναι το σήμερα που ονειρεύτηκα χτες επιτέλους θα πότε ερωτηματικό δεν τις μπορώ τις τελείες γιατί είναι μπλε ίσως και πράσινες ώ πόσο σας μισώ απαίσια στρουμφάκια)