is touching yourself worth an eternity in hell?

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Kαι τα σκaμπώ aνάποδa

για το φίλο μου τον εξτέτοιο...


Απόψε
όλα τα σημάδια που'χω απ'τη γέννα κόβουνε βόλτες απάνω μου
Απόψε
διαλέγουμε θρίαμβους και τρικλοποδιές απο το ράφι
και κατευθείαν μέσα στην πλαστική σακούλα
Απόψε
πάνε όλα δυο-δυο, εμείς, τα ποτά, οι ευχές, τα παράθυρα
Απόψε
ξεχειλίζουν οι καφέδες στα μπρίκια
κι ο Μήτσος το χελιδόνι ζεσταίνεται απ'τα σκατά
Απόψε
κόκκινα κραγιόν και τα ωραία μου μπούτια
Απόψε
να ξερνάμε γοργόνες
να σκίζουμε στόματα
Απόψε
ή μέλι να φάμε όλοι ή σκατά να φας μόνος σου
Απόψε
είμαι ελαφριά και χαμογελαστή χωρίς κανένα λόγο

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010


Ρε, δεν το βλέπεις ρε;
Άμα δεν έχουνε μαζέψει τρίμμα τρίμμα τον καπνό απ’το τραπέζι να στρίψουνε τσιγάρο
Ρε άμα δεν πάνε μέχρι την τουαλέτα με το ποτήρι το κρασί στο χέρι
Άμα δεν έχουνε περάσει μέσα από τοίχους ξυπόλυτοι,
Άμα δεν ξέρουνε να σου πούνε προστυχιές πριν πας για ύπνο
Άμα δεν σε κοιτάξουνε πίσω απ’τα γόνατα ρε
Ρε άμα δε καίγονται να πιουν νερό κρυφά απο κει που θα πλυθείς
Πως γίνεται και δεν το βλέπεις ρε;
Δεν έχουνε τίποτα να σου πουν.
Ρε μαλάκα ρε
Μόνο εγώ ήμουνα για σένα.

Kλειδί

Eίχα αγοράσει ένα κρεμαστό από έναν πλανόδιο. Σ’εκείνο το νησί, σ’εκείνο που μακάρι να μην είχα αφήσει. Ήτανε κλωστές μωβ κι ένα κλειδί μεγάλο παλιό κρεμότανε στην άκρη. Το φόραγα κι έκανα εντύπωση. Ρώταγε ο κόσμος. «Είναι το κλειδί της καρδιάς σου;» ρωτάγανε. Κορόιδευα. Το κλειδί της τουαλέτας, τους απαντούσα. Το’δε μια μέρα ένα κοριτσάκι, γούρλωσε τα μάτια. «Το μαγικό κλειδί!» μου φώναζε, «έχεις το μαγικό κλειδί». Ήτανε λέει ζωγραφισμένο ίδιο σ’ένα απ’τα παραμύθια της. Πίσω στην Αθήνα, μου’λεγε να την πιστέψω, είχε ένα παραμύθι μ’ένα κλειδί στο εξώφυλλο, ίδιο ολόιδιο. Κι άμα το έβρισκες, μου’λεγε, άνοιγες την πόρτα στο τέλος του ουράνιου τόξου και μέσα εκεί είχε ό,τι ποθούσες. Γινόντουσαν οι πέτρες χρυσάφι, μου’λεγε. Γινόντουσαν τ’αστέρια κοσμήματα. Δε θέλω χρυσάφι και κοσμήματα, της έλεγα, κι έτρεχε αυτή μακριά μπερδεμένη. Ερχότανε μετά πίσω, με μαρκαδόρους και χαρτιά. «Θες τον Πρίγκηπα» μου’λεγε, και μου ζωγράφιζε στο πόδι. Αστέρια και πέτρες κι αγόρια με μακριά μαλλιά και σπαθιά που’τανε λέει Πρίγκηπες. Έβαζε κι υπογραφή και μου τα’δινε. Να τα πάω στην άκρη του ουράνιου τόξου. Ν’ανοίξω με το μαγικό κλειδί μου να γίνουνε αλήθεια. Έξι χρονώ κοριτσάκι. Με τι καρδιά να του’λεγα να μη πιστεύει στα παραμύθια; Πως, αυτό που εσύ το έλεγες υπέρβαση, εκείνη το έλεγε βάζω το ένα πόδι μπροστά απ’το άλλο και περπατάω. Εκείνο το κοριτσάκι ήτανε πιο έξυπνο κι απο μένα κι απο σένα μαζί.

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Λύκε Λύκε είσaι δω;

Aγαπητέ Λύκε,
πάει καιρός απο την τελευταία φορά που μιλήσαμε. Θέλω να ξέρεις πως δεν σου’χω κακιώσει καθόλου που δεν μου γράφεις πια συχνά. Ίσως να φταίω κι εγώ, ήμουν κάπως στον κόσμο μου τελευταία. Τελοσπάντων, ελπίζω να είσαι καλά.

Εγώ καλά, όπως τα ήξερες, δεν έχει γίνει τίποτα καινούριο, πρεσβεύω πως κάνω ο,τι καλύτερο μπορώ και τα τοιαύτα. Όλα παραμένουν ήσυχά στη γη που ονομάζω «ερήμην-μου». Οι μέρες έχουν ξεχάσει πως τις λένε κι αποκαλούνται όλες «σήμερα». Δεν κοιμάμαι ποτέ όπως ξέρεις κι έτσι έχω πολύ ελεύθερο χρόνο ν’αργοπεθαίνω απο τη γνωστή μου ασθένεια, τη βαρεμάρα.

Τώρα που είπα βαρεμάρα, θυμάσαι τότε που μας επιτέθηκε ο ήλιος και γίναμε ένα με τη γη για να σωθούμε; Παλιές καλές ημέρες...

Όπως τα ξέρεις λοιπόν, βαριέμαι, καπνίζω και γράφω. Όλα καλά, μόνο που να, μερικές φορές νιώθω το κεφάλι μου παγωμένο σαν να έχω καταβροχθίσει μονορούφι μια γρανίτα, κι ύστερα μ’αρπάζει ένας πόνος. Ένας πόνος τσιγγάνος, πάει κι έρχεται, μ’αφήνει και με ξαναπιάνει. Είναι μια απόκοσμη αίσθηση, σαν εξωσωματική εμπειρία, μόνο που αντί να είμαι έξω απ’το σώμα μου, είμαι μέσα του. Δεν είμαι πια αυτή που καπνίζει και γράφει, είμαι κάποιος που με παρατηρεί να καπνίζω και να γράφω μέσα απ’το σώμα μου, κλεισμένος σε μια τεθωρακισμένη σαπουνόφουσκα.

Όπως τότε που είχα κλειστεί σ’εκείνο το ασανσέρ μέσα στο κεφάλι σου, θυμάσαι; Δεν ήθελα να πάω απ’τη σκάλα γιατί ήταν μουχλιασμένη και την είχα ήδη πατήσει μια φορά.

Λοιπόν που λες, όταν με πιάνει αυτό το πράμα, μου είναι πολύ δύσκολο να κάνω οτιδήποτε. Επειδή με βλέπω εκ των έσω, δεν μπορώ πια να ξεχωρίσω τα όρια του σώματός μου. Δεν ξέρω που τελειώνω εγώ και που αρχίζει το τραπέζι ή το πάτωμα. Είναι όλα ρευστά, είναι όλα ενέργεια. Πρέπει να προστάξω χειροκίνητα τους μυς μου να συσπαστούν. «Συσπάσου τένοντα, κουνήσου αντιβραχίονα, μην τεμπελιάζετε ίνες του μυοκαρδίου!» Είναι πολύ κουραστικό. Με εξαντλεί, καίει τις ασφάλειες και το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μου μπαίνει στο αθόρυβο με δόνηση. Δε λέω, είναι πολύ όμορφα εκεί μέσα όταν έχει ησυχία. Είναι σα να είμαι ολομόναχη μέσα σε ένα μουσείο. Έχω συνηθίσει να ψυθιρίζω ακόμα κι αν δεν υπάρχει λόγος. Έτσι απο έναν περίεργο σεβασμό.

Θυμάσαι τότε που κολυμπούσα πολύ προσεκτικά μαζί με τα δελφίνια, και ξαφνικά το χέρι σου πετάχτηκε απ’το βυθό και με τράβηξε προς τα κάτω; Δεν ήτανε σωστό αυτό που έκανες τότε, ακόμα στο κρατάω.

Πάντως είναι ωραία αυτή η ησυχία. Είμαι τεράστια κι επεκτατική εκεί μέσα, είμαι τόση πολλή που δεν πιστεύω οτι χωράω να με ξαναστριμώξω μέσα στο σώμα μου. Είμαι το καύσιμο του σύμπαντος, είμαι μια στρατιά απο μόρια. Δεν θυμάμαι πια τίποτα, δεν ξέρω να γράφω, να διαβάζω, ν’αγαπάω, όλα μοιάζουν με περίεργα ακαταλαβίστικα ψηφία. Είμαι 29 χρόνια πιο ελαφριά, το φαντάζεσαι; Αλλά δυστυχώς δεν κρατάει πολύ. Ύστερα απο λίγο παίρνουν μπρος οι εφεδρικές γεννήτριες και το σώμα μου αρχίζει ν’αναβοσβήνει κόκκινο. «Μεηντέη, μέηντεη!» φωνάζει το αριστερό ημισφαίριο, «εισερχόμαστε σε άγνωστα εδάφη, εγκαταλείψτε άμεσα την κάψουλα».

Α, τότε που σου κλώτσησα όλες τις κούνιες στην αυλή σου γιατί ζήλεψα που εγώ δεν είχα ποτέ κούνιες στη δική μου, θυμάσαι; Γελούσες και με τράβαγες με την κάμερα.

Συνήθως τσακώνομαι με το αριστερό ημισφαίριο. «Σσσσςςςς», του ψιθυρίζω, «δεν βλέπεις οτι έχω δουλειά εδώ πέρα; Δεν βλέπεις οτι προσπαθώ να συγχρονιστώ με τη φορά του Δία; Πήγαινε να ενοχλήσεις καναν άλλον κι άσε με ήσυχη». Αλλά αρχίδια, τα’χει ήδη καταστρέψει όλα. Ξαφνικά είμαι πάλι μέσα στο πιλοτήριο πίσω απ’τα μάτια μου, ξαφνικά καπνίζω και γράφω και θυμάμαι τα πάντα κι είμαι πάλι βαριά και βαριεστημένη. Άτιμο σύστημα αυτοσυντήρησης. Ούτε ένα εγκεφαλικό δεν μπορούμε να πάθουμε με την ησυχία μας.

Όπως τότε που με σκούνταγες και μου πετούσες χαρτάκια απ’το πίσω θρανίο. Εσύ δεν ήσουν; Εσύ ήσουν, καλά θυμάμαι.

Υποθέτω βέβαια πως εσύ ούτε θυμάσαι ούτε σ’απασχολούν όλα αυτά. Δεν πειράζει, κουβέντα να γίνεται, κι αν έχουμε αποξενωθεί εγώ θα συνεχίζω να σου γράφω, έτσι για να μη χάνουμε επαφή. Στείλε κι εσύ και πες μου τα νέα σου απο κει πάνω. Κι αν σου βρέθει τίποτα καλό, ξέρεις ε; Να μας φωνάξεις.

Σ’αφήνω Λύκε. Μου’χει μείνει λίγο πτήση στο πορτοφόλι, πάω να την κάνω συνάλλαγμα. Τεηκ κεαρ και τέτοια. Εις το επανειδείν.

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Kι aντι γι'αυτo

ειμαι ψηφιακη και dolby, ειμαι χρεωκοπημενος ομιλος, ειμαι πινακιδα κρυμμενη πισω απ’τα δεντρα, εχω μονο ο,τι χρειαζομαι, ξερω μονο οσα προλαβαινω, ειμαι αναξιοποιητο προσον, ειμαι εξημερωμενος ανεμοστροβιλος, ειμαι κι η πιττα κι ο σκυλος, για να μη σου πω και το μαχαιρι, ειμαι συνταξιουχος σουπερ ηρωας, ειμαι γυαλια ηλιου, ειμαι εξωστης, μασημενη κασσετα, παπαρουνα, βαρυτητα, ειμαι γαζα και αιμα,


και παλι δεν ειμαι δικη...

Wishlist

θα’θελα να μουνα ασπρομαυρη μ’ενα τσιγαρο στα χειλη, θα’θελα να μουν κλεμμενο εργο τεχνης, θα’θελα να πηγαινα ως εκει και οχι παραπερα, θα’θελα να’χα καποιον να του δενω τα παπουτσια, θα’θελα να’ξερα να ρωταω για φωτια σ’ολες τις γλωσσες, θα’θελα να’μουν βομβα για να μπορεσω να εκραγω, θα’θελα να’μουν κρεσεντο, γαργαλητο, σπειρα, πετρα απ’τον Αρη, πιανο που καιγεται, αυτοκολλητο πανινι, αποκαλυψη μυστικου, εκλειψη ηλιου, μασκα καρδιοαναπνευστικης ανανηψης,  πηλος και δαχτυλα,


μα πιο πολυ απ’ολα θα’θελα να’μουνα δικη μου σου


Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Σελιδoδείκτηs

------για τη φλονς, και μόνο γι'αυτήν-------




H ώρα ήταν πέντε το πρωί κι εγώ κοιτούσα το ταβάνι και σκεφτόμουν γιατί άραγε δεν βάφουμε τα ταβάνια, όταν ξαφνικά μου τηλεφώνησε εκείνος. Τον άκουσα να μου λέει  σιγανά ν’ανοίξω την πόρτα. Πάντα το έκανε αυτό, τηλεφωνούσε χαράματα και μου’λεγε απλά ν’ανοίξω την πόρτα. Δυνάμωσα λίγο τη μουσική κι έτρεξα ν’αρπαχτώ απ’το χερούλι. Κοίταξα τον σκοτεινό διάδρομο και άκουσα τα βήματα του. Πάντα το έκανε αυτό, ανέβαινε τις σκάλες μου στο σκοτάδι. Με προσπέρασε και μπήκε μέσα βαριεστημένα. Τον ακολούθησα στην κρεβατοκάμαρα και κάθησα οκλαδόν πάνω στο χαλί. Έβγαλε το παλτό του και το άφησε να πέσει στο πάτωμα σαν να ξεφορτωνόταν κάποιο βάρος. Ύστερα έβγαλε τη ζώνη του και την άφησε κουλουριασμένη πάνω στο γραφείο. Πάντα το έκανε αυτό, το παλτό στο πάτωμα, η ζώνη στο γραφείο. Δυνάμωσε λίγο τη μουσική κι έβγαλε κάτι απο την τσέπη του. Ήταν ένα λουλούδι. Το άφησε δίπλα στη ζώνη κι άρχισε να βγάζει τα παπούτσια του.

Κοίταξα το λουλούδι παραξενεμένη. Αυτό δεν ήταν κάτι που έκανε πάντα. Ξερόβηξα κι έγνεψα προς τα κει με το κεφάλι μου.
«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησα.
Γύρισε για ένα δευτερόλεπτο και κοίταξε το λουλούδι σαν να το’βλεπε για πρώτη φορά.
«Λουλούδι» μου απάντησε με μια καλοπροβαρισμένη φυσικότητα, και συνέχισε να βγάζει τα παπούτσια του.
Χαμογέλασα ειρωνικά μα εκείνος δεν κοίταζε προς το μέρος μου για να το δει.
«Το ξέρω οτι είναι λουλούδι» συνέχισα, «αυτό που ρωτάω είναι τι κάνει επάνω στο γραφείο μου».
Αναποδογύρισε το παπούτσι του και άρχισε να περιεργάζεται τον πάτο.
«Εγώ το άφησα εκεί» μου απάντησε νωχελικά.
Χαμογέλασα πάλι, με ένα διαφορετικό είδος ειρωνίας αυτή τη φορά, ένα πιο γλυκό, πιο παραιτημένο είδος ειρωνίας.
«Και που το βρήκες;» ρώτησε το χαμόγελό μου.
Εκείνος είχε ήδη αρχίσει ν’ασχολείται  με το δεύτερο παπούτσι σαν να ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο.
«Μου το χάρισε μια τσιγγάνα στο δρόμο», μου απάντησε αδιάφορα. Ύστερα σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε για μια στιγμή. «Μου είπε να το δώσω στην κοπέλα που αγαπώ», συνέχισε αφήνοντας ένα περιπαιχτικό γελάκι να γλιστρήσει πίσω απ’την τελευταία λέξη.
Χαμογέλασα ακόμα πιο πλατιά μα εκείνος πάλι δεν με είδε.
«Δηλαδή είναι για μένα;» ρώτησα ξανά.
Άφησε το παπούτσι του να πέσει στο πάτωμα και με κοίταξε πολύ σοβαρά.
«Έλα τώρα» μου γρύλισε, «μη γίνεσαι σαχλή. Φυσικά και δεν είναι για σένα».
Αναστέναξα και ξεφύσυξα μια κούραση, μια κούραση τόσο βαριά, ίσα με ένα τόνο λουλούδια.
«Τότε θα μου πεις τι σκατά κάνει τελικά επάνω στο γραφείο μου;»
Με προσπέρασε πάλι και κατευθύνθηκε αργά προς το κρεβάτι.
«Απλά το ξέχασα στην τσέπη μου» μουρμούρισε και ξάπλωσε ανάσκελα. Μου έκανε ένα νεύμα να πάω δίπλα του. «Αν το θες πάρτο» μου είπε καθώς σηκώθηκα απ’το πάτωμα.
«Τι να το κάνω;» τον ρώτησα λυπημένα και χώθηκα στην αγκαλιά του.
Αναστέναξε και έγειρε προς τα μαλλιά μου.
«Ξερω γω... κάντο σελιδοδείκτη στα τετράδια που σκαλίζεις συνέχεια» μου είπε και χασμουρήθηκε.

Ύστερα κοιμηθήκαμε, αλλά είμαι σίγουρη οτι το λουλούδι έμεινε ξύπνιο.


Η ώρα ήταν πέντε το πρωί και είχε περάσει τόσος καιρός απο εκείνη τη μέρα που το λουλούδι μες στο τετράδιό μου είχε αλλάξει χρώμα, όταν ξαφνικά μου τηλεφώνησε πάλι εκείνος. Τον άκουσα να με ρωτάει δυνατά γιατί δεν είμαι σπίτι. Πάντα το έκανε αυτό, τηλεφωνούσε χαράματα μα εγώ δεν ήμουν πια ποτέ σπίτι. Δεν τον περίμενα πια ούτε αναρωτιόμουν για το ταβάνι. Ήμουν έξω και χόρευα θυμωμένα τραγούδια. Ήρθε και με βρήκε εκεί που ήμουν. Πάντα το έκανε αυτό, ποτέ δεν μπορούσα να του ξεφύγω. Μου κόρναρε απο μακριά και μου άνοιξε την πόρτα να μπω στο αυτοκίνητο. Μπήκα αδιάφορα κι άρχισα να ξεκουμπώνω τα τακούνια μου. Έβαλε μπρος κι άρχισε να οδηγεί. Ανάμεσα στις ταχύτες έβγαλε ένα λουλούδι απο την τσέπη του και το άφησε πάνω στο ταμπλό. Εγώ ξεκούμπωνα ακόμα τα παπούτσια μου. Ξανάλλαξε ταχύτητα και έσπρωξε το λουλούδι επιδεικτικά προς το μέρος μου.

Χαμογέλασα, ειρωνικά, και πάλι ειρωνικά αλλά χωρίς καμιά παραίτηση και γλυκύτητα.
«Τι σκατά υποτίθεται πως είναι αυτό;» ρώτησα σχεδόν γελώντας.
Με κοίταξε αγριεμένα.
«Σκατά,»  μουρμούρισε άτονα, «όπως το’πες...»
Γέλασα δυνατά και έγειρα πίσω στο κάθισμα.
«Πάντα το ήξερα οτι χέζεις ροδοπέταλα» είπα κοιτάζοντας έξω απ’το παράθυρο.
Άρχισε κι εκείνος να γελά αμήχανα.
«Για σένα είναι» μου είπε τελικά σαν νικημένος, «για σένα είναι, εντάξει; Πάντα για σένα ήταν. Σ’αγαπάω. Οκέι; Ορίστε, το παραδέχομαι. Σ’αγαπάω».

Χαμογέλασα πάλι κι έξω ξημέρωνε.
«Όχι δεν μ’αγαπάς» του είπα κι έξω ξημέρωνε. «Απλά μου πήρες ένα λουλούδι». Αναστέναξα και χασμουρήθηκα. «Απλά πας να με ξεγελάσεις να εκτιμήσω κάτι που μου στέρησες και θα’πρεπε να ήταν δεδομένο...» μουρμούρισα λίγο πριν αποκοιμηθώ. «Κι έτσι κι αλλιώς, δεν χρειάζομαι άλλο σελιδοδείκτη...»