is touching yourself worth an eternity in hell?

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Kαι τα σκaμπώ aνάποδa

για το φίλο μου τον εξτέτοιο...


Απόψε
όλα τα σημάδια που'χω απ'τη γέννα κόβουνε βόλτες απάνω μου
Απόψε
διαλέγουμε θρίαμβους και τρικλοποδιές απο το ράφι
και κατευθείαν μέσα στην πλαστική σακούλα
Απόψε
πάνε όλα δυο-δυο, εμείς, τα ποτά, οι ευχές, τα παράθυρα
Απόψε
ξεχειλίζουν οι καφέδες στα μπρίκια
κι ο Μήτσος το χελιδόνι ζεσταίνεται απ'τα σκατά
Απόψε
κόκκινα κραγιόν και τα ωραία μου μπούτια
Απόψε
να ξερνάμε γοργόνες
να σκίζουμε στόματα
Απόψε
ή μέλι να φάμε όλοι ή σκατά να φας μόνος σου
Απόψε
είμαι ελαφριά και χαμογελαστή χωρίς κανένα λόγο

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010


Ρε, δεν το βλέπεις ρε;
Άμα δεν έχουνε μαζέψει τρίμμα τρίμμα τον καπνό απ’το τραπέζι να στρίψουνε τσιγάρο
Ρε άμα δεν πάνε μέχρι την τουαλέτα με το ποτήρι το κρασί στο χέρι
Άμα δεν έχουνε περάσει μέσα από τοίχους ξυπόλυτοι,
Άμα δεν ξέρουνε να σου πούνε προστυχιές πριν πας για ύπνο
Άμα δεν σε κοιτάξουνε πίσω απ’τα γόνατα ρε
Ρε άμα δε καίγονται να πιουν νερό κρυφά απο κει που θα πλυθείς
Πως γίνεται και δεν το βλέπεις ρε;
Δεν έχουνε τίποτα να σου πουν.
Ρε μαλάκα ρε
Μόνο εγώ ήμουνα για σένα.

Kλειδί

Eίχα αγοράσει ένα κρεμαστό από έναν πλανόδιο. Σ’εκείνο το νησί, σ’εκείνο που μακάρι να μην είχα αφήσει. Ήτανε κλωστές μωβ κι ένα κλειδί μεγάλο παλιό κρεμότανε στην άκρη. Το φόραγα κι έκανα εντύπωση. Ρώταγε ο κόσμος. «Είναι το κλειδί της καρδιάς σου;» ρωτάγανε. Κορόιδευα. Το κλειδί της τουαλέτας, τους απαντούσα. Το’δε μια μέρα ένα κοριτσάκι, γούρλωσε τα μάτια. «Το μαγικό κλειδί!» μου φώναζε, «έχεις το μαγικό κλειδί». Ήτανε λέει ζωγραφισμένο ίδιο σ’ένα απ’τα παραμύθια της. Πίσω στην Αθήνα, μου’λεγε να την πιστέψω, είχε ένα παραμύθι μ’ένα κλειδί στο εξώφυλλο, ίδιο ολόιδιο. Κι άμα το έβρισκες, μου’λεγε, άνοιγες την πόρτα στο τέλος του ουράνιου τόξου και μέσα εκεί είχε ό,τι ποθούσες. Γινόντουσαν οι πέτρες χρυσάφι, μου’λεγε. Γινόντουσαν τ’αστέρια κοσμήματα. Δε θέλω χρυσάφι και κοσμήματα, της έλεγα, κι έτρεχε αυτή μακριά μπερδεμένη. Ερχότανε μετά πίσω, με μαρκαδόρους και χαρτιά. «Θες τον Πρίγκηπα» μου’λεγε, και μου ζωγράφιζε στο πόδι. Αστέρια και πέτρες κι αγόρια με μακριά μαλλιά και σπαθιά που’τανε λέει Πρίγκηπες. Έβαζε κι υπογραφή και μου τα’δινε. Να τα πάω στην άκρη του ουράνιου τόξου. Ν’ανοίξω με το μαγικό κλειδί μου να γίνουνε αλήθεια. Έξι χρονώ κοριτσάκι. Με τι καρδιά να του’λεγα να μη πιστεύει στα παραμύθια; Πως, αυτό που εσύ το έλεγες υπέρβαση, εκείνη το έλεγε βάζω το ένα πόδι μπροστά απ’το άλλο και περπατάω. Εκείνο το κοριτσάκι ήτανε πιο έξυπνο κι απο μένα κι απο σένα μαζί.

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Λύκε Λύκε είσaι δω;

Aγαπητέ Λύκε,
πάει καιρός απο την τελευταία φορά που μιλήσαμε. Θέλω να ξέρεις πως δεν σου’χω κακιώσει καθόλου που δεν μου γράφεις πια συχνά. Ίσως να φταίω κι εγώ, ήμουν κάπως στον κόσμο μου τελευταία. Τελοσπάντων, ελπίζω να είσαι καλά.

Εγώ καλά, όπως τα ήξερες, δεν έχει γίνει τίποτα καινούριο, πρεσβεύω πως κάνω ο,τι καλύτερο μπορώ και τα τοιαύτα. Όλα παραμένουν ήσυχά στη γη που ονομάζω «ερήμην-μου». Οι μέρες έχουν ξεχάσει πως τις λένε κι αποκαλούνται όλες «σήμερα». Δεν κοιμάμαι ποτέ όπως ξέρεις κι έτσι έχω πολύ ελεύθερο χρόνο ν’αργοπεθαίνω απο τη γνωστή μου ασθένεια, τη βαρεμάρα.

Τώρα που είπα βαρεμάρα, θυμάσαι τότε που μας επιτέθηκε ο ήλιος και γίναμε ένα με τη γη για να σωθούμε; Παλιές καλές ημέρες...

Όπως τα ξέρεις λοιπόν, βαριέμαι, καπνίζω και γράφω. Όλα καλά, μόνο που να, μερικές φορές νιώθω το κεφάλι μου παγωμένο σαν να έχω καταβροχθίσει μονορούφι μια γρανίτα, κι ύστερα μ’αρπάζει ένας πόνος. Ένας πόνος τσιγγάνος, πάει κι έρχεται, μ’αφήνει και με ξαναπιάνει. Είναι μια απόκοσμη αίσθηση, σαν εξωσωματική εμπειρία, μόνο που αντί να είμαι έξω απ’το σώμα μου, είμαι μέσα του. Δεν είμαι πια αυτή που καπνίζει και γράφει, είμαι κάποιος που με παρατηρεί να καπνίζω και να γράφω μέσα απ’το σώμα μου, κλεισμένος σε μια τεθωρακισμένη σαπουνόφουσκα.

Όπως τότε που είχα κλειστεί σ’εκείνο το ασανσέρ μέσα στο κεφάλι σου, θυμάσαι; Δεν ήθελα να πάω απ’τη σκάλα γιατί ήταν μουχλιασμένη και την είχα ήδη πατήσει μια φορά.

Λοιπόν που λες, όταν με πιάνει αυτό το πράμα, μου είναι πολύ δύσκολο να κάνω οτιδήποτε. Επειδή με βλέπω εκ των έσω, δεν μπορώ πια να ξεχωρίσω τα όρια του σώματός μου. Δεν ξέρω που τελειώνω εγώ και που αρχίζει το τραπέζι ή το πάτωμα. Είναι όλα ρευστά, είναι όλα ενέργεια. Πρέπει να προστάξω χειροκίνητα τους μυς μου να συσπαστούν. «Συσπάσου τένοντα, κουνήσου αντιβραχίονα, μην τεμπελιάζετε ίνες του μυοκαρδίου!» Είναι πολύ κουραστικό. Με εξαντλεί, καίει τις ασφάλειες και το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μου μπαίνει στο αθόρυβο με δόνηση. Δε λέω, είναι πολύ όμορφα εκεί μέσα όταν έχει ησυχία. Είναι σα να είμαι ολομόναχη μέσα σε ένα μουσείο. Έχω συνηθίσει να ψυθιρίζω ακόμα κι αν δεν υπάρχει λόγος. Έτσι απο έναν περίεργο σεβασμό.

Θυμάσαι τότε που κολυμπούσα πολύ προσεκτικά μαζί με τα δελφίνια, και ξαφνικά το χέρι σου πετάχτηκε απ’το βυθό και με τράβηξε προς τα κάτω; Δεν ήτανε σωστό αυτό που έκανες τότε, ακόμα στο κρατάω.

Πάντως είναι ωραία αυτή η ησυχία. Είμαι τεράστια κι επεκτατική εκεί μέσα, είμαι τόση πολλή που δεν πιστεύω οτι χωράω να με ξαναστριμώξω μέσα στο σώμα μου. Είμαι το καύσιμο του σύμπαντος, είμαι μια στρατιά απο μόρια. Δεν θυμάμαι πια τίποτα, δεν ξέρω να γράφω, να διαβάζω, ν’αγαπάω, όλα μοιάζουν με περίεργα ακαταλαβίστικα ψηφία. Είμαι 29 χρόνια πιο ελαφριά, το φαντάζεσαι; Αλλά δυστυχώς δεν κρατάει πολύ. Ύστερα απο λίγο παίρνουν μπρος οι εφεδρικές γεννήτριες και το σώμα μου αρχίζει ν’αναβοσβήνει κόκκινο. «Μεηντέη, μέηντεη!» φωνάζει το αριστερό ημισφαίριο, «εισερχόμαστε σε άγνωστα εδάφη, εγκαταλείψτε άμεσα την κάψουλα».

Α, τότε που σου κλώτσησα όλες τις κούνιες στην αυλή σου γιατί ζήλεψα που εγώ δεν είχα ποτέ κούνιες στη δική μου, θυμάσαι; Γελούσες και με τράβαγες με την κάμερα.

Συνήθως τσακώνομαι με το αριστερό ημισφαίριο. «Σσσσςςςς», του ψιθυρίζω, «δεν βλέπεις οτι έχω δουλειά εδώ πέρα; Δεν βλέπεις οτι προσπαθώ να συγχρονιστώ με τη φορά του Δία; Πήγαινε να ενοχλήσεις καναν άλλον κι άσε με ήσυχη». Αλλά αρχίδια, τα’χει ήδη καταστρέψει όλα. Ξαφνικά είμαι πάλι μέσα στο πιλοτήριο πίσω απ’τα μάτια μου, ξαφνικά καπνίζω και γράφω και θυμάμαι τα πάντα κι είμαι πάλι βαριά και βαριεστημένη. Άτιμο σύστημα αυτοσυντήρησης. Ούτε ένα εγκεφαλικό δεν μπορούμε να πάθουμε με την ησυχία μας.

Όπως τότε που με σκούνταγες και μου πετούσες χαρτάκια απ’το πίσω θρανίο. Εσύ δεν ήσουν; Εσύ ήσουν, καλά θυμάμαι.

Υποθέτω βέβαια πως εσύ ούτε θυμάσαι ούτε σ’απασχολούν όλα αυτά. Δεν πειράζει, κουβέντα να γίνεται, κι αν έχουμε αποξενωθεί εγώ θα συνεχίζω να σου γράφω, έτσι για να μη χάνουμε επαφή. Στείλε κι εσύ και πες μου τα νέα σου απο κει πάνω. Κι αν σου βρέθει τίποτα καλό, ξέρεις ε; Να μας φωνάξεις.

Σ’αφήνω Λύκε. Μου’χει μείνει λίγο πτήση στο πορτοφόλι, πάω να την κάνω συνάλλαγμα. Τεηκ κεαρ και τέτοια. Εις το επανειδείν.

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Kι aντι γι'αυτo

ειμαι ψηφιακη και dolby, ειμαι χρεωκοπημενος ομιλος, ειμαι πινακιδα κρυμμενη πισω απ’τα δεντρα, εχω μονο ο,τι χρειαζομαι, ξερω μονο οσα προλαβαινω, ειμαι αναξιοποιητο προσον, ειμαι εξημερωμενος ανεμοστροβιλος, ειμαι κι η πιττα κι ο σκυλος, για να μη σου πω και το μαχαιρι, ειμαι συνταξιουχος σουπερ ηρωας, ειμαι γυαλια ηλιου, ειμαι εξωστης, μασημενη κασσετα, παπαρουνα, βαρυτητα, ειμαι γαζα και αιμα,


και παλι δεν ειμαι δικη...

Wishlist

θα’θελα να μουνα ασπρομαυρη μ’ενα τσιγαρο στα χειλη, θα’θελα να μουν κλεμμενο εργο τεχνης, θα’θελα να πηγαινα ως εκει και οχι παραπερα, θα’θελα να’χα καποιον να του δενω τα παπουτσια, θα’θελα να’ξερα να ρωταω για φωτια σ’ολες τις γλωσσες, θα’θελα να’μουν βομβα για να μπορεσω να εκραγω, θα’θελα να’μουν κρεσεντο, γαργαλητο, σπειρα, πετρα απ’τον Αρη, πιανο που καιγεται, αυτοκολλητο πανινι, αποκαλυψη μυστικου, εκλειψη ηλιου, μασκα καρδιοαναπνευστικης ανανηψης,  πηλος και δαχτυλα,


μα πιο πολυ απ’ολα θα’θελα να’μουνα δικη μου σου


Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Σελιδoδείκτηs

------για τη φλονς, και μόνο γι'αυτήν-------




H ώρα ήταν πέντε το πρωί κι εγώ κοιτούσα το ταβάνι και σκεφτόμουν γιατί άραγε δεν βάφουμε τα ταβάνια, όταν ξαφνικά μου τηλεφώνησε εκείνος. Τον άκουσα να μου λέει  σιγανά ν’ανοίξω την πόρτα. Πάντα το έκανε αυτό, τηλεφωνούσε χαράματα και μου’λεγε απλά ν’ανοίξω την πόρτα. Δυνάμωσα λίγο τη μουσική κι έτρεξα ν’αρπαχτώ απ’το χερούλι. Κοίταξα τον σκοτεινό διάδρομο και άκουσα τα βήματα του. Πάντα το έκανε αυτό, ανέβαινε τις σκάλες μου στο σκοτάδι. Με προσπέρασε και μπήκε μέσα βαριεστημένα. Τον ακολούθησα στην κρεβατοκάμαρα και κάθησα οκλαδόν πάνω στο χαλί. Έβγαλε το παλτό του και το άφησε να πέσει στο πάτωμα σαν να ξεφορτωνόταν κάποιο βάρος. Ύστερα έβγαλε τη ζώνη του και την άφησε κουλουριασμένη πάνω στο γραφείο. Πάντα το έκανε αυτό, το παλτό στο πάτωμα, η ζώνη στο γραφείο. Δυνάμωσε λίγο τη μουσική κι έβγαλε κάτι απο την τσέπη του. Ήταν ένα λουλούδι. Το άφησε δίπλα στη ζώνη κι άρχισε να βγάζει τα παπούτσια του.

Κοίταξα το λουλούδι παραξενεμένη. Αυτό δεν ήταν κάτι που έκανε πάντα. Ξερόβηξα κι έγνεψα προς τα κει με το κεφάλι μου.
«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησα.
Γύρισε για ένα δευτερόλεπτο και κοίταξε το λουλούδι σαν να το’βλεπε για πρώτη φορά.
«Λουλούδι» μου απάντησε με μια καλοπροβαρισμένη φυσικότητα, και συνέχισε να βγάζει τα παπούτσια του.
Χαμογέλασα ειρωνικά μα εκείνος δεν κοίταζε προς το μέρος μου για να το δει.
«Το ξέρω οτι είναι λουλούδι» συνέχισα, «αυτό που ρωτάω είναι τι κάνει επάνω στο γραφείο μου».
Αναποδογύρισε το παπούτσι του και άρχισε να περιεργάζεται τον πάτο.
«Εγώ το άφησα εκεί» μου απάντησε νωχελικά.
Χαμογέλασα πάλι, με ένα διαφορετικό είδος ειρωνίας αυτή τη φορά, ένα πιο γλυκό, πιο παραιτημένο είδος ειρωνίας.
«Και που το βρήκες;» ρώτησε το χαμόγελό μου.
Εκείνος είχε ήδη αρχίσει ν’ασχολείται  με το δεύτερο παπούτσι σαν να ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο.
«Μου το χάρισε μια τσιγγάνα στο δρόμο», μου απάντησε αδιάφορα. Ύστερα σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε για μια στιγμή. «Μου είπε να το δώσω στην κοπέλα που αγαπώ», συνέχισε αφήνοντας ένα περιπαιχτικό γελάκι να γλιστρήσει πίσω απ’την τελευταία λέξη.
Χαμογέλασα ακόμα πιο πλατιά μα εκείνος πάλι δεν με είδε.
«Δηλαδή είναι για μένα;» ρώτησα ξανά.
Άφησε το παπούτσι του να πέσει στο πάτωμα και με κοίταξε πολύ σοβαρά.
«Έλα τώρα» μου γρύλισε, «μη γίνεσαι σαχλή. Φυσικά και δεν είναι για σένα».
Αναστέναξα και ξεφύσυξα μια κούραση, μια κούραση τόσο βαριά, ίσα με ένα τόνο λουλούδια.
«Τότε θα μου πεις τι σκατά κάνει τελικά επάνω στο γραφείο μου;»
Με προσπέρασε πάλι και κατευθύνθηκε αργά προς το κρεβάτι.
«Απλά το ξέχασα στην τσέπη μου» μουρμούρισε και ξάπλωσε ανάσκελα. Μου έκανε ένα νεύμα να πάω δίπλα του. «Αν το θες πάρτο» μου είπε καθώς σηκώθηκα απ’το πάτωμα.
«Τι να το κάνω;» τον ρώτησα λυπημένα και χώθηκα στην αγκαλιά του.
Αναστέναξε και έγειρε προς τα μαλλιά μου.
«Ξερω γω... κάντο σελιδοδείκτη στα τετράδια που σκαλίζεις συνέχεια» μου είπε και χασμουρήθηκε.

Ύστερα κοιμηθήκαμε, αλλά είμαι σίγουρη οτι το λουλούδι έμεινε ξύπνιο.


Η ώρα ήταν πέντε το πρωί και είχε περάσει τόσος καιρός απο εκείνη τη μέρα που το λουλούδι μες στο τετράδιό μου είχε αλλάξει χρώμα, όταν ξαφνικά μου τηλεφώνησε πάλι εκείνος. Τον άκουσα να με ρωτάει δυνατά γιατί δεν είμαι σπίτι. Πάντα το έκανε αυτό, τηλεφωνούσε χαράματα μα εγώ δεν ήμουν πια ποτέ σπίτι. Δεν τον περίμενα πια ούτε αναρωτιόμουν για το ταβάνι. Ήμουν έξω και χόρευα θυμωμένα τραγούδια. Ήρθε και με βρήκε εκεί που ήμουν. Πάντα το έκανε αυτό, ποτέ δεν μπορούσα να του ξεφύγω. Μου κόρναρε απο μακριά και μου άνοιξε την πόρτα να μπω στο αυτοκίνητο. Μπήκα αδιάφορα κι άρχισα να ξεκουμπώνω τα τακούνια μου. Έβαλε μπρος κι άρχισε να οδηγεί. Ανάμεσα στις ταχύτες έβγαλε ένα λουλούδι απο την τσέπη του και το άφησε πάνω στο ταμπλό. Εγώ ξεκούμπωνα ακόμα τα παπούτσια μου. Ξανάλλαξε ταχύτητα και έσπρωξε το λουλούδι επιδεικτικά προς το μέρος μου.

Χαμογέλασα, ειρωνικά, και πάλι ειρωνικά αλλά χωρίς καμιά παραίτηση και γλυκύτητα.
«Τι σκατά υποτίθεται πως είναι αυτό;» ρώτησα σχεδόν γελώντας.
Με κοίταξε αγριεμένα.
«Σκατά,»  μουρμούρισε άτονα, «όπως το’πες...»
Γέλασα δυνατά και έγειρα πίσω στο κάθισμα.
«Πάντα το ήξερα οτι χέζεις ροδοπέταλα» είπα κοιτάζοντας έξω απ’το παράθυρο.
Άρχισε κι εκείνος να γελά αμήχανα.
«Για σένα είναι» μου είπε τελικά σαν νικημένος, «για σένα είναι, εντάξει; Πάντα για σένα ήταν. Σ’αγαπάω. Οκέι; Ορίστε, το παραδέχομαι. Σ’αγαπάω».

Χαμογέλασα πάλι κι έξω ξημέρωνε.
«Όχι δεν μ’αγαπάς» του είπα κι έξω ξημέρωνε. «Απλά μου πήρες ένα λουλούδι». Αναστέναξα και χασμουρήθηκα. «Απλά πας να με ξεγελάσεις να εκτιμήσω κάτι που μου στέρησες και θα’πρεπε να ήταν δεδομένο...» μουρμούρισα λίγο πριν αποκοιμηθώ. «Κι έτσι κι αλλιώς, δεν χρειάζομαι άλλο σελιδοδείκτη...»

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

E νaι λoιπόν

το παραδέχομαι.

θέλω αυτό.

Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

Mελπoμένη

Ω Μούσα λυγερόκορμη του Δία του μεγάλου θυγατέρα, που των κροτάλων και τυμπάνων η ιαχή κι ο ήχος των αυλών σε τέρπει, και το ούρλιασμα των λύκων και των αγριόφθαλμων λεόντων, τη θεία χάρη σου δώς μου να μπορέσω να γράψω για την ασχήμια.

Κάνε να μπορέσω να περιγράψω την αηδία, ω Μούσα, για μια και μόνο φορά να μη θαυμάσω το λεπτό φινίρισμα αυτής της γυάλας γεμάτης σκατά, αυτές τις λέξεις που τόσο φοβάμαι οτι θα με λερώσουν όταν βγουν, κάντες μανδύα και σκέπασέ με να ανέβω στις σκεπές των σπιτιών, να ουρλιάξω στον κόσμο να ξυπνήσει και να βγει στα μπαλκόνια να δει πως με κατάντησε.

Πάρε σπονδή αυτό το παραπεταμένο ευφυολόγημα, αυτή την ανόητη ψευδαίσθησή μου ότι δεν ανήκω σ’αυτήν εδώ την στιγμή, και δως μου μια λόγχη να πολεμήσω όλους αυτούς τους τρύπιους τους ξεφτιλισμένους χάρτινους που περνιούνται για άνθρωποι, που διαλέγουν μόνοι τους τα ονόματά τους κι εμφανίζονται μπροστά μου με την όψη που νομίζουν πως θέλω να δω, τους καλοστημένα ιδανικούς, όλους αυτούς που σνιφάρανε την αθωότητά μου και ρεύτηκαν τους αυνανισμούς μου, αυτούς που με τσακίσανε κι αυτούς που ταϊζουνε τα περιστέρια, κι όσους ηλίθιους νομίζουν πως όλα γίνονται για κάποιο λόγο.

Δως μου τα λόγια τα πιο άσχημα, αυτά που δεν ξέρω να προφέρω, τα θολωμένα με οργή - ξέρω που μένετε καθίκια και μια μέρα θα’ρθω εκεί που κοιμάστε και θα σας ξεριζώσω την καρδιά και θα πάρω τη θέση της, μια καρδιά φάντασμα που θα σας πονάει όπως πονάει έναν ανάπηρο το χαμένο του πόδι. Κι όταν ανοίξετε τα μάτια σας θα σας φωνάξω ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ!. Ήρθα. Άργησα αλλά ήρθα επιτέλους κι η εκδίκηση δεν είναι πιάτο για να το βάλεις στο φούρνο μικροκυμμάτων, η εκδίκηση είμαι ΕΓΩ και δε σας λυπαμαι, δεν με νοιάζει ποιο σκουλήκι σας τρώει τον εγκέφαλο και ποια τραγωδία σας κατάντησε έτσι μαλάκες απερίσκεπτους προστυχους φοβισμένους κι υποκριτές. Σας καταριέμαι καθίκια. Σας εύχομαι να γεράσετε και να πεθάνετε και να ξεχαστείτε σαν κοινοί άνθρωποι.

Ω Μούσα, κάνε να σκουντήξω αυτό το κενό να πάει λίγο παραπέρα να μου κάνει χώρο να σηκωθώ να διεκδικήσω εκείνο το μικρό κομμάτι γής όπου έχει θαφτεί ο ιδρώτας μου απο τότε που ήμουν άνθρωπος κι είχα ακόμα την ικανότητα να παράγω υγρά ανά περίσταση. Δεν θέλω να μου χαριστεί, να πάρω φωτιά απ’τον Άδη θέλω και να το κερδίσω πίσω με την αξία μου, να πιστέψω και να ξεπιστέψω και να ξαναπιστέψω απ’την αρχή και να μη μου φτάνει αυτό και να διεκδικήσω και τη θάλασσα, κι ύστερα τιμώρησέ με για την ύβρη μου και κλείδωσέ με πάλι έξω απ’το σύμπαν.

Κάνε με άνθρωπο πάλι για λίγο, κι εγώ θα καταπιώ το πολυχρησιμοποιημένο λαρύγγι μου για να πάρεις εσύ τη θέση του, ω Μούσα, να ελευθερωθείς απο την υδάτινη επιφάνεια που σ’έχω φυλακισμένη. Εγώ που ξεχείλιζα, εγώ που παραήμουν, τώρα να μην είμαι ποτέ να μην νιωθω πουθενά να μην κανω κανέναν. Έχω δώσει τον εαυτό μου τόσο τσάμπα, ω Μούσα, που ουτε κι εγώ δεν με θέλω πια. Σκότωσέ με λοιπόν άλλη μια φορά μπας και ελπίσω ν’αναστηθώ.

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Tεστ




Dοκίμασα να σε παγιδέψω μέσα σε μια τεθλασμένη γραμμή
Να στριμώξω τα αυτιά σου στα κενά των τραγουδιών που μοιραστήκαμε
Κλώτσησα τις αντιστάσεις σου
Χτύπησα το κεφάλι μου πάνω στην άρνησή σου
Το αίμα απ’τα δάχτυλά μου έφτιαξε λίμνες στις ουλές σου
Δοκίμασα να ξεγελάσω την πλάτη σου
Έφτυσα φωνήεντα αγάπης
Έκλεισα τις προσδοκίες μου σε μωβ κουτιά
Στόλισα τα νεκρά δάκρυά μου με κορδέλες
Δοκίμασα τα πάντα...

(τι άλλο ήθελες πες μου τι άλλο ήθελες ακόμα)

Δοκίμασα να σε δελεάσω με καλοστημένες παρορμήσεις
Να σπάσω με τα ουρλιαχτά μου το κόκκαλο της κλείδας σου
Διεκδίκησα τα χαμένα σου ταξίδια
Ανέμισα μια λευκή σημαία πάνω απ’τη σκληρότητά σου
Έκανα έρωτα στην ψεύτικη απάθειά σου
Δοκίμασα να καταπιώ τα μεθυσμένα ακροβατικά σου
Ξέρασα τα άχρηστα δώρα σου
Ικέτεψα τα μάτια σου να μικρύνουν για να μη με τυφλώνουν
Έδωσα όνομα στ’αγέννητα παιδιά σου
Δοκίμασα τα πάντα...

(τι άλλο ήθελες πια τι άλλο θα έφτανε)

Δοκίμασα να αντιστρέψω τους φόβους σου
Να εναντιωθώ στις μυστικές συνωμοσίες της ειλικρίνιάς σου
Εκβίασα τα απομεινάρια της ανθρωπιάς σου
Έβαψα το πρόσωπό μου με ψεύτικες ελπίδες
Άρχισα να διαβάζω τα ίδια παραμύθια απ’την αρχή
Δοκίμασα να συνωμοτήσω εναντίον μου μαζί σου
Σ’άφησα να σκοτώσεις τους μάταιους χορούς μου
Συγχώρεσα τις εξωφρενικές ερωτικές εξομολογήσεις σου
Πάλεψα με τους μαστουρωμένους αγγέλους σου
Δοκίμασα τα πάντα...

(τι άλλο ήθελες τίποτα άλλο δεν έμεινε τίποτα)

Δοκίμασα να πεθάνω αλλά έζησα
Να σε παρατήσω με την κατασκευασμένη εικόνα μου
Στοίχειωσα τα κομμένα σου μαλλιά
Έστειλα τα τέρατα της ανιδιοτέλιάς μου να σε κυνηγήσουν
Καταράστηκα την αρρώστια της τελειότητάς σου
Δοκίμασα ν’αλλοιώσω την ακινησία της έκφρασής σου
Ξέχασα πως να μυρίζω οποιονδήποτε δεν είσαι εσύ
Σιχάθηκα την όψη μου όταν σε έβλεπα
Εξόρισα την αγάπη μου σε τόπους χωρίς θάλασσα
Δοκίμασα τα πάντα...

(τι άλλο ήθελες τι άλλο πες μου και θα το κάνω)

Δοκίμασα να σε ξεπεράσω
Τα κατάφερα μα ούτε κι αυτό δε βοήθησε πολύ
Ζωγράφισα γύρω σου ένα πλαίσιο λοιπόν
Έκανα τέχνη όλες τις προσπάθειές μου
Έδωσα τίτλους στα απελπισμένα μου αντίο
Στόλισα με δόξα τους επιτηδευμένους θανάτους μας
Έμαθα να μην αναρωτιέμαι αν πέρασα το τεστ
Δοκίμασα να ελπίζω να ξεχάσω
Μα πες μου, σε παρακαλώ πες μου
Τι άλλο ήθελες;

(συγνώμη ξέχασα δεν ήθελες τίποτα)

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

This just in

(για τον φίλο μου τον Δ.)


Aκούγομαι;

Δεν ξέρω αν ακούγομαι καλά. Σας καλώ από το αεροπλάνο. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε γύρω στα τριάντα χιλιάδες πόδια πάνω απ'το έδαφος. Έτσι για τα πρακτικά, ο καιρός εδώ πάνω είναι πικρός με περιοδικές καταιγίδες οργής.

Δεν πήρα να σας πω τίποτα σημαντικό.

Μόνο ότι ξέρω το μεγάλο αστείο, και πιστέψτε με, έχουμε όλοι το ίδιο punchline. Το μέλλον μπορεί ν'αλλάξει οποιαδήποτε στιγμή και να γίνει απο υπόσχεση, απειλή. Η ελπίδα είναι απλά μια φάση και πρέπει να ξεπερνιέται σαν τέτοια. Μην προσπαθείτε να λύσετε τα προβλήματά σας. Χωρίς προβλήματα θα μείνετε μόνοι και αντιμέτωποι με το μεγάλο άγνωστο. Κανείς δεν το θέλει αυτό. Όμως ο,τι κι αν κάνετε, να μην είστε ποτέ βαρετοί. Ο Θεός πλήττει και μας σκοτώνει όταν γινόμαστε βαρετοί. Βρείτε τι είναι αυτό που φοβάστε πιο πολύ και πηγαίνετε να μετακομίσετε εκεί μέσα. Όσο δύσκολο είναι να ξεχάσεις τον πόνο, τόσο δυσκολότερο είναι να θυμηθείς τη χαρά. Η ευτυχία δεν μας αφήνει ουλές. Μαθαίνουμε τόσα λίγα απ'τη γαλήνη. Ευτυχώς, γιατί δεν ήθελα να πεθάνω χωρίς σημάδια.

Για τα πρακτικά, ο καιρός εδώ είναι ανήσυχος με σπαρωδικές κραυγές τρόμου.

Ο πιλότος μας λέει οτι όπου να'ναι θα πέσουμε. Ήθελα να σας πω δυο τρία πράγματα για μένα.

Τίποτα επάνω μου δεν είναι αυθεντικό. Είμαι οι συντονισμένες προσπάθειες όλων όσων γνώρισα ποτέ. Όλων όσων διάβασα, όλων όσων είδα. Τα πάντα μου έχουν κληρονομηθεί. Γι'αυτό μου άρεσαν πάντα μόνο εκείνοι οι άνθρωποι που καταβρόχθιζαν την προσοχή μου. Δεν έγραφα ποτέ για να επηρεάσω με οποιονδήποτε τρόπο την πραγματικότητα. Έγραφα πάντα για να υποστηρίξω τη δική μου εκδοχή της. Όσα δεν καταλάβαινα, τα έκανα να σημαίνουν ο,τι ήθελα εγώ. Σ'ένα κόσμο όπου όλοι λένε ψέμματα, ήθελα να δω τις λέξεις να παίρνουν την εξουσία για λίγο. Οι λέξεις να γίνουν το νέο νόμισμα. Κι αγάπησα όλους τους άντρες που ξύπνησα μαζί τους, γι'αυτό τελευταία κοιμόμουν πάντα μόνη μου. Μερικές απ'τις καλύτερες στιγμές μου, τις πέρασα με φίλους περιμένοντας μια πίτσα. Ακούγαμε τα παιδιά να παίζουν απο κάτω και επαναλαμβάναμε ό,τι έλεγαν. "Να φας σκατά με κρεμμύδια και φράουλες". Γελούσαμε. Απλά πράγματα.

Για τα πρακτικά, ο καιρός εδώ είναι ήρεμος και ηλιόλουστος, μα ο αέρας είναι γεμάτος μαλακίες. Νομίζω πως δεν έχω πολύ χρόνο.

Ήθελα να πω κάτι τελευταίο, το μόνο σημαντικό.

Θα μ...



Inspired by Chuck Palahniuk's Survivor

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

Παpειδωλίa & Aπoφένια

Θέλω να με πιστέψετε, πως όλα αυτά που θα σας διηγηθώ συνέβησαν στ’αλήθεια.

Καθόμουν μόνη σε ένα μπαρ. Περίμενα κάποιον, δεν θυμάμαι ποιον, έξω έκανε κρύο και ο δείκτης του αριστερού μου χεριού είχε παγώσει. Διάβαζα ένα περιοδικό που είχα βρει στο τραπέζι και κάπνιζα. Ξαφνικά, στην ένατη σελίδα, παρατήρησα ότι το γράμμα Αλφα ήταν παντού πράσινο, κι αυτό μου έκανε πολύ εντύπωση, γιατί το γράμμα Αλφα είναι πάντα άσπρο όταν το διαβάζω εγώ. Σήκωσα τότε το βλέμμα μου και κατάλαβα οτι δεν ήμουν πια στο μπαρ. Ήμουν στο πάρτυ των Θεών.

Μην σας παραξενεύει αυτό, μου συμβαίνει συχνά. Έτσι όπως κάθομαι και καπνίζω ξαφνικά οι Θεοί με καλούν να ροκάρουμε, αλλά το πανηγύρι αλλάζει τοποθεσία κάθε φορά για να μη μας βρίσκουν οι μπάτσοι. Αυτή τη φορά βρισκόμουν σε μια τεραστίων διαστάσεων σκηνή, όπως αυτές οι τσιγγάνικες που έχουν τα λούνα παρκ στα έργα.

Θα προσπαθήσω να σας το περιγράψω αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι θα το κάνω σωστά, γιατί ξέρετε τα μάτια αντιλαμβάνονται μόνο δύο διαστάσεις. Την τρίτη διάσταση την αναλαμβάνει το μεγάλο αφεντικό, η συνείδηση. Αυτή συμπληρώνει τα κενά της όρασης, κι η δική μου συνείδηση είναι σαν μωρό που παίζει με τις λάσπες. Τα μάτια είναι οι μεγαλύτεροι απατεώνες. Αυτό νομίζω είναι κάτι που διάβασα σ’εκείνο το περιοδικό, δεν είμαι σίγουρη.

Ο χώρος ήταν γεμάτος μουσική, αναγνώρισα αμέσως τη φωνή της Lhasa να τραγουδάει.

I live in this country now
I'm called by this name
I speak this language
but it's not quite the same

Ήταν πολύς κόσμος εκεί. Αδύνατο να τους περιγράψω όλους. Η Τύχη με τη Μοίρα έπαιζαν πόκερ και η Μουσική έκανε πως τις κοιτούσε ενώ στ’αλήθεια φλέρταρε εξ’αποστάσεως με τον Αϊνσταϊν. Λίγο πιο κει, ο Ζεύξης με τον Παρράσιο μάλωναν κι ο Mauritz Escher τους κορόιδευε. Ο Kadinsky και ο Λοκ προσπαθούσαν να μάθουν στον Κέρουακ πως ν’ανάβει το τσιγάρο του απο ένα φλεγόμενο καναπέ. Ο διαιτητής των θεών, ο Μανον, έστειλε δύο γυναίκες ντυμένες τσιγγάνες να κρατήσουν συντροφιά σε μια κοπέλα που καθόταν στο μπαρ, αλλά ας πούμε πως ήμουν εγώ αυτή η κοπέλα στο μπαρ, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση βοηθά τους αναγνώστες να ταυτιστούν με το κείμενο. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως και να ήμουν εκείνη η κοπέλα στο μπαρ.

Οι γυναίκες μου είπαν πως ονομάζονται Αττάρτη και Βααλίντε. Η πρώτη ήταν ντυμένη στα χρώματα της γης κι η δεύτερη φορούσε λευκά και φερετζέ. Άρχισαν να μου μιλάνε ασταμάτητα και να μου αγγίζουν τις παλάμες. Θέλανε λέει να μου πούνε τα χαρτιά. Η Lhasa ακόμα τραγουδούσε.

If I can stand up
To angels and men

I'll never get swallowed
In darkness again


Τους έλεγα οτι δεν πιστεύω σε χαρτιά και τέτοια, γιατί βγαίνουνε πάντα αληθινά, που σημαίνει οτι κάπου έχουνε κάνει μπινιά κι έχουν πειράξει τον πίνακα των πιθανοτήτων. Εκείνες βέβαια δεν με άκουγαν. Έβγαλαν μια τράπουλα, την διασκόρπισαν στο τραπέζι και άρχισαν να σέρνουνε τα χαρτιά το ένα γύρω απο τ’άλλο, κυκλικά, με τη φορά του ρολογιού. Ύστερα με βάλανε να διαλέξω ένα και όταν απρόθυμα τους το’δωσα, το κοίταξαν κρυφά απο μένα κι άρχισαν να χασκογελάνε.

Ύστερα σχημάτισαν ένα σταυρό με έξι χαρτιά της τράπουλας κι άρχισαν να μου τα διαβάζουν. Ξεκίνησε πρώτη η Αττάρτη, η οποία είχε μια παράξενη ομοιότητα με μια φίλη μου.
«Θα ερωτευτείς έναν άντρα» μου είπε, «κι ο άντρας αυτός θα είναι έξυπνος, ισχυρός, με δύναμη και μεγαλοπρέπεια, με ενδιαφέρον στις επιστήμες και στο λόγο. Ο άντρας αυτός θα ξεχωρίζει μέσα σε πολλούς». Η Βααλίντε αναπήδησε στη θέση της και διέκοψε την αδερφή της, ναι ήταν αδερφές, ξέχασα να σας το πω. «Ναι αλλά θα είναι ένας άντρας τελειομανής, ναρκισσιστής και εγωκεντρικός, που θα σε παιδέψει πάρα πολύ, γιατί δεν του αρέσουν τα στεφανώματα». Η Αττάρτη της έριξε ένα υποτιμητικό βλέμμα και έδειξε ένα χαρτί με το δάχτυλό της. «Είναι ασίκης, αλλα μαζί του μπορείς να κατακτήσεις τον κόσμο». Η Βααλίντε γέλασε ηχηρά. «Μα δεν το βλέπεις;» ρώτησε την αδερφή της, και τράβηξε μια νοητή γραμμή με το δάχτυλό της. «Οι δρόμοι τους δεν συναντιούνται». Σήκωσε το βλέμμα της και με κοίταξε σαν να με καταριόταν. «Αυτόν τον άντρα θα τον θέλεις αλλά θα είσαι μακριά του. Δύο γαλαξίες και πέντε αστέρια θανάτου μακριά του. Έτσι που όσο κι αν θέλετε, ποτέ δεν θα ειδωθείτε». Η Αττάρτη μου έπιασε το χέρι κι άρχισε να μου ψυθιρίζει συγκαταβατικά. «Μην την ακούς, τα χαρτιά σου έχουνε το γιαταγάνι αλλά έχουνε και το ρουμπίνι, αυτόν τον άντρα θα τον απαντήσεις μια μέρα σ’ένα μέρος σαν αυτό εδώ, το λένε τα χαρτιά, αλήθεια σου λέω».

Είχα ταραχτεί πολύ αλλά δεν ήξερα γιατί. Με είχαν νευριάσει με την φλυαρία τους και την αυθερεσία τους να νομίζουν οτι χρειάζομαι άντρες και στεφανώματα. «Δεν πιστεύω στα χαρτιά» τους ξαναείπα αυστηρά. «Δεν νομίζω οτι πιστεύω καν σε κάποιον απ’όλους σας πια...» ξεφούρνισα αγανακτησμένη, κι αμέσως ντράπηκα κι ήθελα να το πάρω πίσω. Μάζεψα την τσάντα και τα τσιγάρα μου κι έτρεξα προς την πόρτα. Λίγο πριν βγω ένιωσα το χέρι του JC να με χουφτώνει. «Χεη μπεημπι» μου φώναξε αλλά εγώ έτρεξα προς την πόρτα πιο γρήγορα.

Βγήκα έξω σχεδόν σκουντουφλώντας και θέλοντας να βγάλω τ’άντερά μου στο πεζοδρόμιο. Δεν ξέρω γιατί είχα συγχυστεί τόσο πολύ. Ευτυχώς είδα αμέσως ένα ταξί να περνάει και το σταμάτησα. Μπήκα μέσα και κούρνιασα στην πίσω θέση. Δεν το θεώρησα περίεργο, αλλά και στο ραδιόφωνο του ταξί πάλι η Lhasa τραγουδούσε.

My heart is breaking
I cannot sleep

I love a man
Who's afraid of me


Έξω ξημέρωνε. Ήθελα να βάλω τα κλάμματα σαν παιδί και ν’αποκοιμηθώ.

Αμέσως μετά ξύπνησα και βρέθηκα εδώ που είμαι τώρα. Δεν ξέρω τι έχει μεσολαβήσει, δεν ξέρω τι έχει προηγηθεί, το μόνο που ξέρω είναι πως έχουν συμβεί όλα. Όλα όσα σας διηγήθηκα και όλα όσα μου διηγήθηκαν εκείνες.

Και θέλω να με πιστέψετε, πως είναι όλα αλήθεια. Θέλω να με πιστέψετε, γιατί είναι πολύ άσχημο πράμα να μην σε πιστεύουν αυτοί που πιστεύεις εσύ.

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Entry #8

δεν έχω τίποτα δεν είμαι στ'αλήθεια θλιμμένη όλα εξηγούνται επιστημονικά κι όλα απομυθοποιούνται και διαμελίζονται αρκεί να έχεις αρκετές δικαιολογίες και μυαλό τόσο κοφτερό που να διχοτομεί κονσέρβες το λέει και πάνω στο χαρτί οτι "κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κορτικοστεροειδή φλοιοεπινεφριδική μεθυλοπρεδνιζολόνη παρουσιάζονται ανεπιθύμητες αντενδείξεις όπως ψυχικές διαταραχές, αϋπνία, διαταραχές προσωπικότητας, βαρειά κατάθλιψη, απόλυτη ανικανότητα παρακολούθησης ρομαντικών κομεντί, ζαλάδες, αλλαγές διάθεσης, εμετική αποστροφή προς τους ανθρώπους που γράφουν ένα πράμα ενώ θέλουν να πουν κάτι άλλο και αδικαιολόγητα κλάμματα" τα λέει όλα πάνω στο χαρτί αλλά τη χειρότερη παρενέργεια μου την κρατήσανε κρυφή γιατί κοίτα πως το ένα φέρνει το άλλο κάθε φορά που η υπόφυσή μου παίρνει ρεπό ξαναγυρίζεις εσύ κι εσένα ούτε που θέλω να σε βλέπω καλύτερα ένα βουνό χάπια παρά εσύ που νομίζεις πως δεν υπάρχεις γιατί κανείς δεν σε ξέρει αλλά εγώ σε ξέρω επειδή κάποτε υπήρχες για μένα και τώρα που ο κύριος μεντρόλ παίρνει τον έλεγχο του προσθίου λοβού θυμάμαι που ζούσαμε μαζί με κάτι αδιάβαστες σελίδες σ’ένα σπίτι βαμμένο με λάθος χρώματα όπου το φως εξαρτιόταν απ’την παλάμη του χεριού σου κι ήθελα να μετακομίσω μέσα στη λάμπα στο ταβάνι για να μ'ανάβεις όποτε θες είχα σπάσει κι όλους τους καθρέφτες να να μην έχεις είδωλο να κρύβεσαι απο πίσω γιατί ήσουν όμορφος σαν διαβολική σύμπτωση κι άσχημος σαν συμβουλή που δεν μπορούσα ν'ακολουθήσω κι είχα καδράρει τη φυγή σε ξύλινη κορνίζα δίπλα σ'ένα κοπάδι πλαστικά πρόβατα που τρέχανε να το σκάσουν απο το ανατολικό παράθυρο κι όλο μου έδινες να πιω βενζίνη ενώ μου χάριζες τακάκια και βούταγες το δάχτυλο στη στάχτη και μου ζωγράφιζες δύο τέλεια μαύρα ημικύκλια κάτω απ'τα μάτια κι ήμουν όμορφη κι εγώ σαν εσένα και σ'ήθελα τόσο που σου'λεγα μισές αλήθειες και μου'λειπες τόσο που το κρεβάτι μου σου έμοιαζε και σε φοβόμουν τόσο που ευχόμουν να μην υπήρχες και συ με πίστεψες και σταμάτησες να υπάρχεις τώρα κάθε φορά που ακουμπάω το αυτί μου σε κλειστή πόρτα γελιέμαι πως αν την ανοίξω θα βρίσκεσαι πίσω της κάθε δεκανίκι που βλέπω μου θυμίζει όλες τις κραυγές που ποτέ δεν έβγαλες κι αν θυμόμουν τ'όνομά σου ίσως και να'ρχόμουν να ουρλιάξω σαν αέρας στην αυλή σου μα είναι αργά πια για να συνεχίσω να κλωσσάω αυτές τις μαλακισμένες ελπίδες τώρα έμαθα συνήθισα μπόρεσα έγινα η ηρωίδα του αγαπημένου μου βιβλίου βγήκα στους δρόμους έκλεψα ήπια χάπια ξάπλωσα γυμνή στην άμμο σκότωσα ένα μπάτσο έβαψα τα μαλλιά μου ξανθά μπήκα σ’ένα καράβι είχα και μια γάτα με περίεργο όνομα για κατοικίδιο κι ήσουν κι εσύ εκεί παγωμένος έφηβος στα δεκαπέντε με μακριά μαλλιά και ποτέ δεν μου’λεγες τ’όνομά σου κι ακόμα κι αν όλα αυτά είναι απλά μια παρενέργεια που δεν γράφει το χαρτί εγώ ξέρω πως σε λένε γιατί όταν σε βλέπω στον ύπνο μου πάντα ξυπνάω με την ίδια λέξη στο στόμα Ασταρωθ Ασταρωθ Ασταρωθ Ασταρωθ Ασταρωθ Ασταρωθ Ασταρωθ Ασταρωθ Ασταρωθ Ασταρωθ Ασταρωθ Ασταρωθ Ασταρωθ Ασταρωθ Ασταρωθ Ασταρωθ μη μεγαλωσεις ποτε οι μεγαλοι λενε ψεμματα

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

H επιστρoφή τηs πράκτoρos E

(το παρακάτω είναι η συνέχεια αυτουνού: http://thyshallnotsuck.blogspot.com/2009/09/blog-post_28.html )


Ξύπνησα κι όλα ήταν πολύ ήσυχα για λίγο. Τόσο ήσυχα που για μια στιγμή ήμουν σχεδόν ικανοποιημένη. Μα ύστερα η στιγμή πέρασε και άνοιξα τα μάτια μου. Και τότε τους είδα. Ήταν μαζεμένοι όλοι γύρω απ’το κρεβάτι μου και με κοιτούσαν αυστηρά.

«Έχεις να μας πεις κάτι;» με ρώτησε ένας απ’όλους, ένας μα η φωνή του ήταν καλοταϊσμένη και υγρή σα να ήταν δέκα φωνές μαζί.

«Αφήστε με να κοιμηθώ» μουρμούρισα κι έκρυψα το πρόσωπό μου στο μαξιλάρι. Ένα χέρι τράβηξε τα σκεπάσματα. Ανακάθισα στο κρεβάτι νευρικά κι αυτοί συνέχιζαν να με κοιτάζουν, τα φρύδια τους ανασηκωμένα, περιμένοντας.

«Τίποτα δεν έχω να σας πω» ψιθύρισα αγανακτισμένη. «Θα σας έλεγα αν μπορούσα μα έχω ένα εκατομμύριο λέξεις μέσα στο κεφάλι μου κι ακόμα έχει χώρο για να βρούνε να κρυφτούνε. Μόνο κουμπιά, παντού κουμπιά, κουμπιά στρωμένα στο πάτωμα, απλωμένα στους τοίχους, μέχρι και στο ταβάνι κουμπιά κι εγώ δεν θέλω να πατήσω κανένα, μ’ακούτε;;;»

«Κάτι συνέβη εδώ», συνέχισε η παχιά φωνή να λέει αυτό που σκέφτονταν όλοι, «κάτι μας κρύβεις».

«Τίποτα δε συνέβη!» φώναξα και μ’ένα σάλτο βρέθηκα όρθια πάνω στο κρεβάτι να βαθουλώνω το στρώμα ανομοιόμορφα με τις πατούσες μου. «Εγώ καθόμουν εδώ και δεν ενοχλούσα κανένα κι ας έβρεχε έξω κι ας ίδρωναν οι παλάμες μου και ξαφνικά το δωμάτιο φρέναρε απότομα σα να με ειδοποιούσε οτι φτάσαμε κι έμεινα ν’αναρωτιέμαι πότε στρίψαμε γιατί εγώ νόμιζα πως ήμουν ακίνητη».

Με κοίταξαν με μια δυσπιστία που μ’εξόργισε. «Χμ...» είπε σκεπτικά η χοντρή φωνή, «αυτό το κρυσφύγετο δεν είναι πια ασφαλές».

Ένιωσα φόβο να με κυριεύει όταν κατάλαβα που το πήγαιναν, ένα φόβο ξαναμμένο κι ανυπόμονο που αντί να ροκανίζει τα γόνατά μου, φώλιαζε στο στομάχι μου λες κι ήταν λύπη, εκεί στο κέντρο, και με κρυφοκοιτούσε μέσα απ’τον αφαλό μου, κι ήμουν σίγουρη πως τα μάτια του ήταν παγερά σαν τα δικά τους.

«Ξέρω τι θέλετε» ούρλιαξα πανικόβλητη, «θέλετε να με στείλετε εκεί έξω τώρα να κάνω τη βρωμοδουλειά σας, έτσι δεν είναι; Είναι όλα στημένα, ε; Αν μπορούσατε θα βάζατε το Θεό να κατουρήσει έξω απ’την πόρτα μου προκειμένου να βγω έξω να τον κατσαδιάσω, έτσι δεν είναι; Δεν σας έχω ξεπληρώσει το χρέος μου ακόμα καθίκια, δεν έχω κάνει αρκετά για σας; Μιλήστε, γιατί δε μιλάτε;»

Συνέχισαν να με κοιτάζουν δύσπιστα, σχεδόν ειρωνικά. Μερικοί ψιθύριζαν μεταξύ τους, χαμογελώντας πίσω απ’τις παλάμες τους, κι άλλοι κοιτούσαν τα νύχια τους σαν να βαριόντουσαν. Ήξερα πως ο,τι και να έλεγα δεν θα είχε σημασία. Δείλιασα, μαζεύτηκα κοντά στη σκια μου κι αγκάλιασα το σεντόνι μου.

«Μη με στέλνετε εκεί έξω,σας παρακαλώ... Για να βγω πρέπει να πατήσω πάνω στα κουμπιά και δεν θέλω να πατήσω κανένα κουμπί. Έτσι κι αλλιώς είναι όλα χαλασμένα. Είναι άδικο που μ’αναγκάζετε να το κάνω τώρα αυτό, γιατί τώρα, είναι άδικο μ’ακούτε; Είναι άδικο, σας παρακαλώ...»

Μία διαφορετική φωνή, θυληκή και μπάσα, ακούστηκε απ’την άκρη του δωματίου. Ήταν γνώριμη φωνή. «Έλα ηρέμησε, μη φοβάσαι». Σχεδόν μπορούσα ν’ακούσω τα καπούλια της να τρίζουν ενάντια στο δερμάτινο ύφασμα που τα σκέπαζε. «Αφού ξέρεις πως θα σε καθοδηγήσουμε εμείς, σιγά σιγά, ένα βήμα τη φορά».

«Νόμιζα ότι είχα ξεμπερδέψει μαζί σου» είπα σιγανά κοιτώντας τα δάχτυλα των ποδιών μου.

«Ποτέ δεν θα ξεμπερδέψεις μαζί μου» απάντησε εκείνη νωχελικά, «μου χρωστάς τη ζωή σου μικρή, μην το ξεχνάς»

Άφησα τους ώμους μου να πέσουν σε παραίτηση, τόσο βαριά που ο λαιμός μου έγινε μακρύς, τόσο μακρύς που η άρνησή μου έχασε το δρόμο και δεν βγήκε ποτέ.

«Πρώτα απ’όλα», διέταξε συνεχίζοντας, «να καθορίσουμε ένα safe word σε περίπτωση που τα πράγματα φύγουν απ'τον έλεγχο ή πάνε πολύ πολύ στραβά όπως προβλέπεται. Όχι οτι δεν σ’εμπιστευόμαστε, αλλά ξέρεις τώρα... για τη δική σου ασφάλεια». Άκουσα το φύλλο της ντουλάπας μου να τρίζει σαν ουρλιαχτό καθώς άνοιγε, η ντουλάπα μου η ίδια πιο θαραλλέα απο μένα, μπορούσε να φωνάζει ενώ εγώ έμενα σιωπηλή. «Για να δούμε αν μπορούμε να βρούμε εδώ μέσα μια όμορφη ζώνη ασφαλείας να ταιριάζει με την τσάντα σου και ν'αναδεικνύει τις πλούσιες καμπύλες σου καθώς θα πέφτεις...»

«Έχει σημασία;» ρώτησα ακόμα σκυφτή.

«Τη μεγαλύτερη» συνέχισε εκείνη μαλακά, σχεδόν με φροντίδα. «Δεν θα σ’αφήσουμε έτσι γλυκιά μου. Θα σου δώσουμε πέντε γεμιστήρες μάτια να τα αδειάσεις πάνω τους όπως κρίνεις εσύ, με στόχαστρα τετράγωνα απ’αυτά που σ’αρέσουν, θα σου βιδώσουμε σιγαστήρες στους καρπούς να μη νιώθει κανείς το βόμβο απο τις φλέβες σου, θα τραβήξουμε το φόντο έξω απ’τον καθρέφτη να το φορτώσουμε πάνω στα μαλλιά σου για να τους ξεγελάς όλους κάθε φορά που θα χρειάζεται να σκύβεις το κεφάλι σου να αλλάξεις μάτια. Είδες, τα έχουμε σκεφτεί όλα... Μέχρι που θα σου δώσουμε και λίγα λεπτά να θαυμάσεις την εικόνα του ειδώλου σου γυμνού χωρίς πλαίσιο, χωρίς φόντο, χωρίς ορισμό. Θα είναι όμορφο, υπόσχομαι, θα’ναι...»

«Φτάνει με τις στυλιστικές παρεμβάσεις» την διέκοψα. «Μπες στο ψητό. Τι πρέπει να κάνω;»

Εκείνη χαμογέλασε αποφασιστικά. «Μα το είπες και μόνη σου» συνέχισε, «θα πρέπει να βγεις έξω φυσικά. Αλλά μην ανησυχείς, θα είναι πολύ πιο εύκολο απ'ότι ακούγεται και θα συμβεί πριν το καλοκαταλάβεις. Τώρα, άκουσε προσεκτικά τις οδηγίες μου. Θα χρειαστεί να κάνεις δέκα βήματα πίσω για να μπεις στο λεωφορείο και να διασχίσεις όλη τη διαδρομή μέχρι το τέρμα, κι ύστερα απ'το τέρμα μέχρι την αφετηρία και μετά πάλι απ'την αφετηρία μέχρι το τέρμα, όσες φορές χρειαστεί μέχρι να γίνει ο δρόμος πολύ γνώριμος και πολύ ασφαλής έτσι ώστε να παραπατάς πάνω του με χάρη. Με το που κατέβεις απ'το λεωφορείο θ'αρχίσεις αμέσως να καπνίζεις, κι ύστερα από τρία περίπου τσιγάρα δρόμο, θα βρεθείς πίσω από μία μεγάλη καφέ πόρτα από την άλλη πλευρά της οποίας θ'ακούγεται πολύ δυνατή μουσική και φωνές ανθρώπων. Θα χτυπήσεις τρεις φορές και θα περιμένεις. Δεν θα σου ανοίγει κανείς γιατί κανείς δεν θα σε ακούει, όμως κάποια στιγμή ένας τυχαίος άγνωστος θ'ανοίξει την πόρτα για να βγει και καθώς φεύγει θα σου κάνει νόημα να περάσεις μέσα. Σ'αυτό το σημείο σου υπενθυμίζω πως μπορείς ανά πάσα στιγμή να ψιθυρίσεις τη λέξη "πορτοκάλι", κι αμέσως το ρολόι θα χτυπήσει δώδεκα και οι πράκτορες που έχουν ανατεθεί να σε παρακολουθούν θα δημιουργήσουν έναν τεράστιο αντιπερισπασμό χορεύοντας μπούγκι, ώστε να εξαφανιστείς μέσα σε μια βόμβα καπνού. Αρκεί φυσικά να προλάβεις να φύγεις πριν σε δει κανείς. Αν σε δουν θα είναι πολύ αργά, θα έχουμε χάσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμου. Τότε θα πρέπει αναγκαστικά να μπεις μέσα χαμογελώντας πολύ πολύ πλατιά και ειλικρινά».

Σήκωσα για πρώτη φορά το βλέμμα μου και την κοίταξα κατάματα. «Και μετά;» τη ρώτησα.

«Μετά δεν ξέρω τι θα γίνει» απάντησε χαμηλώνοντας εκείνη για πρώτη φορά το βλέμμα της. «Τα υπόλοιπα θα πρέπει να τα κάνεις μόνη σου».

«Βέβαια...» γρύλισα.

Γύρισε την πλάτη της και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Οι υπόλοιποι ξεκίνησαν να την ακολουθούν σαν χορογραφημένοι.

«Κι αν δεν δεχτώ να το κάνω;» φώναξα πριν γυρίσει το χερούλι.

Κοντοστάθηκαν όλοι για μια στιγμή, με τη χάρη μιας αγέλης που βγαίνει για πρωινό κυνήγι.

«Ό,τι και να γίνει», άκουσα να μου λέει εκείνη με την πλάτη της ακόμα γυρισμένη, «σου εγγυώμαι πως όλα θα τελειώσουν απόψε».

Εξαφανίστηκαν όλοι όσο σιωπηλά και ξαφνικά είχαν εμφανιστεί. Ήμουν πάλι μόνη. Άφησα να περάσουν πέντε δέκα λεπτά μέχρι να βεβαιωθώ πως δεν θα επιστρέψουν.

«Όλα θα τελειώσουν απόψε», ψιθύρισα μιμούμενη τη φωνή της κοροϊδευτικά, «κάθε φορά τα ίδια». Έχωσα τα δάχτυλά μου να ψαχουλέψουν κάτω απ’τη γλώσσα μου. Έφτυσα τρία κουκούτσια πορτοκαλιού στην παλάμη μου και τα κοίταξα. Ύστερα τα πέταξα πάνω στην τηλεόραση κι εκείνη άνοιξε.

Ίσως και να μη δεχόμουν τελικά. Ίσως και να έμενα μέσα απόψε, έπαιζε ωραίο έργο. Ήταν ένας τύπος μ’ένα όπλο και κάτι μουρμούριζε τσαντισμένος.

«I’m too old for this shit».

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Yδpαpγυpos

γαμωτο δεν μπορω να σκεφτω καθαρα και να κουναω ταυτοχρονα τα ποδια μου γι'αυτο κουναω τα ποδια μου για να μη μπορω να σκεφτω σπρωχνω μπροστα και ξανασπρωχνω μπροστα και στην αρχη ηταν καπως δυσκολο αλλα μετα τα ποδια μου εμαθαν να πηγαινουν μονα τους κι εγινα ροδα μετα εγινα στρογγυλη κι επιπεδη και δεν εχω αναγκη κανενα οχημα πια γιατι τα οχηματα ειναι σαν τα κατοικιδια παιρνουν το χαρακτηρα του αφεντικου τους τωρα τρεχω τοσο γρηγορα που δεν χρειαζομαι ουτε καν σημεια στιξης τα σημεια στιξης ειναι σαν τους συναγερμους κι εγω χα δεν χρειαζομαι καν παρομοιωσεις μονο που ξερω πως πρεπει καποια στιγμη να κανω μια σταση να ξεκουραστω δε νιωθω κουρασμενη αλλα ιδρωνω σαν γουρουνι και φαντασου οτι βρηκα τους βωλους μου διασκορπισμενους στο δρομο ανακατεμενους με τα χαλικια και δεν σταματησα ουτε για να τους μαζεψω ηθελα αλλα δεν σταματησα γιατι καθε φορα που εχει ανηφορα εμενα με παρηγορει η σκεψη του γυρισμου και δεν σταματαω μα ξεχασα να σας πω οτι αυτος ο πλανητης που διασχιζω λεγεται και Υδραργυρος και η επιφανεια του ειναι γεματη κρατηρες οχι οτι με νοιαζει αυτο μονο που οταν διασχιζεις εναν πλανητη που ειναι το πανω και που ειναι το κατω ενα πραγμα οριζει τις ανηφορες απ'τις κατηφορες κι αυτο ειναι ο ηλιος κι εγω αληθεια σας λεω βλεπω τελεια στο σκοταδι και τα ματια μου ειναι αστραφτερα κοκκινα και λαμπουνε μονο που δεν ξερω ποτε να τα κλεισω γιατι αυτος ο πλανητης γυριζει γυρω απ'τον ηλιο πιο γρηγορα απο καθε αλλον κι εγω τωρα τυφλωνομαι τυφλωνομαι που σκατα ειναι τα κωλοσυννεφα οταν τα εχεις αναγκη θα'θελα ν'αλλαζα ταχυτητα μα καθε φορα που αλλαζω σου μοιαζω θα'θελα τουλαχιστον να ημουν αρκετα μυτερη στις γωνιες ωστε να μη με φτανει ο ηλιος αλλα στη φωτεινη πλευρα του πλανητη υπαρχει λεει ενα μικρο κομματι γης οπου δεν ζει καμια απορια κι ενας τοπος χωρις αποριες μοιαζει σαν ουτοπια μονο που εκει θα ειμαι τυφλη κι ειναι ενα διλλημα που δικαιουμαι να εχω το ποσο ευχομαι να μην μου ειχαν δωσει ποτε τις συντεταγμενες για εκει μ'ανταλλαγμα τη σκοτεινη ηρεμια μου τωρα ο πλανητης μου κοπηκε στα δυο και τα κομματια του εχουν πιασει απο μια θεση στη ζυγαρια του συμπαντος κι ο ηλιος τρεχει κι εγω τρεχω και σπρωχνω και δεν εχω χρονο να σταματησω παρολο που δεν βιαζομαι καμια φορα σταματαω να σπρωχνω κι απλα περπαταω και προσπαθω να σκεφτω σε μισες στροφες σαν σαρανταπενταρι δισκακι οχι οπλο κι αναρωτιεμαι αμεσως γιατι ειμαι λαχανιασμενη ενω ξερω οτι ο μονος μυς που εχει κουραστει ειναι πολυ πιο ψηλα απ'τα ποδια μου μα το πιο αστειο της ολης ιστοριας ειναι οτι μ'αυτα και μ'αυτα εχω φτασει ηδη ειμαι ηδη εκει και τωρα δεν ειναι καιρος για στραβοπεταλιες και το φως μου δειχνει οτι εχει κατηφορα και φοβαμαι οχι την κατηφορα αλλα τον τρομο της συνειδητοποιησης πως οταν τελειωνει μια ανηφορα μετα εχεις κατηφορα και μπροστα σου και πισω σου μερικοι ανθρωποι λενε πως ειναι πολυ κακο προσον να μην τελειωνεις ο,τι αρχιζεις μα εμενα η καταρα μου ειναι να μην μπορω ποτε ν'αφησω τιποτα στη μεση γι'αυτο θα συνεχισω να σπρωχνω με τα ποδια μου γι'αυτο κι επειδη οταν κουναω τα ποδια μου δεν μπορω να σκεφτω ταυτοχρονα αλλα ορκιζομαι ορκιζομαι μεχρι την τελευταια στιγμη θα υποκρινομαι πως εχω επιλογη και ισως ετσι τελικα να εφευρω τον τροπο με τον οποιο γεννιουνται οι επιλογες κι οταν θα μαθω να τις φτιαχνω μονη μου θα σταματησω ν'αγοραζω απ'τους αλλους θα σταματησω τοτε -
- θα σταματησω τοτε θα παρω ανασα και θα σκεφτω αλλα ποιος ξερει ισως και να καταφερω να κουναω τα ποδια μου και να σκεφτομαι ταυτοχρονα

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Πωs γινετaι η φωτιa θa με pωτησειs (μa εγω δεν εχω aλλεs aπaντησειs)

Θα ημουνα στο απολυτο ζεν αν δεν ειχα ξεχασει τα τσιγαρα μου στο ταξι. Διοτι σουφρωσα ενα μπουκαλακι κρασι - "παραγωγης μας" ειπε η σερβιτορα και μια γκομενα τη ρωτησε που το παραγουμε και στραβωσα να πουμε γιατι δηλαδη ρε κοπελια τι θες τωρα, να σου πουμε που εχουμε τ'αμπελια;;; Σκασε και πιες εκει χαμω και μη ρωτας, θα ημουν στο ζεν μου σου λεω αν ειχα τσιγαρα, γιατι επιτελους μεγαλωσε αυτος ο πουστης ο φοινικας και μου κρυβει τη θεα απ'τα τρενα. Κι αν δεν εχω τσιγαρα μπορω παντα να τριψω ενα ντεπον, δουλευει μα το θεο σου λεω, μισο τριμμενο και μισο διπλα στο τασακι να το κοιτας και να διαλογιζεσαι περι του καψιματος σου.

Ρε μ'αρεσει αυτη η δουλεια που κανω. Μ'αρεσει γιατι μερικες φορες χαιρετιεμαι με τον κοσμο και τον ρωταω "τι κανεις;" και μου απανταει οτι ποναει το στομαχι του και μου νευει να πλησιασω και μου ψιθυριζει ενοχικα στ'αυτι "εφαγα αρακα σημερα" κι εγω γελαω γιατι εχει πλακα ο κοσμος, γελαω για ωρες με κατι τετχια πραματα και πινω κρασι.

Και ξερεις τι ελεγα παντα, τ'ατυχηματα  περιμενουν να συμβουν, αλλα αυτο ειναι μεχρι να μη σε νοιαζει πια ουτε το ετσι ουτε το αλλιως και τοτε πια πετυχαινεις να μη συμβαινει τιποτα.  "Σιωπη κινητου" οπως λεει κι ο φιλος μου ο Λελε που μοιαζει με το μελαγχροινο μικρο Πριγκηπα. Σιωπη κινητου, το απολυτο ζεν, να πα να γαμηθουν τα τσιγαρα, ενα κλασμενο κειμενο σας το χρωσταγα απο καιρο και δε μ'αρεσουν τα χρεη και παλι καλα να λετε που παταω το σπεης.

Που λετε, οταν οδηγας κοιτας μονο το δρομο και χανεις τις εποχες στον ουρανο. Γουαου τωρα θα μου πειτε, σπουδαια μαγκια μας ειπες ρε Γωγω, αλλα ξερετε μαλακες μου εγω μερικες φορες οταν γυριζω σπιτι βγαζω τα παπουτσια μου μονο και μονο για να περπατησω ξυπολυτη στην ασφαλτο, γι'αυτο ειμαι πιο μαγκας απο σας.

Μαλακες Μου.

Ω αλληλουια νιωθω-ναναικαλατοκρασικιαςμηξερουμεπουφυτρωνει-!

Κλαιν βαλε μου εναν εκλουζιε στη ζωγραφια.



(Το κειμενο καθοτι κλασμενο αφιερωνεται στον Αυτον-a.k.a.Elias- για να δει οτι κι εμεις ειμαστε ικανοι να γραφουμε και να σβηνουμε πραματα. (φατσουλα που κλεινει το ματι a.k.a ;)  )

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

Laissez les bon temps rouler

Λέω να σηκωθώ να φύγω. Να πιάσω γκόμενο έναν καινούριο τόπο και να τον αφήσω να με κακομεταχειριστεί και να με τρίψει καλά πάνω στις γωνίες του, γιατί ο νυν έχει επαναπαυτεί και ζαμπονιάζει σε (κωλο)κολώδεις δρόμους και διατέλλουσες οθόνες, κι εγώ τη θέλω τη σφαλιάρα μου.

Λέω να δώσω μια στην καρέκλα να φύγει κάτω απ'τα πόδια μου, μιας και είμαι ανήμπορη να σηκωθώ, να κάψω και τις πόρτες και τα παράθυρα για να τους στερήσω τις ευκαιρίες τους να φιλοξενούν αρχές και τελειώματα, και να σκαρφαλώσω να βγω απ'την καμινάδα που είναι και πιο κουλ να πούμε. Να'χω βάψει απο πριν και τα μάτια μου μόνο απο κάτω και να'χω χτενίσει τα μαλλιά μου όλα προς τα πάνω να μοιάζω με τρελαμένο παγόβουνο κι όχι με φάρο όπως τώρα, να σκοντάφτουν τα πλοία απάνω μου αντί να τα οδηγώ στην ασφάλεια μακριά μου. Και πριν ξεκινήσω να'χω φροντίσει ν'αδειάσω τις τσέπες μου να μην κουδουνίζω σα βλαμμένη όποτε περπατάω μπας και καταφέρω και περάσω μια φορά απαρατήρητη, γιατί είναι καλύτερα να σε ανακαλύπτουν τυχαία παρά να είσαι εντυπωσιακός.

Να φύγω κι εκεί που θα πάω να κάνω μια ενδιαφέρουσα γνωριμία μ'ένα σπίτι που να μη μου θυμίζει κανέναν, να του φορτωθώ απρόσκλητη και να το φτιάξω όπως πάντα ήθελα, άδειο χωρίς δωμάτια κι έπιπλα, να'χει μόνο μια κάμερα για διακοσμητικό μες στη μέση κι ένα ποδήλατο δεμένο στο καλοριφέρ. Πρέπει οπωσδήποτε να'χει καλοριφέρ ασχέτως καιρού, για το ποδήλατο όχι για μένα, κι όσο για τη θέα δε με νοιάζει καθόλου γιατί ξέρω οτι δεν θα κοιτάζω πια απέναντι, μόνο να'χει κι ένα μπακάλικο εκεί κοντά ν'αγοράζω τυρί και τετράδια. Α, ναι, και τσιγάρα, να κάθομαι κάτω απ'την κάμερα να καπνίζω και να τραγουδάω "I used to be mad - not crazy, just mad". Αν έχει και θάλασσα εκεί κοντά για να κατουράω θα'ναι ακόμα καλύτερα, κι αν όχι δεν πειράζει γιατι είμαι πολύ καλή στο να κρατιέμαι, κι άλλωστε γι'αυτο τα πίνουμε τα αλκοόλια, για ν'αδειάζουν τα μπουκάλια, νο;

Κι αν τα καταφέρω, θα σας δείξω εγώ, θα δείτε που εκεί θ'ανθίσω και θα βγάλω πρίζες και  μπαλαντέζες απ'το κεφάλι μου και λουλούδια σε σχήμα λάμπας απ'το στόμα μου και θα με στεφανώνουν αγκάθινοι γαλαξίες και θα τρέχει πετρέλαιο και λάβα απο τα νύχια μου και θα τροφοδοτώ όλο το σύμπαν κι όλοι θα μου χρωστάτε και θα μου ανήκετε και θα με κάνετε κι οικονομία απο πάνω. Μόνο να'ναι απο καλό μάρμαρο το πάτωμα γιατί ρίζες δεν θέλω ποτέ πια να ξαναβγάλω.

Κι ίσως τότε να μάθω απ'την αρχή να γράφω και να'ναι αυτό ένα τέλος που θα μπορώ να  καταλάβω.

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Entry #7

Πως με τρομαζει
η τυχαιοτητα των πραγματων, η αναρχια των περιστασεων
κι αυτη η αδιαφορη βιασυνη με την οποια συνωστιζονται οι αλληλουχιες στην αιθουσα αναμονης
-σε τελειο κυκλο παρ'ολα αυτα-
και περιμενουν να τις καθησεις
σ'ενα ησυχο τραπεζι μακρια απ'τα πολλα ματια, με θεα στο τζακι κατα προτιμηση
κι αν αργησεις να διαλεξεις αυτες που θ'αφησουνε τα περισσοτερα tips
ποσο ανελεητα φευγουν.

Βλεπεις, απο απληστια μενεις φτωχος.

Ομως ρε συ, θα το ξαναπω,
αν δεν υπερασπιστω σθεναρα τις λαθος επιλογες μου μεχρι τελους,
πως θα ζησω μ'αυτες;
Νομιζεις περναει μερα που να μην αναρωτιεμαι τι θα γινοταν αν;

Τι πολυτελεια να μη μετανιωνεις για οσα δεν εκανες ποτε, ε;

Φταιει που πιστευα παντα
πως οι επιλογες πρεπει να'χουν επιλογη
και τις αφησα να επιλεξουν να μη μου χαριστουν.

Και σε περιπτωση που αναρωτιεσαι κι εσυ, αν η αληθεια ειναι
οπλο
καμμενο χαρτι
ή λευκη σημαια
... την αληθεια - την ξερω - και - την ξερεις
ειναι παντα αυτη που μας βολευει
και τωρα ντρεπομαι αυτη τη φωτια στο τζακι που καιει για κανεναν.

Και το μοτζο στο μπρελοκ μου δε λειτουργει πια
ή δεν το κουρδιζω απο φοβο μη διαλεξω παλι λαθος και σε ξεχασω.

Έτσι κι αλλιως δεν διαλεξα ποτε να σε θυμαμαι.
Δεν ειχα επιλογη.

Και ειναι τεραστια παραλειψη μου που μεσα σ'ολα αυτα δεν ανεφερα ποτε τη λεξη "ευκαιρια".

Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

Πόλειs ενaντίων Νησιών

Τα νησιά γέννησαν νέες ψυχές
που το σώμα μου ανόητα δέχτηκε να φιλοξενήσει
και βρέφη ακόμα, τις πέταξαν σε μια μεγάλη πόλη
πρωτεύουσα μονόφθαλμη βασίλισσα
ντυμένη μ’έναν ασπρόμαυρο ουρανό
και με τηλεοπτικές κεραίες για στέμμα
που με τη βοή της απο καμμένες εξατμίσεις
με κρατάει πάντα ρομαντικά δεμένη
μέσα στην ασφαλτοστρωμένη αγκαλιά της

Μα αυτή τη φορά όταν κρυφά γυρίσω
ακουμπώντας το αυτί μου πάνω στις λεωφόρους της
θαρρώ πως θ’ακούσω κάτι κύμματα
να στέλνουν μικρούς σεισμούς στην επιφάνειά μου
Κι όλες οι θαλασσινές ψυχές μου
θα τσακώνονται βουίζοντας
σαν πυγολαμπίδες σε έξαρση

Ωδή στoν κύριo Tενεkεδένιo

Kάποτε είχα πάει ένα ταξίδι. Πάνε κάποια χρόνια απο τότε, αρκετά για να μου φαίνεται σαν να ήταν σε άλλη ζωή μα όχι αρκετά για να ξεχάσω.

Ήταν ένα πρωί προς μεσημέρι, ήταν χειμώνας αλλά ο ήλιος είχε πάρει ρεπό απ’το ρεπό του κι έμοιαζε σα να ήταν καλοκαίρι. Μ’είχε ξυπνήσει ο Bowie, “ground control to Major Tom, take your protein pills and put your helmet on”, του είχα δώσει σημασία απο φόβο μήπως σταματήσει, είχα ακούσει μια φωνή να μου λέει να κατέβω, είχα μπει σ’ένα αμάξι, έτσι χωρίς προετοιμασία, χωρίς ειδοποίηση, χωρίς βαλίτσα, και ξαφνικά ταξίδευα. Τότε συνέβενε συχνά αυτό. Τώρα πια δεν συμβαίνει ποτέ αλλά είναι καλύτερα έτσι.

Πίσω μου ήταν η Αθήνα. Μπροστά μου ήταν η Λειβαδιά, η Θήβα, η Αράχωβα, οι Δελφοί, η Ιτέα, το Μεσολόγγι, η Πάτρα, τα Καλάβρυτα, κι ύστερα πάλι η Αθήνα, αλλά όλα αυτά αργούσαν ακόμη. Το ένα μου χέρι χόρευε έξω απ’το παράθυρο με τον αέρα για καβαλιέρο, το άλλο μου χέρι βούταγε σε μια σακούλα πατατάκια κι έβγαινε πάντα με καλή ψαριά. Δίπλα μου ήταν εκείνος, αυτός του οποίου το όνομα δεν αναφέρουμε ποτέ, και μου χαμογελούσε θυμάμαι, και θυμάμαι οτι μου έλειπε εκείνη τη στιγμή όσο ποτέ και πόσο τον σιχαινόμουν απο τότε κιόλας που μου έλειπε τόσο ενώ ήταν εκεί. Θυμάμαι πολλά πράγματα. Θυμάμαι οτι φορούσα ακόμα τη μαύρη μου φόρμα του ύπνου και θυμάμαι οτι φορούσα κόκκινο εσώρουχο. Θυμάμαι ακριβώς πως έπιαναν τα δάχτυλά του το τιμόνι και πως με άφηνε μερικές φορές και ξάπλωνα στα πόδια του παρόλο που δεν μπορούσε ν’αλλάξει εύκολα τις ταχύτητες. Θυμάμαι πως τον μισούσα που με άφηνε. Το μόνο που δεν θυμάμαι είναι που ακριβώς ήταν που είδα τον κύριο Τενεκεδένιο.

Ούρλιαξα ΣΤΑΜΑΤΑ κι εκείνος για μία και μοναδική φορά με άκουσε. Οι ρόδες του Fiat κοκκάλωσαν και έβγαλαν έναν αγριεμένο ήχο καθώς έκαναν όπισθεν.

Ο κύριος Τενεκεδένιος στεκόταν περήφανα αλλά και λίγο θλιμμένα στην άκρη του δρόμου έξω απο ένα κτίριο που πρέπει να ήταν κάτι σαν συνεργείο, βουλκανιζατέρ ορ σαμθινγκ. Έμοιαζε σαν να θέλει να διασχίσει το δρόμο, ή ακόμα πιο ευφάνταστα, σαν να κάνει ωτοστόπ, λες και είχε δραπετεύσει απο κάποια μαγική χώρα και έκανε ωτοστόπ για να ξεφύγει, ή ακόμα καλύτερα, ήταν σαν να είχαμε εισβάλλει εμείς στον παραμυθένιο του κόσμο. Ένα κατασκεύασμα απο σίδερο, εξατμίσεις και διάφορα άλλα εξαρτήματα αυτοκινήτου που σχημάτιζαν ένα παράξενο μεταλλικό ανθρωπόμορφο γλυπτό, κατιτίς ψηλότερο από δύο μέτρα. Βγήκα απ’το αμάξι αλλά φοβήθηκα να τον πλησιάσω. Δεν ξέρω γιατί, ίσως φοβήθηκα οτι αν τον πλησίαζα θα τον έπαιρνα αγκαλιά. Χαζά παιδιάστικα πράματα, αλλά να, έτσι όπως στεκόταν με μια σειρά από ψηλά χόρτα να αγκαλιάζουν τα σιδερένια του πόδια, έμοιαζε μόνος και εγκαταλελλειμένος. Έμοιαζε να φοβάται, όπως στο παραμύθι, ότι η καρδιά του είναι απο μέταλλο και δεν θα ζεσταθεί ποτέ από αισθήματα. Αλλά εγώ, εγώ τότε, πως να το εξηγήσω χωρίς να φανώ σαχλή, τότε εγώ ακόμα πίστευα, είχα ακόμα παραμύθια κι ήθελα να του τα πω για να καταλάβει οτι δεν είναι έτσι. Με είχε κάνει σε αυτά τα ελάχιστα λεπτά της γνωριμίας μας να τον αγαπήσω παράφορα, και κανένα πλάσμα χωρίς καρδιά δεν θα μπορούσε ποτέ να το καταφέρει αυτό.

Χαζά, παιδιάστικα πράματα.

Τον έβγαλα φωτογραφία. Μία φωτογραφία έβγαλα σ’όλο εκείνο το ταξίδι, κι ήταν ο κύριος Τενεκεδένιος. Ούτε τον γκρεμό στους Δελφούς, ούτε την ερημωμένη παραλία στην Ιτέα, ούτε την πορτοκαλί πανσέληνο στο Μεσολόγγι, ούτε καν το σπίτι που διάλεξα μέσα στη λίμνη, ούτε το κλεμμένο μπουκάλι ουίσκι στην Πάτρα, ούτε τον κήπο με τα μανταρίνια, ούτε καν εκείνον του οποίου το όνομα δεν αναφέρουμε ποτέ, ούτε το σκίτσο που μου έφτιαξε στα Καλάβρυτα. Μόνο τον κύριο Τενεκεδένιο έχω απο εκείνο το ταξίδι, μόνο αυτός μου έμεινε. Του’χα πει και αντίο θυμάμαι. Του’χα πει πως κάποτε θα ξανασυναντηθούμε.

Όλα αυτά τα χρόνια έψαχνα πληροφορίες για τον κύριο Τενεκεδένιο. Ένα βράδυ που γυρνούσα απ’τον Παρνασσό σ’ένα αμάξι με δυο σχεδόν άγνωστους συνεπιβάτες, ρώτησα γι’αυτόν και κάποιος μου είπε πως ο τύπος που είχε το συνεργείο, κάποιος μηχανικός με υπερβολική φαντασία και έλλειψη ενδιαφερόντων, είχε φτιάξει τον κύριο Τενεκεδένιο για να στολίσει την αυλή του συνεργείου με τ’απομεινάρια των μηχανών κι ύστερα του άρεσε τόσο πολύ που παράτησε το βουλκανιζατέρ κι έγινε καλλιτέχνης και είχε έκθεση με τα έργα του κάπου στον Ωροπό. Σουρεάλ ιστορία, ταίριαζε στον Τενεκεδένιο μου, αλλά προτιμούσα την άλλη εκδοχή που ήταν πιο ρομαντική και ηλίθια. Ένα άλλο βράδυ γνώρισα καθώς δούλευα έναν νταλικέρη που άκουγε φανατικά Muse και μου είπε πως ένας έφηβος είχε χαθεί και πεθάνει σ’ένα δάσος έξω απ’τη Λειβαδιά κι ο εν λόγω μηχανικός είχε κατασκευάσει τον Τενεκεδένιο προς τιμήν του. Διασκέδαζα πολύ με αυτές τις ιστορίες αλλά τελοσπάντων δεν ξέρω και δεν με νοιάζει. Ο κύριος Τενεκεδένιος ήταν ο φύλακας του δικού μου ταξιδιού, αυτό μου φτάνει.

Πριν κάποιες μέρες έκανα σχεδόν την ίδια διαδρομή για πρώτη φορά μετά απο τότε. Σ’όλο το δρόμο έψαχνα τον κύριο Τενεκεδένιο. Νύσταζα κι ήθελα να κοιμηθώ, τα ταξίδια με αμάξι με νανουρίζουν, αλλά έμεινα ξύπνια κι έψαχνα, σ’όλο το δρόμο έψαχνα.

Λοιπόν ο κύριος Τενεκεδένιος δεν είναι πια εκεί. Δεν ξέρω που είναι κι αν δεν είχα εκείνη τη φωτογραφία θα είχα πια σιγουρευτεί οτι δεν υπήρξε ποτέ. Πάντως δεν υπάρχει πια, κι ίσως είναι καλύτερα έτσι. Αν τον είχα συναντήσει θα έπρεπε να συζητήσω μαζί του, θα έπρεπε να του λογοδοτήσω, και πως θα το έκανα αυτό; Πως θα του εξηγούσα οτι δεν πιστεύω πια σ’αυτόν, πως θα του απολογούμουν για τη μοναχική κυνική φύση μου; Πως θα τον αντίκρυζα; Θα με ρωτούσε και για εκείνον του οποίου το όνομα δεν αναφέρουμε ποτέ, και δεν θα’χα τι να του πω γιατί δεν μιλάω σχεδόν ποτέ γι’αυτόν.

Είναι η μοίρα του συμβόλου μιας εποχής να πεθαίνει με το τέλος της, νο;



Μόνο που, ξέρετε κάτι;
Εγώ έχω ακόμα παραμύθια.
Κι ας μην το παραδέχομαι εύκολα.



Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

Blush

Ήθελα να βάλω γράμματα στη σειρά να φτιάξω λέξεις να πω κάτι σημαντικό κι αντί γι'αυτό έβαλα εικόνες στη σειρά γιατί έχουν περισσότερη ευφράδεια.

Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

Meet me in St.Louis, Louis

Ειμαι εγω. Και ειμαι εδω.

Ειναι η συμφωνια που εξαιτιας της και μονο βρισκομαι εδω.

Η συμφωνια ειναι το σωμα αυτο που με κραταει εδω.



Παλια ζουσα με ηλιθιους και χυδαιους μπασταρδους που νομιζαν οτι μπορουσαν να με προσλαβουν για μπατσο της εταιριας τους.

Τωρα μονο εγω ειμαι εδω.



Μαθαινω γρηγορα γιατι δεν εχω καποιο ειδικο τροπο να κανω τα πραγματα.

Κι ετσι ολοι οι τροποι ειναι ιδιοι για μενα.

Κι ετσι μαθαινω γρηγορα.



Μπορω να εναλλασσω πονο και ηδονη σε υποηχητικο ισως ακομη και μοριακο επιπεδο,

Κι απο εμενα θα γεννηθει μια ολοκληρη γενια που δεν θα νιωθει ουτε πονο ουτε ηδονη.



Αλλα εκκρινω μια βαρια γλυκυτητα.

Ρεει απο μεσα μου μελαγχολικη και ανελεητη σαν αφρος σε διαδρομο προσγειωσεως.

Θα μπορουσε να ξεφυγει μια μερα και να μεταμορφωσει ολη την πολη σε τουρτα.

Θα σας βαλω γαμπρους στην κορυφη της.

Αλλα μην ανησυχειτε, θα σας φαω αργοτερα.



Προς το παρον εισπνεω γουργουρητα βρεφους και εκπνεω κροταλισματα θανατου. Ρουφαω χωραφια σταριου και φτυνω εκτασεις ερημωμενες απο αμμοθυελλες



Συνδεστε με με αυτον τον εξυπνακια το θανατο.



Ειμαι σαν τη μεγαλη αμερικα.

Αν θελετε να γινει η δουλεια σας σωστα, ελατε σε μενα, κι εγω θα στρεψω το δαχτυλο σας προς τη σωστη κατευθυνση.



Μετα φυσικα θα φυγετε και θα μ’αφησετε ψιθυριζοντας πισω απ’την πλατη μου.

«Απεραντη τρυφεροτητα απεραντη ειρωνεια ειναι για παντα κρυμμενη στα κλειστα της ματια.

Πρεπει να εχει μαθει πολυ καλα στη μακροχρονη μοναξια της ποσο κενη ειναι η σοφια ακομη και για τους σοφους.»



Αλλα εγω θα περιμενω.



Κοντα στο εδαφος θα βλεπω τη σκια των φτερων μου.

Αμυδρα μακρινα αστερια θα πασπαλιζουν τα ζυγωματικα με ασημενια σταχτη.

Ενας τοιχος θα εκραγει και θα χυσει δεκαοκτω οροφους στο δρομο.

Ενα φωτεινο πρωινο γαλανο σαν πορσελανη,

Μια νυχτα που θα κανει κρυο πανω στα ματια μου,

Εκει οπου ετη φωτος μακρια οι χλωμοι ουρανοι θ’ανοιγουν στα δυο,

κομματακια ζωηρης και αφανιζομενης λεπτομερειας

Εγω θα περιμενω.



Ετσι κι αλλιως, χωρις λεξεις δεν υπαρχει χρονος.



Τη διευθυνση που χρησιμοποιησα στη ζωη, σας δινω για κεινο το αργοπορημενο πρωινο.

Ελατε να με βρειτε.



Αλλα να’στε καλα προετοιμασμενοι.

Γιατι θα’μαι παντοδυναμη.

Θα’μαι το αγριο αγορι με ρολερσκεητς στα ποδια.

Θα σας παρω το σκαλπ.



Να’στε καλα προετοιμασμενοι μουνια.

Γιατι οσο και να περιμενω, δεν θα χασω ποτε το χιουμορ μου.



«αν ειχα μια φωτογραφια σου που να μιλουσε

θα την επαιζα καθε φορα που θα’νιωθα μελαγχολια

θα εδινα δεκα παραστασεις την ημερα

και μια τα μεσανυχτα

συναντησε με στο Σεηντ Λουις, Λουις
»


Inspired by William Burroughs's Wild Boys

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Zoυλιεν

Όπου η ηρωίδα όλο νιώθει ότι κάτι έχει ξεχάσει να κάνει και στον ύπνο της βλέπει  σκύλους, έχουνε λουριά κι όμως τους κυνηγάει.

Όπου τα κεντριά δεν έχουν αντίσταση, οι φακές δεν έχουν Ποπάυ και η ηρωίδα προσπαθεί να θυμηθεί πως το λένε το κοτόπουλο κομμένο σε λωρίδες.

Όπου την αηδιάζουνε αυτοί οι και καλά τόσο ερωτευμένοι στο τρένο πίσω της που ζητάνε την άδεια ο ένας απ'τον άλλον για να φτερνιστούνε.

Όπου καλείται κάποιος να μας πει γιατί στο μπούτσο δε σταματάει αυτό το πράμα εδώ και τώρα αφού το εδώ και το τώρα είναι τόσο τίποτα και πουθενά κι εσύ παντού και πάντα.

Όπου ένα γαμιόλικο ξεχειλωμένο αναφιλητό πεταρίζει σαν κακοπληρωμένη πόρνη κάθε φορά που ακούω τ'όνομά σου και ξέρω πως δεν φωνάζουνε εσένα.

Όπου η ηρωίδα περνάει ξυστά δίπλα απ'τον άντρα των ονείρων της χωρίς να το πάρει χαμπάρι, καθώς ταυτόχρονα σκέφτεται "Εγώ φανάρι στο γαμήσι της μνήμης και της ματαιότητας δεν κρατάω άλλο".

Όπου η διαφορά μας ήτανε που εγώ ήθελα να το κάνουμε αργεντίνικα, εσύ ήθελες να το κάνουμε ευρωπαϊκά, και τελικά το χάσαμε στο μέτρημα.

Όπου κρέμεσαι απ'το στόμα μου όπως μια από καιρό αχρησιμοποίητη λέξη λίγο πριν τη θυμηθεί κάποιος, μόνο που ανάποδα γιατί επειδή διότι εγώ προσπαθώ να σε ξεχάσω.

Όπου σε ξεγέλασα που τώρα πια δεν είσαι πια τίποτα άλλο παρά εγώ, κι εγώ είμαι τόσο πολύ καψούρα με την πάρτη μου.

Όπου σε αυτό το σημείο, χειροκρότημα παρακαλώ γιατί η ηρωίδα θυμήθηκε πως το λένε το κοτόπουλο κομμένο σε λωρίδες.

Πουτάνα μνήμη.

Βάζω το κοτόπουλο, βάζεις το μαχαίρι;

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Just a man

Για ολα τα σημερα που στελνουν ενα μεγαλο κωλοδαχτυλο στα αυριο
Για ολα τα ουρλιαχτα που ειχαμε χρονια αποθηκευμενα
Για τις μελανιες και τους ιδρωτες
Για τους μεγαλους ερωτες
Για τις μεγαλες μουσικες
Για τωρα που ειμαι ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ
Εχω μονο να πω αυτα

"Man was born to love

- though often he has sought
like Icarus, to fly too high
and far too lonely than he ought
to kiss the sun of east and west
and hold the world at his behest
to hold the terrible power
to whom only gods are blessed  -

But me, I am just a man"


Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Entry #6

(δεν ξέρω αν είμαι άνθρωπος της ησυχίας ή αν μ'αρέσουν οι σειρήνες του πολέμου μπορεί απλά να τις συνήθισα ξέρω μόνο πως ν'ανοιγοκλείνω τ'αυτιά μου βρήκα το διακόπτη όταν σταμάτησα να πιστεύω στο Θεό παρόλα αυτά παραμένω ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος ας προσευχηθούμε όλοι μαζί στο μεγάλο Τίποτα δεν θα προλάβει κανείς να με πει απαισιόδοξη καθήστε μισό λεπτό να βρω ένα στυλό να γράφει και θα σας δείξω εγώ θα σας δείξω ξέρω να πλέκω τα σκατά πουλόβερ κοτσίδες εγκώμια γράμματα αγάπης να)

Έχω μεγάλα φανταχτερά αύριο φυλαγμένα για ώρα ανάγκης, που σαν σωστοί ευγενείς, μισαλλόδοξοι γόνοι της βασιλικής οικογένειας των πυροτεχνημάτων και των αποτυπωμάτων, κάθονται και περιμένουν να γίνουν χρήσιμα, πάντα σε οριζόντια θέση με τα χέρια ελαφρώς μουδιασμένα απ'την ανία της προσμονής. Τους κάνω σβούρες επιδέξια με το κεφάλι να φεύγει τελευταίο για να τα διασκεδάσω, αλλά η φασαρία απ'το πάνω διαμέρισμα με αποσπά και ζαλίζομαι πάραυτα, και φωνάζω στα γδαρμένα μου νύχια και στις ρίζες των μαλλιών μου να κάνουν ησυχία, δεν έχω χώρο για άλλους εδώ κάτω. Δεν έχω χώρο για κανέναν γιατί έκανα όλα τα έπιπλα στην άκρη για να χωρέσεις εσύ και μάλιστα σκούπισα μέχρι και κάτω απ'τα πλακάκια που δεν το συνηθίζω. Μα εσύ δεν ήρθες ποτέ κι αυτά τ'αρχοντικά αύριο έχουν καταχραστεί κατά πολύ τη φιλοξενία μου.

(να είδες τι ωραία που γράφω όταν χρησιμοποιώ τη λέξη εσύ μόνο που όταν γράφω έτσι χρειάζομαι τρία στυλό και μέχρι να τελειώσω το'χω μετανιώσει και θέλω να τα μουτζουρώσω όλα και μετά να τα κρύψω κι απο πάνω γιατί ξέρω πως όταν πέσω για ύπνο θα βγάλουνε πόδια και χέρια και φλόγινα μαλλιά και χαμόγελα πρόστυχα και ντροπαλά και μάτια παραστατικά και θα'ρθουνε να με κυνηγήσουνε κι όμως τα δείχνω γιατί είμαι σίγουρη πως δεν σ'αρέσουνε κι όσο δεν σ'αρέσουνε υπάρχει ελπίδα αγαπημένε ώ αγαπημένε μου)

Αύριο θα έρθει το αύριο κι αύριο είναι μια καινούρια μέρα και δεν έχω όρεξη για νέους μουσαφείρηδες. Δεν θέλω άλλα αύριο, ποτέ δεν ήθελα. Θέλω ένα μικρό ταπεινό σήμερα να στέκεται έξω απ'την πόρτα και να μη ζητάει να μπει μέσα αλλά να μου φωνάζει να βγω εγώ έξω να παίξουμε, και δεν θα φοβηθώ μη λερωθώ απ'τις λάσπες, το υπόσχομαι. Θέλω ν'απλώσω την ψάθα μου στο γρασίδι και να μου φτάνει που θα ξέρω πως έχω ένα μπουκαλάκι ούζο με λεμονίτα στην τσάντα και να'ναι η τσάντα μου η ροζ που θα την έχω μπαλώσει, κι απο πάνω μου να περνάει κόσμος, χιλιάδες κόσμος να μην ψηλώσω άλλο για να σε κοιτάξω κάποτε απο χαμηλά κι έτσι να σε κάνω άντρα σωστό που κανείς δεν θα μπορεί να σε στερήσει απ'το τρίτο μάτι στο μέτωπό μου. Και ψηλότερα κι απ'τους δυο μας μαζί ν'ακούγεται μουσική εκκωφαντική να τραγουδάει το τώρα σ'όλες τις γλώσσες και να σηκωθώ να τρέξω μες στο χαμό να σε βρω και να ξεχάσω την ψάθα και να μην την ξαναβρώ ποτέ, να πάει εκείνη να πάρει τη θέση μου στον τόπο που μεταναστεύουν οι εικόνες για να πεθάνουν και τα όνειρα που το πρωί τα έχεις ξεχάσει. 

(να ορίστε η παρακαμπτήριος που με εμπόδισε απ'το να μάθω ν'αντιστέκομαι είναι που ξέρω να τα διηγούμαι όλα όμορφα αλλά όταν διηγήσαι όλα σου λείπουν αλλά όχι εμένα δεν μου λείπει τίποτα γιατί αυτό το τίποτα είναι ολόδικό μου θα στα δώσω όλα αλλά αυτό θα το κρατήσω το χρειάζομαι για να μπορώ να τα λέω χωρίς να τα πιστεύω αυτή είναι η τέχνη του να παραμυθιάζεις τον εαυτό σου αγαπημένε ώ αγαπημένε μου κάτσε που ν'ακούσεις και τα υπόλοιπα θα με φοβηθείς τόσο πολύ που θα με ξαναξεχάσεις ανένοχα είμαι πολύ καλή στο να με φοβούνται αλλά θέλω λίγη εξάσκηση στο να με ξεχνάνε ή μηπως στο να ξεχνάω εγω)

Θα σε δω λέει, και θα σε ξέρω απο πάντα και θα μείνουμε πάντα παγωμένοι σε αντικρυστή στάση. Η αγαπημένη μου φίλη απο δίπλα θα χειροκροτάει κι όλες οι χαμένες ευκαιρίες θα παραιτηθούν που θα είναι όπως ποτέ δεν μπόρεσαν και θα πεινάσουν και θ'αποδημήσουν σ'άλλη γη σ'άλλα μέρη κι όλα θα χάσουν την αξία τους μπροστά στα χέρια σου. Θα βουλιάξεις τα πόδια σου στο τσιμέντο, θα στολίσεις τον ουρανό με τις βλεφαρίδες σου γι'αυτοκόλλητα, θα οικειοποιηθείς όλες τις επιλογές που για χάρη σου απαρνήθηκα και θ'αντικαταστήσεις το τελευταίο γάμμα του ονόματός μου με μι. Κι εγώ θα σ'αφήσω ν'ανέβεις πάνω στο κρεβάτι μου χωρίς να βγάλεις τα παπούτσια σου με αντάλλαγμα τα άπλυτα σου σεντόνια και θα βυζάξω όλα τα παιδιά που θα γεννηθούν όταν το κεφάλι σου ανοίξει στα δύο απ'τον πονοκέφαλο. Μόλις τελειώσει η μουσική θα μείνουμε κουρασμένοι σαν ξεφλουδισμένα ροδοπέταλα πάνω στον τάφο των συνταξιούχων ρομαντικών, και θα ξαπλώσουμε πάνω σε ένα λευκό καμβά, πάντα σε αντικρυστή στάση.

(κι ύστερα θα προσθέσω άλλη μια πρόταση μετά την τελεία όπως κάνω τώρα κι όλα θα είναι σαν ψεύτικα σαν αλλά όχι ψεύτικα κι εγώ θα τα κοροϊδεύω να τώρα παω να μπαλώσω τη ροζ τσάντα  κι ας μην πιστεύω πια Πίστη Όχι Πια αύριο αύριο το αύριο είναι το σήμερα που ονειρεύτηκα χτες επιτέλους θα πότε ερωτηματικό δεν τις μπορώ τις τελείες γιατί είναι μπλε ίσως και πράσινες ώ πόσο σας μισώ απαίσια στρουμφάκια)