is touching yourself worth an eternity in hell?

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Dear Nebula

Θα προσπαθησω να ειμαι λακωνικη, και πρεπει να ξερετε οτι στους ανθρωπους που κοιμουνται και ξυπνανε χαμογελωντας, η βραχυλογια ερχεται φυσικα και αβιαστα σαν πρωινη καουρα. Εμεις οι εξωγηινοι απ'την αλλη μερια, τεινουμε να φλυαρουμε ασχετως διαθεσης.

Το λοιπον, προσφατα σταματησα μετα λυπης μου να παιζω μουσικη για τον κοσμο. Και μου λειπει πολυ να παιζω μουσικη για τον κοσμο. Επισης με ενδιαφερουν πολυ η αστρονομια, η ψυχολογια της μαζας και το νομικο πλαισιο πωλησης μιας ψυχης στο διαβολο, αλλα ειμαι πολυ τεμπελα για ν'ασχοληθω σοβαρα μαζι τους χωρις κινητρο. Σαν λυση σε ολα τα προβληματα μου λοιπον, εφηρμοσα ο,τι κανω τον τελευταιο καιρο οποτε με τρωει ο κωλος μου. Εφτιαξα ενα μπλογκ. Ξερω, εχει καταντησει αηδια αυτη η ιστορια. Αλλα υποσχομαι, θα'ναι το τελευταιο.







Καλα, δεν υποσχομαι.


Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Bαημπpεηνιoυμ

Aυτή η πόλη γεννήθηκε για να'ναι ξαπλωμένη στα πόδια μου - Το φριχτό της καλοκαίρι να μου βρωμίζει τις πατούσες - Κι εσύ να μου χαμογελάς που περπατάω συνέχεια ξυπόλυτη - Να κλέβεις μαγικά ραβδάκια απο παραθερίζουσες νεραϊδονονές - Να τα καρφώνεις στους δρόμους της για χάρη μου - Ξεχαρβαλωμένοι φωτεινοί σηματοδότες που δεν σημαίνουν πια τίποτα - Αφού έμαθες κιόλας πως να ημερεύεις το κρεβάτι μου όταν τρίζει - Κι αυτήν την πόλη που γεννήθηκε για να'ναι ξαπλωμένη στα πόδια μου - Μια απ'αυτες τις μέρες θα την ρίξω κι αυτή στην κατσαρόλα - Θα κοχλάσει μέσα στον ιδρώτα μας και θα την πιούμε σαν υδρόμελο - Και δεν θα χρειαστεί να ξαναγράψω ποτέ πια ποιήματα - Χορτασμένη θα κρεμάσω το σπαθί μου στον τοίχο μια για πάντα - Και θα'ρθω να κοιμηθώ κάτω απ'τη μασχάλη σου - Γιατί αυτή η πόλη γεννήθηκε για να'ναι ξαπλωμένη στα πόδια μου - Και γω γεννήθηκα για να μ'αγαπάς.

Δη εντ.


Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

ΦaνΦαkτ

 Oι ιθαγενείς της Βόρνεο, λέει, δεν πιστεύουν οτι τα όνειρα είναι προφητικά. Οι ιθαγενείς της Βόρνεο, αποτάσσονται τους καζαμίες και τους συμβολισμούς. Όταν πέφτουν τα βράδια για ύπνο στις αιώρες τους φτιαγμένες απο φύλλα κοκοφοίνικα και ρίζες ορχιδέας κρεμασμένες σε παρθένα κλαδιά κατά μήκος του ποταμού Μαχάκαμ, ή όπου αλλού κοιμούνται τελοσπάντων, δεν ψάχνουν τα χνάρια της διαταραγμένης τους λίμπιντο στη μεταμεσονύκτια λογοδιάρροια του υποσυνειδήτου τους. Οι ιθαγενείς της Βόρνεο, δεν πιστεύουν στα όνειρα.

Οι ιθαγενείς της Βόρνεο, βλέπεις, πιστεύουν πως τα όνειρα είναι η συνέχεια της κανονικής τους ζωής. Η προέκταση της καθημερινότητας τους.


Αυτό βέβαια δεν είναι τόσο κουλ όσο ακούγεται, γιατί σκέψου τι συμβαίνει όταν ένας άγριος Νταγιάκ κοιμάται αγκαλιά με το ακονισμένο καλαμένιο του δόρατο, αυτό που χρησιμοποιεί στο κυνήγι των υδροβουβάλων του Κότα Κιναμπαλού, και βλέπει στον ύπνο ότι η γυναίκα του τον κερατώνει.


Μα απ΄την άλλη, σκέψου, έχω ζήσει μια ολόκληρη ζωή μαζί σου κι ούτε που το ξέρεις. Σ'έχω φιλήσει σ'όλα τα σημεία του σώματός σου που μυρίζει ζέστη κι υγρασία, έχω φιλοξενήσει όλα τα μυστικά σου ανάμεσα στα πόδια μου κι έχω σμιλέψει όλες τις επιθυμίες σου σε ομοιόματά μου. Έχουμε ζήσει μια ολόκληρη ζωή μαζι, εσύ κι εγώ, κι ήταν όλα αλήθεια, ή μάλλον μισή ζωή και μισή αλήθεια, γιατί συναντιόμασταν πάντα τα βράδια και γινόμασταν μια μικρή συμμορία απο σοουλ μεητς που ούρλιαζαν ο ένας στον άλλον φιλιά, μα ξυπνούσαμε τα πρωινά σαν δυο απλοί ενδιαφέροντες άγνωστοι μιας λαβυρινθούπολης. Κι αν ήμουν Νταγιάκ, θα'χα την πολυτέλεια να διαλέξω να χρίσω πραγματικό όποιο μισό της ημέρας μου ήθελα, όποιο μισό της ζωής μου κι όποιο μισό της αλήθειας μου, κι όλοι ξέρουμε ποιο μισό θα ήταν αυτό.

Επίσης, κάτι άλλο που θα πρέπει να ξέρεις για τους ιθαγενείς της Βόρνεο, είναι οτι πρόσφατα άλλαξαν τις διατροφικές τους συνήθειες και δεν τρέφονται πια με ανθρώπους.

Τρου στόρι.


Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Monoamine

Eιδα ενα ονειρο χτες βραδυ.

Δηλαδη, ας πουμε οτι ειδα ενα ονειρο χτες βραδυ, κι ας πουμε πως θα το διηγηθω. Ας προσποιηθουμε ολοι πως δεν ξερουμε οτι τα ονειρα ειναι στ'αληθεια οι χωματερες της αντιληψης και πως κανεις δεν διηγειται ποτε τα ονειρα του ακριβως οπως τα ειδε γιατι κανεις δεν θελει να περιγραψει πως εισεβαλλαν στο δωματιο του δυο γιγαντια ψαλιδια ντυμενα με ροζ βινυλιο χορευοντας Οντορι γυρω απ'το κρεβατι του ενω εκεινος εκανε σεξ με εναν ανδρογυνο αιγυπτιακο θεο. Ας πουμε πως τα ονειρα ειναι γουωλτντσνεϊκοι σκλαβοι της συμβατικης αφηγησης κι ας πουμε οτι ολα αυτα τα ειδα στον υπνο μου. Λιγο μετα τη φαση Δελτα μεταξυ τεταρτου και πεμπτου σταδιου συνειδητοτητας, ας πουμε για να γινει πιο πιστευτο. 

Στ'ονειρο μου λοιπον, ημουν μεσα σε ενα σινεμα. Ηταν ενα απ'αυτα τα παλια σινεμα του κεντρου της Αθηνας, αυτα με τα κοκκινα ανατριχιαστικα στην αφη καθισματα και την γλυκερη βαρια σαν καλοκαιρινο απογευμα μυρωδια. Απ'αυτα που πουλανε πατατακια και κρασι σε γερμενα αναψυκτηρια και που οταν κατεβαινει η οροφη και μπαινει ο ηλιος μεσα μοιαζουν περισσοτερο με παραπονεμενα αμφιθεατρα παρα με σινεμα. Καθομασταν ολοι λεει στα κοκκινα καθισματα μας και παρακολουθουσαμε με προσοχη. Απεναντι μας, η οθονη ειχε αποσυρθει και αντι γι'αυτην, ενα τραπεζι βρισκοταν στο βαθρο μπροστα της. 

Στο τραπεζι καθονταν τρεις αντρες. Αυτος στ'αριστερα, δεν μιλουσε σχεδον καθολου, παρα μονο καθοταν με το πηγουνι του να στηριζεται στις γροθιες του και κοιτουσε γυρω του καχυποπτα. Ο αλλος στα δεξια ειχε πιο ευγενικη φυσιογνωμια, ισιωνε συνεχεια τα γυαλια του καθως προσπαθουσε να μεταφρασει τα γοητευτικα σπαστα αγγλικα του διπλανου του. Αυτος ηταν ο μεσαιος, ο ομιλητης, και ηξερα αμεσως οτι ηταν ενας λαμπρος δημιουργος, ενα φωτισμενο μυαλο, και ταυτοχρονα ημουν σιγουρη οτι ειχα μπροστα μου ενα μεγαλο καθικι, εναν μοχθηρο φαφλατα, και τον λατρευα γι'αυτο. Μιλουσε, ελεγε κατι για την ετεροχρονισμενη αφηγηματικη ροη και το εσωτερικο μονταζ των μονοπλανων, και κρεμομασταν ολοι απο τα χειλη του. Καθοταν γερμενος στο μικροφωνο, με το μετωπο του ν'αντανακλα τις προσδοκιες μας, κι ομως ισα που ακουγοταν μ'αυτη την αβολα διακριτικη φωνη του κι αυτον τον βαθυ ωμο του τονο. Τα ματια μου περιπλανηθηκαν λιγο στο χωρο και πεσανε στο ξυλινο σταντ διπλα στο τραπεζι, πανω του βρισκοταν μια ολοσωμη ασπρομαυρη φωτογραφια του ομιλητη, καποια χρονια πριν οπως συμπερανα απ'το χρωμα των μαλλιων του, που τωρα επεφταν στην πλατη του σε μια ολολευκη αδυναμη κοτσιδα. Τα φωτα στην αιθουσα ηταν πολυ δυνατα κι ενα ευγενικο βουητο αγκαλιαζε τα ηχεια, κι εκεινος μιλουσε, μιλουσε, κι εμεις ρουφουσαμε την σοφια του σαν καυλωμενοι θρησκοληπτοι, η διαδικασια της κινηματογραφησης, ελεγε, ειναι σαν μια μεγαλη παρτουζα οπου ολοι πρεπει να χυσουνε την ιδια ακριβως στιγμη. Ο μεταφραστης ζοριστηκε λιγο να το αποδωσει αυτο, κι υστερα καποιος απ'το κοινο ρωτησε κατι για το σελιλοϊντ και τον εβγαλε απο τη δυσκολη θεση. Τοτε ηταν που ξαφνικα, ο ουρανος σκοτεινιασε κι η οροφη αρχισε να κλεινει. Ακουστηκαν δυο μικρες παραστρατημενες βροντες κι υστερα η αιθουσα αιωρηθηκε για λιγο σιωπηλη γυρω απο τον ομιλητη.

Σηκωσε για πρωτη φορα το κεφαλι του και μας κοιταξε σα να βρισκοταν στο τελος μιας χρονομετρησης την οποια αγνοουσαμε μεχρι τωρα. Στριφογυρισε στα δαχτυλα του το αδειο απο νερο ποτηρι του και πλησιασε το μικροφωνο. "Δεν υπαρχει χωρος για αληθοφανεια στη δημιουργια", ξεκινησε να λεει, "ολα τα δημιουργηματα πρεπει να φαινονται ως τετοια. Οι λεξεις ειναι αχρηστες οταν σκεφτεσαι με εικονες, κι αλλωστε ολες οι ιστοριες εχουν ειπωθει απο αλλους πριν απο μας. Ξεχαστε τα μεγαλα παθη και τα βιβλικα εγκληματα, αυτα εχουν παρενοχληθει σεξουαλικα πανω στα γονατα της τεχνης αμετρητες φορες. Θελω να σκεφτειτε τις μικροσκοπικες καταστροφες, τις αφανεις τακτικες τραγωδιες που βουιζουν σαν μελισσες γυρω απ'τα κελια της παρανοιας ενος καθημερινου ανθρωπου. Θελω να σκεφτειτε με λεπτομερειες, με ορεκτικα, με περιτυλιγματα. Θελω να φανταστειτε, πως ειναι να ξυπνατε το πρωι. Μπουκωμενοι, αργοπορημενοι, βαριοι, να σερνεστε στην κουζινα με κοπο και μισανοιχτα ματια, κι εκει πανω απ'το νεροχυτη καθως σκαρωνετε ενα καφε, να κοιταξετε εξω απ'το παραθυρο, με φρεσκοξυπνημενη βεβαιοτητα οτι θα δειτε τον κοσμο να ξεσφιγγει τα δαχτυλα του γυρω απ'το λαιμο σας με την καθησυχαστικη του ρουτινα. Φανταστειτε, καθως κοιτατε εξω απ'το παραθυρο με μικρους κοκκους ζαχαρης κολλημενους στο μεσαιο σας δαχτυλο, να δειτε ξαφνικα απεναντι μια νεοκτιστη πολυκατοικια που πριν δεν ηταν εκει. Καμια τρομακτικη τροπη, κανενα συνταρακτικο τοπιο, απλα μια καινουρια πολυκατοικια απεναντι στην αλλη ακρη του δρομου, μια πολυκατοικια που κρυβει τη θεα του μικρου γηπεδου μπασκετ που σαν ερασιτεχνικη γκραβουρα κοσμουσε το παραθυρο σας μεχρι τωρα. Και ποιος χεστηκε για το γηπεδο του μπασκετ, τα φωτα του ηταν πολυ δυνατα κι ολο παραπονιοσασταν για τη φασαρια, μα τωρα αντι γι'αυτο ειναι μια πολυκατοικια μπροστα σας, μια φωλια που συντομα θα στεγασει νεους γειτονες, με τα παιδια, τα στερεοφωνικα, τα κατοικιδια τους, τις μικρες γλυκες ζωες τους να σταζουνε πανω στο παραθυρο σας και να διαστρεβλωνουν με τις αντοχες τους τον τροπο που εισεβαλλε μεχρι τωρα το φως στην κουζινα σας. Θελω να σκεφτειτε τον φοβο. Θελω να φανταστειτε οτι σταματατε στον φουρνο στη διαδρομη για τη δουλεια, για ν'αγορασετε το καθημερινο σας κουλουρι απ'την γραφικη φουρναρισσα που σχολιαζει παντα με χαμογελο κατι που φορατε, και θελω να φανταστειτε ενα λευκο χαρτι στην πορτα του, που με μεγαλα στραβοχυμενα γραμματα απο χοντρο μαυρο μαρκαδορο, λεει "ΚΛΕΙΣΤΟ ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ". Μονο αυτο, τρεις λεξεις, τρεις προχειρογραμμενες λεξεις, κλειστο, απροσιτο, οχι πια ασυλο, σταθμος ανεφοδιασμου και παρηγορια, κλειστον μεχρι νεωτερας κι η γλυκια διαβεβαιωση της καθημερινοτητας σας εξατμιζεται επ'αοριστου χρονου. Θελω να σκεφτειτε την απογοητευση, θελω να φανταστειτε οτι φτανετε στο γραφειο σας μετα απ'την συνηθισμενη πρωινη δοκιμασια της διαυγειας σας, μονο για ν'ανακαλυψετε συντομα οτι η καθ'ολα αδιαφορη μεχρι προτεινος συναδελφος τους διπλανου γραφειου, εχει αλλαξει χρωμα στα μαλλια της. Η νεα καλοπληρωμενη της αυταρεσκεια δεν την κανει βεβαια λιγοτερο βαρετη, αλλα η πολυμηχανη ντεκαπαζ της κανει θαυματα για τη δημοτικοτητα της. Θελω να σκεφτειτε το μοναχικο τριξιμο της καρεκλας σας, την κλεμμενη θεση στο παρκινγκ της αυτοπεποιθησης σας, θελω να φανταστειτε πως ειναι για μια μικρη στιγμη να μην γυριζει ο κοσμος γυρω σας αλλα να παραπαιει γυρω απ'τον εαυτο του. Φανταστειτε ενα τηλεφωνημα απ'την αδερφη σας οπου σας ανακοινωνει οτι παντρευεται, η αδερφη σας, με χρυσες κοτσιδες, μουτρωμενα χειλια και γυμνα ποδαρακια, πεντε χρονων στην αυλη να μαλωνει μαζι σας για μια κουκλα και να φοραει νυφικο και πεπλο, πως γινεται να παντρευεται, η αδελφη σας δεν γινεται να παντρευεται, ειναι πεντε χρονων και πανεμορφα μουτρωμενη και πρεπει να μεινει αιωνια ετσι. Θελω να σκεφτειτε τη συγχυση να τερματιζει πριν απ'την χαρα σας, θελω να σκεφτειτε φρεσκοβαμμενους τοιχους με μπογιες που μυριζουν σαν αλλαγη, διασκευες λατρεμενων σας τραγουδιων, συναντησεις με παλιους συμμαθητες, εορταστικα τηλεοπτικα προγραμματα και παρτυ συνταξης, κι αν ολα αυτα δεν ειναι αρκετα, θελω να φανταστειτε μονο αυτο. Θελω να φανταστειτε να γυρνατε το βραδυ σπιτι σας υστερα απο μια στοργικα κουραστικη ημερα, κι αφου βγαλετε τα ρουχα σας, σταθειτε κατω απ'το νερο και φορεσετε τα πιο ανετα κι ανυπομονα για στοργη εσωρουχα σας, καθεστε μπροστα στον υπολογιστη σας με πολυτιμη ανακουφιση, στριβετε ενα παχυ ιδρωμενο τσιγαρο και συνειδητοποιειτε με απολυτο, απολυτο καθολικο και καταμαυρο τρομο, οτι δεν εχετε αναπτηρα".

Ο ομιλητης εκανε μια παυση και ηπιε με λαιμαργη βιασυνη τις τελευταιες σταγονες που ειχαν απομεινει στο ποτηρι του. Μας κοιταξε ξανα και χαμογελασε χωρις να κουνησει καθολου τα χειλη του. "Και τωρα", μας ειπε "θελω να μου πειτε μονο ενα πραγμα. Θελω να μου πειτε που θα βαλετε την καμερα".

Ολες μας οι καρεκλες ενιωσαν μικρους κραδασμους και τα χερουλια τους γευτικαν αγχωμενες τσιμπιες στην τραχια τους επενδυση. Στριφογυρισαμε στα καθισματα μας, κι εγω πιο ανησυχη απ'ολους διπλωσα τα γονατα μου κρατωντας κοντρα με τις πατουσες μου στο καθισμα του μπροστινου, πιο ανησυχη απ'ολους γιατι ηξερα, πως κοιτουσε εμενα λες και το βελος της εργαστηριακης του σοφιας ειχε βρει το στοχο του. "Που θα βαλετε την καμερα", ρωτουσε, "δεξια, αριστερα, λοξη γωνια, κοντρ μπλονζε, γκρο πλαν, που θα βαλεις την καμερα" ρωτουσε, με ρωτουσε, "που θα βαλεις την καμερα" και ξαφνικα ολοι κοιτουσαν εμενα που ιδρωνα τις γροθιες μου και μαζευα τα γονατα μου και θα φοβομουν πως ημουν γυμνη ετσι που με κοιτουσαν, αν δεν ενιωθα το κινητο μου να δονειται στο αθορυβο μες στην τσεπη μου, και δεν ηθελα ν'απαντησω στον ομιλητη κι ας ημουν βαθια ερωτευμενη μαζι του, γιατι ηξερα πως η πραγματικη ερωτηση δεν ηταν αυτη, η πραγματικη ερωτηση ηταν το μεγαλο γοητευτικο "γιατι" που ροκαρει τις ανασφαλειες της ανθρωποτητας απο την αρχη της συνειδησης, και το κινητο μου χτυπουσε κι επρεπε να τρεξω να το σηκωσω και να βρω μια δικαιολογια να μη γυρισω πισω και να θυμαμαι απο δω και μπρος να καβατζωνω οσους περισσοτερους αναπτηρες μπορω.

Κι ας πουμε πως σ'εκεινο το σημειο, χτυπησε το κινητο μου και ξυπνησα. Τα κινητα εχουν παντα κακα νεα να σου πουν οταν χτυπουν επιμονα μεσα στα ονειρα σου, και καμια φορα ερχονται και οι μητερες τραγωδιες να κανουν παρεα στα παιδια τους, τις λεπτομερειες, αλλα συνηθως, μη φοβαστε, συνηθως, δεν συμβαινει απολυτως τιποτα σπουδαιο. Κι αυτο δεν το λενε γκρο πλαν, το λενε λανθανουσα θλιψη. Κι η καμερα ειναι παντα στην ιδια θεση κι ολοι ξερουμε να πουμε γιατι τη βαλαμε εκει.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Entry #12

Eλα ρε γαμημένο, δως μου ο,τι θες. Δως μου Δευτέρες κι ορμόνες, τσουβάλια Δευτέρες πεσμένες κάτω απ'τον ήλιο να παραγίνονται και να λιώνουν, δως μου γρατζουνισμένα φτερά και πατρικές συμβουλές, δως μου άδειους δρόμους να μην ξέρω τι να τους κάνω. Δως μου ο,τι μπορείς γαμημένο, δως μου αχόρταγους κάδους ανακύκλωσης και ναυαγισμένα δευτερόλεπτα να τα σώσω, δως μου να λειάνω τις γωνίες σ'ένα τετράγωνο, δως μου μια αβάφτιστη ψυχή, ένα αρχαιοελληνικό τέλος για οποιαδήποτε απο τις ιστορίες μου. Δως μου ο,τι καλύτερο έχεις, το καλύτερό σου χτύπημα, δως μου μια ρωγμή στη γυψοσανίδα του χρόνου κι εγώ θα την φοβηθώ και θα κρυφτώ κάτω απ'την κάσα της πόρτας. Δως μου έναν θανάσιμο εχθρό κι εγώ θα τον μπερδεύω συνέχεια με κάποιον άλλο, με κάποιον πιο όμορφο. Δως μου μια φωτοτυπία ενός αισθήματος κι εγώ αντί να μπορώ και να μη θέλω, θα θέλω και δεν θα μπορώ. Κάνε με να επιθυμήσω κάτι ρε γαμημένο, κάνε με να επιθυμήσω κάτι αρκετά ώστε να κλωτσήσω αυτή την καρέκλα να πέσει να βυθιστεί μες στο νερό, κάθε πρωί προσεύχομαι στον ανεμιστήρα μου και κάθε βράδυ νυστάζω για να ξεχάσω. Κάνε με έστω να νοιαστώ για μαλακίες, κάνε με να ενδιαφερθώ για κοπλιμέντα και αυτοσκοπούς, για μάσκες ομορφιάς και για βιβλία με γυαλιστερά εξώφυλλα, κάνε με να πιστέψω σε ζώδια και φωτογραφίες απο διακοπές, σε δείκτες νοημοσύνης και σε γλώσσες που δεν διαβάζονται με τα μάτια, κάνε με αληθινό κορίτσι, αυτό το ξύλο που είναι το σώμα μου σαπίζει και ξεφουσκώνει σαν ήχος απο μασημένη κασσέτα με εξωγήινες εφηβικές μπαλάντες. Ξέρω πως έχεις κι άλλα για μένα, δεν έχω τελειώσει μαζί σου, έχω εναποθέσει όλες μου τις ελπίδες σ'αυτή τη γλάστρα στο μπαλκόνι μου, και θα δεις πως κάποια μέρα, θα γράψω κάτι τόσο καλοφωτισμένο κι εκκωφαντικό, που θα σε λυγίσω.

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Ξέρειs

θα'θελα να μάζευα μία μία όλες τις πεποιθήσεις που είχα ποτέ 
να τις πέρναγα δυο χέρια γυαλόχαρτο 
μέχρι να γίνουν κάτασπρες και ξεθωριασμένες 
όπως πρέπει να είναι οι σωστές πεποιθήσεις
θες να σου πω γιατί δεν βλέπεις τον ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο;
είναι γιατί τον κρύβω μέσα στις χούφτες μου
και τραβάει τόσο καιρό τώρα αυτή η δουλειά
που μιλάει πια εκείνος με τη φωνή μου
κι εγώ με τη δική του
γι'αυτό κάθε φορά που ανοίγω το στόμα μου ακούγεται ένας ήχος
σαν κάτι που πλησιάζει μα δεν φτάνει ποτε
σαν σφύριγμα, σαν σειρήνα
Αρχίζει το πάρτυ
πάνω που νόμιζα πως είχα σοβαρευτεί
θυμήθηκα πως έχω να γυαλίσω και τις μπάρες απ'τα κελιά
που έχω κλεισμένες τις ντροπές μου
δεν ξαναμιλάω σου λέω
απαρνιέμαι τη θρησκεία της γλώσσας 
κι ασπάζομαι την αδελφότητα των δαχτύλων
μόνο απο αγγίγματα καταλαβαίνω
απο λέξεις τίποτα
όλες οι λέξεις που είχα να σου πω μου ξηγήθηκαν ινδιάνικη μπλόφα
μ'εγκατέλειψαν πάνω που το ρολόι χτύπησε δώδεκα
μα ξέρεις, το είχα βάλει μια ώρα μπροστά
έχω αρκετό χρόνο να καπνίζω τα ίσως σου
κι έχω γεμίσει ήδη ένα τασάκι αποσιωποιητικά

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

The M Theory

Dεν έφταιγε το φεγγάρι για όλα όσα έγιναν χτες. Εκείνο κρεμόταν ήσυχο απ'το αυτί του ουρανού, μέχρι που το λέρωσε ο ήλιος στη δεξιά πλευρά, και τότε άρχισε να στάζει πάνω στη θάλασσα. Κι έμοιαζε τόσο τρομακτικά με τον πλανήτη μου, που σχεδόν μπορούσα ν'ακούσω τ'ασημένια δέντρα να σκίζουν την ηλιόβαμμένη επιφάνειά του με τις μεταλλικές τους ρίζες και τ'αλουμινοχάρτινα φύλλα τους να κλαίνε σαν αδέξια μεταλλόφωνα - θέλω να πω, το φεγγάρι με κάλεσε χτες, κι εγώ σηκώθηκα κι άρχισα να περπατάω προς το μέρος του. Κανείς δεν με σταμάτησε, κανείς δεν ρώτησε που πάω, κι έτσι ανένοχα μπήκε ένα σύμπαν ανάμεσα σε μένα και τους ανθρώπους, ανάμεσα σε μένα και τη φωτιά τους, κι ήταν ένα σύμπαν αυτάρκες κι ολιγαρκές που δεν έπιανε χώρο μέσα μου, γιατί καθώς μεγάλωνε έχτιζε διαστάσεις να τις κατοικήσει, κι ήταν παραπάνω από έντεκα κι οι περισσότερες ήταν χρονικές και όχι χωρικές, κι έκανε ψύχρα αλλά εγώ για κάποιο μυστήριο λόγο δεν κούμπωνα τη ζακέτα μου. Τότε ήρθε εκείνος ο σκύλος δίπλα μου, εκείνος ο σκύλος που το είχε σκάσει απ'το αφεντικό του στη μέση της βραδυνής τους βόλτας γιατί τον κάλεσε κι αυτόν το φεγγάρι. Δεν έτρεξε προς το μέρος μου ζητιανεύοντας χάδια και πως τον θαύμασα γι'αυτό, απλά με πλησίασε μ'ένα αργόσχολο νάζι στην ουρά και στάθηκε δίπλα μου, και φυσικά γνωριζόμασταν απο πάντα. Κι έτσι περπατήσαμε μαζί, σαν δυο παλιοί φίλοι που δεν έχουν τίποτα καινούριο πια να συζητήσουν, μέχρι που φτάσαμε ως τα βράχια κι η θάλασσα μας έκλεισε το δρόμο για το φεγγάρι και ξέραμε πως ως εδώ ήταν, ως εδώ μόνο φτάνουμε κι όχι παραπέρα, και για πρώτη φορά ήταν ανακούφιση τα σύνορά της κι όχι φυλακή. Και παρόλο που είχα τόσο απομακρυνθεί απ'τους ανθρώπους κι απ'τη φωτιά τους, ήξερα δυνατά και καθαρά πως η θέση μου πια ήταν δίπλα τους μα όχι μαζί τους, κι ήμουν αγνή και σωστή χωρίς ανθρώπινα αισθήματα, όπως με ήθελε το φεγγάρι. Έσκυψα στο αυτί του φίλου μου, πήγαινε να βρεις τον Αφέντη σου, του ψιθύρισα, του χάιδεψα τον λαιμό και τον φίλησα ανάμεσα στα μάτια, κι όταν αυτός με κοίταξε με παράπονο, του ψιθύρισα και τ'όνομά του με μια μικρή ντροπή, κι ήξερε τότε πως κι εγώ τον αναγνώρισα και πως ήμασταν δεμένοι κι ας μην είχαμε συναντηθεί ποτέ πριν, γιατί είχαμε τον ίδιο Αφέντη κι αυτός ήσουν εσύ και όχι το φεγγάρι, κι έτρεξε τελικά μακριά μου το ίδιο αργόσχολα όπως είχε έρθει. Ξεκίνησα να επιστρέφω πίσω στη φωτιά και στους ανθρώπους με το καινούριο μου σύμπαν κρεμασμένο απ'το λαιμό μου, κι όταν άκουσα τους έλικες των διασωστικών ελικοπτέρων στον ουρανό, αποφάσισα πως δεν ήθελα να με δουν, δεν ήθελα να με βρουν ποτέ. Κι όσο πλησίαζα και πάλι τους ανθρώπους και τη φωτιά τους, τόσο πιο δυνατά άκουγα να τραγουδάνε

start wearing purple, wearing purple, start wearing purple for me now

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Πίσω στoν Γκαλιφρευ όλoι έχoυν πεθάνει


Θυμάσαι τότε που μ’άγγιζες κι όργωνες το μάγουλό μου και φύτρωναν χαμόγελα κι αγκάθια πλεγμένα κι όταν έλεγα τ’όνομά σου κρεμόμουν απ’το τελικό του σίγμα και τραμπάλιζα πάνω απ’την άβυσσο που κρυβόταν στο λαιμό σου κι η μια απ’τις δυο καρδιές μου έσπαγε πάνω στη φωνή σου κι η άλλη χτυπούσε στις ίδιες συντεταγμένες με τα δάχτυλά σου όταν ακούγαμε μαζί μουσική και τώρα όταν ακούμε μαζί μουσική φοράς κάποιου άλλου το πρόσωπο και για σένα ένα άγγιγμα είναι απλά ένα άγγιγμα και κανένα απ’τα πάθη σου δεν μου μοιάζει κι είναι κρίμα γιατί αν με ήθελες λίγο θα σε ήθελα πολύ.

τους έβλεπα που βομβάρδιζαν τον πλανήτη μου και νόμιζα πως ήταν πυροτεχνήματα

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

T Minus

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη
φέτος το Πάσχα, το μόνο που θέλω για τη γιορτή μου, είναι να με σηκώσει να χορέψουμε το πιο ωραίο αγόρι της τάξης.

υ.γ. μην τους αφήσεις να μου βάλουνε τόσα πολλά κεράκια στην τούρτα.

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

The Subaudible

ξεφορτώθηκα την ουτοπία μου σήμερα κατα τ'άλλα ήταν μια συνηθισμένη μέρα, απλά ήθελα να σου τραβήξω την προσοχή το έκανα με τον μόνο αποτελεσματικό τρόπο, μ'ένα ξυράφι μέσα σε καυτό νερό ένα κοριτσάκι που μου μοιάζει μυστηριωδώς ήταν παγιδευμένο εκεί μέσα, δεν είχα άλλη επιλογή και πάνω που στόμωνε το ξυράφι άκουσα τη Φρίντα να κλαίει που έχασε τον Τζόνι της,  ήταν λάθος της ν'αφήσει το μονοπάτι για να κατουρήσει και τώρα το κοριτσάκι κρύωνε τα βράδια και βαθιά μέσα της ήξερε πως θα'πρεπε να είχες καταλάβει πια πως κάθε φορά που γράφω για σένα δεν είσαι παρά ένα κολάζ των περαστικών της ζωής μου ο λύκος, ο λύκος που κρύβεται πίσω απ'τις σκιές κάθε χαμένου μονοπατιού την παρακολουθούσε καθώς κοιμόταν πάνω στις κρύες πέτρες πως γίνεται να με φοβίζουν δυό αριθμοί ο ένας δίπλα στον άλλον, εμένα που'χω πάψει να μιλιέμαι με τον χρόνο ο μπαμπάς της είχε πει κάποτε πως ο θεός είναι σαν τους ήχους που απομωνώνει καθημερινά το αυτί μας και την έβαλε να προσευχηθεί στο λέβητα του καλοριφέρ και στις μεταμεσονύκτιες λεωφόρους μη μ'αφήνεις τώρα που φοβάμαι γιατί κάθε φορά που τελειώνουμε ξαναρχίζει η αναζήτησή μου για σένα ¨¨¨¨¨όταν μεγαλώσω θα σε παντρευτώ¨¨¨¨ψιθύριζε το κοριτσάκι στον λύκο πριν κλείσει τα μάτια της μα η ουτοπία μου είναι σαν τις μουνότριχες, πάντα ξαναφυτρώνει περίμενε, μη φεύγεις, ξέχασα το διαστημόπλοιό μου στη χούφτα σου δε μεγάλωσα ποτέ έλα και νίκησέ με

inspired by stephen king's "the girl who loved tom gordon"