is touching yourself worth an eternity in hell?

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Dear Nebula

Θα προσπαθησω να ειμαι λακωνικη, και πρεπει να ξερετε οτι στους ανθρωπους που κοιμουνται και ξυπνανε χαμογελωντας, η βραχυλογια ερχεται φυσικα και αβιαστα σαν πρωινη καουρα. Εμεις οι εξωγηινοι απ'την αλλη μερια, τεινουμε να φλυαρουμε ασχετως διαθεσης.

Το λοιπον, προσφατα σταματησα μετα λυπης μου να παιζω μουσικη για τον κοσμο. Και μου λειπει πολυ να παιζω μουσικη για τον κοσμο. Επισης με ενδιαφερουν πολυ η αστρονομια, η ψυχολογια της μαζας και το νομικο πλαισιο πωλησης μιας ψυχης στο διαβολο, αλλα ειμαι πολυ τεμπελα για ν'ασχοληθω σοβαρα μαζι τους χωρις κινητρο. Σαν λυση σε ολα τα προβληματα μου λοιπον, εφηρμοσα ο,τι κανω τον τελευταιο καιρο οποτε με τρωει ο κωλος μου. Εφτιαξα ενα μπλογκ. Ξερω, εχει καταντησει αηδια αυτη η ιστορια. Αλλα υποσχομαι, θα'ναι το τελευταιο.







Καλα, δεν υποσχομαι.


Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Bαημπpεηνιoυμ

Aυτή η πόλη γεννήθηκε για να'ναι ξαπλωμένη στα πόδια μου - Το φριχτό της καλοκαίρι να μου βρωμίζει τις πατούσες - Κι εσύ να μου χαμογελάς που περπατάω συνέχεια ξυπόλυτη - Να κλέβεις μαγικά ραβδάκια απο παραθερίζουσες νεραϊδονονές - Να τα καρφώνεις στους δρόμους της για χάρη μου - Ξεχαρβαλωμένοι φωτεινοί σηματοδότες που δεν σημαίνουν πια τίποτα - Αφού έμαθες κιόλας πως να ημερεύεις το κρεβάτι μου όταν τρίζει - Κι αυτήν την πόλη που γεννήθηκε για να'ναι ξαπλωμένη στα πόδια μου - Μια απ'αυτες τις μέρες θα την ρίξω κι αυτή στην κατσαρόλα - Θα κοχλάσει μέσα στον ιδρώτα μας και θα την πιούμε σαν υδρόμελο - Και δεν θα χρειαστεί να ξαναγράψω ποτέ πια ποιήματα - Χορτασμένη θα κρεμάσω το σπαθί μου στον τοίχο μια για πάντα - Και θα'ρθω να κοιμηθώ κάτω απ'τη μασχάλη σου - Γιατί αυτή η πόλη γεννήθηκε για να'ναι ξαπλωμένη στα πόδια μου - Και γω γεννήθηκα για να μ'αγαπάς.

Δη εντ.


Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

ΦaνΦαkτ

 Oι ιθαγενείς της Βόρνεο, λέει, δεν πιστεύουν οτι τα όνειρα είναι προφητικά. Οι ιθαγενείς της Βόρνεο, αποτάσσονται τους καζαμίες και τους συμβολισμούς. Όταν πέφτουν τα βράδια για ύπνο στις αιώρες τους φτιαγμένες απο φύλλα κοκοφοίνικα και ρίζες ορχιδέας κρεμασμένες σε παρθένα κλαδιά κατά μήκος του ποταμού Μαχάκαμ, ή όπου αλλού κοιμούνται τελοσπάντων, δεν ψάχνουν τα χνάρια της διαταραγμένης τους λίμπιντο στη μεταμεσονύκτια λογοδιάρροια του υποσυνειδήτου τους. Οι ιθαγενείς της Βόρνεο, δεν πιστεύουν στα όνειρα.

Οι ιθαγενείς της Βόρνεο, βλέπεις, πιστεύουν πως τα όνειρα είναι η συνέχεια της κανονικής τους ζωής. Η προέκταση της καθημερινότητας τους.


Αυτό βέβαια δεν είναι τόσο κουλ όσο ακούγεται, γιατί σκέψου τι συμβαίνει όταν ένας άγριος Νταγιάκ κοιμάται αγκαλιά με το ακονισμένο καλαμένιο του δόρατο, αυτό που χρησιμοποιεί στο κυνήγι των υδροβουβάλων του Κότα Κιναμπαλού, και βλέπει στον ύπνο ότι η γυναίκα του τον κερατώνει.


Μα απ΄την άλλη, σκέψου, έχω ζήσει μια ολόκληρη ζωή μαζί σου κι ούτε που το ξέρεις. Σ'έχω φιλήσει σ'όλα τα σημεία του σώματός σου που μυρίζει ζέστη κι υγρασία, έχω φιλοξενήσει όλα τα μυστικά σου ανάμεσα στα πόδια μου κι έχω σμιλέψει όλες τις επιθυμίες σου σε ομοιόματά μου. Έχουμε ζήσει μια ολόκληρη ζωή μαζι, εσύ κι εγώ, κι ήταν όλα αλήθεια, ή μάλλον μισή ζωή και μισή αλήθεια, γιατί συναντιόμασταν πάντα τα βράδια και γινόμασταν μια μικρή συμμορία απο σοουλ μεητς που ούρλιαζαν ο ένας στον άλλον φιλιά, μα ξυπνούσαμε τα πρωινά σαν δυο απλοί ενδιαφέροντες άγνωστοι μιας λαβυρινθούπολης. Κι αν ήμουν Νταγιάκ, θα'χα την πολυτέλεια να διαλέξω να χρίσω πραγματικό όποιο μισό της ημέρας μου ήθελα, όποιο μισό της ζωής μου κι όποιο μισό της αλήθειας μου, κι όλοι ξέρουμε ποιο μισό θα ήταν αυτό.

Επίσης, κάτι άλλο που θα πρέπει να ξέρεις για τους ιθαγενείς της Βόρνεο, είναι οτι πρόσφατα άλλαξαν τις διατροφικές τους συνήθειες και δεν τρέφονται πια με ανθρώπους.

Τρου στόρι.


Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Monoamine

Eιδα ενα ονειρο χτες βραδυ.

Δηλαδη, ας πουμε οτι ειδα ενα ονειρο χτες βραδυ, κι ας πουμε πως θα το διηγηθω. Ας προσποιηθουμε ολοι πως δεν ξερουμε οτι τα ονειρα ειναι στ'αληθεια οι χωματερες της αντιληψης και πως κανεις δεν διηγειται ποτε τα ονειρα του ακριβως οπως τα ειδε γιατι κανεις δεν θελει να περιγραψει πως εισεβαλλαν στο δωματιο του δυο γιγαντια ψαλιδια ντυμενα με ροζ βινυλιο χορευοντας Οντορι γυρω απ'το κρεβατι του ενω εκεινος εκανε σεξ με εναν ανδρογυνο αιγυπτιακο θεο. Ας πουμε πως τα ονειρα ειναι γουωλτντσνεϊκοι σκλαβοι της συμβατικης αφηγησης κι ας πουμε οτι ολα αυτα τα ειδα στον υπνο μου. Λιγο μετα τη φαση Δελτα μεταξυ τεταρτου και πεμπτου σταδιου συνειδητοτητας, ας πουμε για να γινει πιο πιστευτο. 

Στ'ονειρο μου λοιπον, ημουν μεσα σε ενα σινεμα. Ηταν ενα απ'αυτα τα παλια σινεμα του κεντρου της Αθηνας, αυτα με τα κοκκινα ανατριχιαστικα στην αφη καθισματα και την γλυκερη βαρια σαν καλοκαιρινο απογευμα μυρωδια. Απ'αυτα που πουλανε πατατακια και κρασι σε γερμενα αναψυκτηρια και που οταν κατεβαινει η οροφη και μπαινει ο ηλιος μεσα μοιαζουν περισσοτερο με παραπονεμενα αμφιθεατρα παρα με σινεμα. Καθομασταν ολοι λεει στα κοκκινα καθισματα μας και παρακολουθουσαμε με προσοχη. Απεναντι μας, η οθονη ειχε αποσυρθει και αντι γι'αυτην, ενα τραπεζι βρισκοταν στο βαθρο μπροστα της. 

Στο τραπεζι καθονταν τρεις αντρες. Αυτος στ'αριστερα, δεν μιλουσε σχεδον καθολου, παρα μονο καθοταν με το πηγουνι του να στηριζεται στις γροθιες του και κοιτουσε γυρω του καχυποπτα. Ο αλλος στα δεξια ειχε πιο ευγενικη φυσιογνωμια, ισιωνε συνεχεια τα γυαλια του καθως προσπαθουσε να μεταφρασει τα γοητευτικα σπαστα αγγλικα του διπλανου του. Αυτος ηταν ο μεσαιος, ο ομιλητης, και ηξερα αμεσως οτι ηταν ενας λαμπρος δημιουργος, ενα φωτισμενο μυαλο, και ταυτοχρονα ημουν σιγουρη οτι ειχα μπροστα μου ενα μεγαλο καθικι, εναν μοχθηρο φαφλατα, και τον λατρευα γι'αυτο. Μιλουσε, ελεγε κατι για την ετεροχρονισμενη αφηγηματικη ροη και το εσωτερικο μονταζ των μονοπλανων, και κρεμομασταν ολοι απο τα χειλη του. Καθοταν γερμενος στο μικροφωνο, με το μετωπο του ν'αντανακλα τις προσδοκιες μας, κι ομως ισα που ακουγοταν μ'αυτη την αβολα διακριτικη φωνη του κι αυτον τον βαθυ ωμο του τονο. Τα ματια μου περιπλανηθηκαν λιγο στο χωρο και πεσανε στο ξυλινο σταντ διπλα στο τραπεζι, πανω του βρισκοταν μια ολοσωμη ασπρομαυρη φωτογραφια του ομιλητη, καποια χρονια πριν οπως συμπερανα απ'το χρωμα των μαλλιων του, που τωρα επεφταν στην πλατη του σε μια ολολευκη αδυναμη κοτσιδα. Τα φωτα στην αιθουσα ηταν πολυ δυνατα κι ενα ευγενικο βουητο αγκαλιαζε τα ηχεια, κι εκεινος μιλουσε, μιλουσε, κι εμεις ρουφουσαμε την σοφια του σαν καυλωμενοι θρησκοληπτοι, η διαδικασια της κινηματογραφησης, ελεγε, ειναι σαν μια μεγαλη παρτουζα οπου ολοι πρεπει να χυσουνε την ιδια ακριβως στιγμη. Ο μεταφραστης ζοριστηκε λιγο να το αποδωσει αυτο, κι υστερα καποιος απ'το κοινο ρωτησε κατι για το σελιλοϊντ και τον εβγαλε απο τη δυσκολη θεση. Τοτε ηταν που ξαφνικα, ο ουρανος σκοτεινιασε κι η οροφη αρχισε να κλεινει. Ακουστηκαν δυο μικρες παραστρατημενες βροντες κι υστερα η αιθουσα αιωρηθηκε για λιγο σιωπηλη γυρω απο τον ομιλητη.

Σηκωσε για πρωτη φορα το κεφαλι του και μας κοιταξε σα να βρισκοταν στο τελος μιας χρονομετρησης την οποια αγνοουσαμε μεχρι τωρα. Στριφογυρισε στα δαχτυλα του το αδειο απο νερο ποτηρι του και πλησιασε το μικροφωνο. "Δεν υπαρχει χωρος για αληθοφανεια στη δημιουργια", ξεκινησε να λεει, "ολα τα δημιουργηματα πρεπει να φαινονται ως τετοια. Οι λεξεις ειναι αχρηστες οταν σκεφτεσαι με εικονες, κι αλλωστε ολες οι ιστοριες εχουν ειπωθει απο αλλους πριν απο μας. Ξεχαστε τα μεγαλα παθη και τα βιβλικα εγκληματα, αυτα εχουν παρενοχληθει σεξουαλικα πανω στα γονατα της τεχνης αμετρητες φορες. Θελω να σκεφτειτε τις μικροσκοπικες καταστροφες, τις αφανεις τακτικες τραγωδιες που βουιζουν σαν μελισσες γυρω απ'τα κελια της παρανοιας ενος καθημερινου ανθρωπου. Θελω να σκεφτειτε με λεπτομερειες, με ορεκτικα, με περιτυλιγματα. Θελω να φανταστειτε, πως ειναι να ξυπνατε το πρωι. Μπουκωμενοι, αργοπορημενοι, βαριοι, να σερνεστε στην κουζινα με κοπο και μισανοιχτα ματια, κι εκει πανω απ'το νεροχυτη καθως σκαρωνετε ενα καφε, να κοιταξετε εξω απ'το παραθυρο, με φρεσκοξυπνημενη βεβαιοτητα οτι θα δειτε τον κοσμο να ξεσφιγγει τα δαχτυλα του γυρω απ'το λαιμο σας με την καθησυχαστικη του ρουτινα. Φανταστειτε, καθως κοιτατε εξω απ'το παραθυρο με μικρους κοκκους ζαχαρης κολλημενους στο μεσαιο σας δαχτυλο, να δειτε ξαφνικα απεναντι μια νεοκτιστη πολυκατοικια που πριν δεν ηταν εκει. Καμια τρομακτικη τροπη, κανενα συνταρακτικο τοπιο, απλα μια καινουρια πολυκατοικια απεναντι στην αλλη ακρη του δρομου, μια πολυκατοικια που κρυβει τη θεα του μικρου γηπεδου μπασκετ που σαν ερασιτεχνικη γκραβουρα κοσμουσε το παραθυρο σας μεχρι τωρα. Και ποιος χεστηκε για το γηπεδο του μπασκετ, τα φωτα του ηταν πολυ δυνατα κι ολο παραπονιοσασταν για τη φασαρια, μα τωρα αντι γι'αυτο ειναι μια πολυκατοικια μπροστα σας, μια φωλια που συντομα θα στεγασει νεους γειτονες, με τα παιδια, τα στερεοφωνικα, τα κατοικιδια τους, τις μικρες γλυκες ζωες τους να σταζουνε πανω στο παραθυρο σας και να διαστρεβλωνουν με τις αντοχες τους τον τροπο που εισεβαλλε μεχρι τωρα το φως στην κουζινα σας. Θελω να σκεφτειτε τον φοβο. Θελω να φανταστειτε οτι σταματατε στον φουρνο στη διαδρομη για τη δουλεια, για ν'αγορασετε το καθημερινο σας κουλουρι απ'την γραφικη φουρναρισσα που σχολιαζει παντα με χαμογελο κατι που φορατε, και θελω να φανταστειτε ενα λευκο χαρτι στην πορτα του, που με μεγαλα στραβοχυμενα γραμματα απο χοντρο μαυρο μαρκαδορο, λεει "ΚΛΕΙΣΤΟ ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ". Μονο αυτο, τρεις λεξεις, τρεις προχειρογραμμενες λεξεις, κλειστο, απροσιτο, οχι πια ασυλο, σταθμος ανεφοδιασμου και παρηγορια, κλειστον μεχρι νεωτερας κι η γλυκια διαβεβαιωση της καθημερινοτητας σας εξατμιζεται επ'αοριστου χρονου. Θελω να σκεφτειτε την απογοητευση, θελω να φανταστειτε οτι φτανετε στο γραφειο σας μετα απ'την συνηθισμενη πρωινη δοκιμασια της διαυγειας σας, μονο για ν'ανακαλυψετε συντομα οτι η καθ'ολα αδιαφορη μεχρι προτεινος συναδελφος τους διπλανου γραφειου, εχει αλλαξει χρωμα στα μαλλια της. Η νεα καλοπληρωμενη της αυταρεσκεια δεν την κανει βεβαια λιγοτερο βαρετη, αλλα η πολυμηχανη ντεκαπαζ της κανει θαυματα για τη δημοτικοτητα της. Θελω να σκεφτειτε το μοναχικο τριξιμο της καρεκλας σας, την κλεμμενη θεση στο παρκινγκ της αυτοπεποιθησης σας, θελω να φανταστειτε πως ειναι για μια μικρη στιγμη να μην γυριζει ο κοσμος γυρω σας αλλα να παραπαιει γυρω απ'τον εαυτο του. Φανταστειτε ενα τηλεφωνημα απ'την αδερφη σας οπου σας ανακοινωνει οτι παντρευεται, η αδερφη σας, με χρυσες κοτσιδες, μουτρωμενα χειλια και γυμνα ποδαρακια, πεντε χρονων στην αυλη να μαλωνει μαζι σας για μια κουκλα και να φοραει νυφικο και πεπλο, πως γινεται να παντρευεται, η αδελφη σας δεν γινεται να παντρευεται, ειναι πεντε χρονων και πανεμορφα μουτρωμενη και πρεπει να μεινει αιωνια ετσι. Θελω να σκεφτειτε τη συγχυση να τερματιζει πριν απ'την χαρα σας, θελω να σκεφτειτε φρεσκοβαμμενους τοιχους με μπογιες που μυριζουν σαν αλλαγη, διασκευες λατρεμενων σας τραγουδιων, συναντησεις με παλιους συμμαθητες, εορταστικα τηλεοπτικα προγραμματα και παρτυ συνταξης, κι αν ολα αυτα δεν ειναι αρκετα, θελω να φανταστειτε μονο αυτο. Θελω να φανταστειτε να γυρνατε το βραδυ σπιτι σας υστερα απο μια στοργικα κουραστικη ημερα, κι αφου βγαλετε τα ρουχα σας, σταθειτε κατω απ'το νερο και φορεσετε τα πιο ανετα κι ανυπομονα για στοργη εσωρουχα σας, καθεστε μπροστα στον υπολογιστη σας με πολυτιμη ανακουφιση, στριβετε ενα παχυ ιδρωμενο τσιγαρο και συνειδητοποιειτε με απολυτο, απολυτο καθολικο και καταμαυρο τρομο, οτι δεν εχετε αναπτηρα".

Ο ομιλητης εκανε μια παυση και ηπιε με λαιμαργη βιασυνη τις τελευταιες σταγονες που ειχαν απομεινει στο ποτηρι του. Μας κοιταξε ξανα και χαμογελασε χωρις να κουνησει καθολου τα χειλη του. "Και τωρα", μας ειπε "θελω να μου πειτε μονο ενα πραγμα. Θελω να μου πειτε που θα βαλετε την καμερα".

Ολες μας οι καρεκλες ενιωσαν μικρους κραδασμους και τα χερουλια τους γευτικαν αγχωμενες τσιμπιες στην τραχια τους επενδυση. Στριφογυρισαμε στα καθισματα μας, κι εγω πιο ανησυχη απ'ολους διπλωσα τα γονατα μου κρατωντας κοντρα με τις πατουσες μου στο καθισμα του μπροστινου, πιο ανησυχη απ'ολους γιατι ηξερα, πως κοιτουσε εμενα λες και το βελος της εργαστηριακης του σοφιας ειχε βρει το στοχο του. "Που θα βαλετε την καμερα", ρωτουσε, "δεξια, αριστερα, λοξη γωνια, κοντρ μπλονζε, γκρο πλαν, που θα βαλεις την καμερα" ρωτουσε, με ρωτουσε, "που θα βαλεις την καμερα" και ξαφνικα ολοι κοιτουσαν εμενα που ιδρωνα τις γροθιες μου και μαζευα τα γονατα μου και θα φοβομουν πως ημουν γυμνη ετσι που με κοιτουσαν, αν δεν ενιωθα το κινητο μου να δονειται στο αθορυβο μες στην τσεπη μου, και δεν ηθελα ν'απαντησω στον ομιλητη κι ας ημουν βαθια ερωτευμενη μαζι του, γιατι ηξερα πως η πραγματικη ερωτηση δεν ηταν αυτη, η πραγματικη ερωτηση ηταν το μεγαλο γοητευτικο "γιατι" που ροκαρει τις ανασφαλειες της ανθρωποτητας απο την αρχη της συνειδησης, και το κινητο μου χτυπουσε κι επρεπε να τρεξω να το σηκωσω και να βρω μια δικαιολογια να μη γυρισω πισω και να θυμαμαι απο δω και μπρος να καβατζωνω οσους περισσοτερους αναπτηρες μπορω.

Κι ας πουμε πως σ'εκεινο το σημειο, χτυπησε το κινητο μου και ξυπνησα. Τα κινητα εχουν παντα κακα νεα να σου πουν οταν χτυπουν επιμονα μεσα στα ονειρα σου, και καμια φορα ερχονται και οι μητερες τραγωδιες να κανουν παρεα στα παιδια τους, τις λεπτομερειες, αλλα συνηθως, μη φοβαστε, συνηθως, δεν συμβαινει απολυτως τιποτα σπουδαιο. Κι αυτο δεν το λενε γκρο πλαν, το λενε λανθανουσα θλιψη. Κι η καμερα ειναι παντα στην ιδια θεση κι ολοι ξερουμε να πουμε γιατι τη βαλαμε εκει.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Entry #12

Eλα ρε γαμημένο, δως μου ο,τι θες. Δως μου Δευτέρες κι ορμόνες, τσουβάλια Δευτέρες πεσμένες κάτω απ'τον ήλιο να παραγίνονται και να λιώνουν, δως μου γρατζουνισμένα φτερά και πατρικές συμβουλές, δως μου άδειους δρόμους να μην ξέρω τι να τους κάνω. Δως μου ο,τι μπορείς γαμημένο, δως μου αχόρταγους κάδους ανακύκλωσης και ναυαγισμένα δευτερόλεπτα να τα σώσω, δως μου να λειάνω τις γωνίες σ'ένα τετράγωνο, δως μου μια αβάφτιστη ψυχή, ένα αρχαιοελληνικό τέλος για οποιαδήποτε απο τις ιστορίες μου. Δως μου ο,τι καλύτερο έχεις, το καλύτερό σου χτύπημα, δως μου μια ρωγμή στη γυψοσανίδα του χρόνου κι εγώ θα την φοβηθώ και θα κρυφτώ κάτω απ'την κάσα της πόρτας. Δως μου έναν θανάσιμο εχθρό κι εγώ θα τον μπερδεύω συνέχεια με κάποιον άλλο, με κάποιον πιο όμορφο. Δως μου μια φωτοτυπία ενός αισθήματος κι εγώ αντί να μπορώ και να μη θέλω, θα θέλω και δεν θα μπορώ. Κάνε με να επιθυμήσω κάτι ρε γαμημένο, κάνε με να επιθυμήσω κάτι αρκετά ώστε να κλωτσήσω αυτή την καρέκλα να πέσει να βυθιστεί μες στο νερό, κάθε πρωί προσεύχομαι στον ανεμιστήρα μου και κάθε βράδυ νυστάζω για να ξεχάσω. Κάνε με έστω να νοιαστώ για μαλακίες, κάνε με να ενδιαφερθώ για κοπλιμέντα και αυτοσκοπούς, για μάσκες ομορφιάς και για βιβλία με γυαλιστερά εξώφυλλα, κάνε με να πιστέψω σε ζώδια και φωτογραφίες απο διακοπές, σε δείκτες νοημοσύνης και σε γλώσσες που δεν διαβάζονται με τα μάτια, κάνε με αληθινό κορίτσι, αυτό το ξύλο που είναι το σώμα μου σαπίζει και ξεφουσκώνει σαν ήχος απο μασημένη κασσέτα με εξωγήινες εφηβικές μπαλάντες. Ξέρω πως έχεις κι άλλα για μένα, δεν έχω τελειώσει μαζί σου, έχω εναποθέσει όλες μου τις ελπίδες σ'αυτή τη γλάστρα στο μπαλκόνι μου, και θα δεις πως κάποια μέρα, θα γράψω κάτι τόσο καλοφωτισμένο κι εκκωφαντικό, που θα σε λυγίσω.

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Ξέρειs

θα'θελα να μάζευα μία μία όλες τις πεποιθήσεις που είχα ποτέ 
να τις πέρναγα δυο χέρια γυαλόχαρτο 
μέχρι να γίνουν κάτασπρες και ξεθωριασμένες 
όπως πρέπει να είναι οι σωστές πεποιθήσεις
θες να σου πω γιατί δεν βλέπεις τον ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο;
είναι γιατί τον κρύβω μέσα στις χούφτες μου
και τραβάει τόσο καιρό τώρα αυτή η δουλειά
που μιλάει πια εκείνος με τη φωνή μου
κι εγώ με τη δική του
γι'αυτό κάθε φορά που ανοίγω το στόμα μου ακούγεται ένας ήχος
σαν κάτι που πλησιάζει μα δεν φτάνει ποτε
σαν σφύριγμα, σαν σειρήνα
Αρχίζει το πάρτυ
πάνω που νόμιζα πως είχα σοβαρευτεί
θυμήθηκα πως έχω να γυαλίσω και τις μπάρες απ'τα κελιά
που έχω κλεισμένες τις ντροπές μου
δεν ξαναμιλάω σου λέω
απαρνιέμαι τη θρησκεία της γλώσσας 
κι ασπάζομαι την αδελφότητα των δαχτύλων
μόνο απο αγγίγματα καταλαβαίνω
απο λέξεις τίποτα
όλες οι λέξεις που είχα να σου πω μου ξηγήθηκαν ινδιάνικη μπλόφα
μ'εγκατέλειψαν πάνω που το ρολόι χτύπησε δώδεκα
μα ξέρεις, το είχα βάλει μια ώρα μπροστά
έχω αρκετό χρόνο να καπνίζω τα ίσως σου
κι έχω γεμίσει ήδη ένα τασάκι αποσιωποιητικά

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

The M Theory

Dεν έφταιγε το φεγγάρι για όλα όσα έγιναν χτες. Εκείνο κρεμόταν ήσυχο απ'το αυτί του ουρανού, μέχρι που το λέρωσε ο ήλιος στη δεξιά πλευρά, και τότε άρχισε να στάζει πάνω στη θάλασσα. Κι έμοιαζε τόσο τρομακτικά με τον πλανήτη μου, που σχεδόν μπορούσα ν'ακούσω τ'ασημένια δέντρα να σκίζουν την ηλιόβαμμένη επιφάνειά του με τις μεταλλικές τους ρίζες και τ'αλουμινοχάρτινα φύλλα τους να κλαίνε σαν αδέξια μεταλλόφωνα - θέλω να πω, το φεγγάρι με κάλεσε χτες, κι εγώ σηκώθηκα κι άρχισα να περπατάω προς το μέρος του. Κανείς δεν με σταμάτησε, κανείς δεν ρώτησε που πάω, κι έτσι ανένοχα μπήκε ένα σύμπαν ανάμεσα σε μένα και τους ανθρώπους, ανάμεσα σε μένα και τη φωτιά τους, κι ήταν ένα σύμπαν αυτάρκες κι ολιγαρκές που δεν έπιανε χώρο μέσα μου, γιατί καθώς μεγάλωνε έχτιζε διαστάσεις να τις κατοικήσει, κι ήταν παραπάνω από έντεκα κι οι περισσότερες ήταν χρονικές και όχι χωρικές, κι έκανε ψύχρα αλλά εγώ για κάποιο μυστήριο λόγο δεν κούμπωνα τη ζακέτα μου. Τότε ήρθε εκείνος ο σκύλος δίπλα μου, εκείνος ο σκύλος που το είχε σκάσει απ'το αφεντικό του στη μέση της βραδυνής τους βόλτας γιατί τον κάλεσε κι αυτόν το φεγγάρι. Δεν έτρεξε προς το μέρος μου ζητιανεύοντας χάδια και πως τον θαύμασα γι'αυτό, απλά με πλησίασε μ'ένα αργόσχολο νάζι στην ουρά και στάθηκε δίπλα μου, και φυσικά γνωριζόμασταν απο πάντα. Κι έτσι περπατήσαμε μαζί, σαν δυο παλιοί φίλοι που δεν έχουν τίποτα καινούριο πια να συζητήσουν, μέχρι που φτάσαμε ως τα βράχια κι η θάλασσα μας έκλεισε το δρόμο για το φεγγάρι και ξέραμε πως ως εδώ ήταν, ως εδώ μόνο φτάνουμε κι όχι παραπέρα, και για πρώτη φορά ήταν ανακούφιση τα σύνορά της κι όχι φυλακή. Και παρόλο που είχα τόσο απομακρυνθεί απ'τους ανθρώπους κι απ'τη φωτιά τους, ήξερα δυνατά και καθαρά πως η θέση μου πια ήταν δίπλα τους μα όχι μαζί τους, κι ήμουν αγνή και σωστή χωρίς ανθρώπινα αισθήματα, όπως με ήθελε το φεγγάρι. Έσκυψα στο αυτί του φίλου μου, πήγαινε να βρεις τον Αφέντη σου, του ψιθύρισα, του χάιδεψα τον λαιμό και τον φίλησα ανάμεσα στα μάτια, κι όταν αυτός με κοίταξε με παράπονο, του ψιθύρισα και τ'όνομά του με μια μικρή ντροπή, κι ήξερε τότε πως κι εγώ τον αναγνώρισα και πως ήμασταν δεμένοι κι ας μην είχαμε συναντηθεί ποτέ πριν, γιατί είχαμε τον ίδιο Αφέντη κι αυτός ήσουν εσύ και όχι το φεγγάρι, κι έτρεξε τελικά μακριά μου το ίδιο αργόσχολα όπως είχε έρθει. Ξεκίνησα να επιστρέφω πίσω στη φωτιά και στους ανθρώπους με το καινούριο μου σύμπαν κρεμασμένο απ'το λαιμό μου, κι όταν άκουσα τους έλικες των διασωστικών ελικοπτέρων στον ουρανό, αποφάσισα πως δεν ήθελα να με δουν, δεν ήθελα να με βρουν ποτέ. Κι όσο πλησίαζα και πάλι τους ανθρώπους και τη φωτιά τους, τόσο πιο δυνατά άκουγα να τραγουδάνε

start wearing purple, wearing purple, start wearing purple for me now

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Πίσω στoν Γκαλιφρευ όλoι έχoυν πεθάνει


Θυμάσαι τότε που μ’άγγιζες κι όργωνες το μάγουλό μου και φύτρωναν χαμόγελα κι αγκάθια πλεγμένα κι όταν έλεγα τ’όνομά σου κρεμόμουν απ’το τελικό του σίγμα και τραμπάλιζα πάνω απ’την άβυσσο που κρυβόταν στο λαιμό σου κι η μια απ’τις δυο καρδιές μου έσπαγε πάνω στη φωνή σου κι η άλλη χτυπούσε στις ίδιες συντεταγμένες με τα δάχτυλά σου όταν ακούγαμε μαζί μουσική και τώρα όταν ακούμε μαζί μουσική φοράς κάποιου άλλου το πρόσωπο και για σένα ένα άγγιγμα είναι απλά ένα άγγιγμα και κανένα απ’τα πάθη σου δεν μου μοιάζει κι είναι κρίμα γιατί αν με ήθελες λίγο θα σε ήθελα πολύ.

τους έβλεπα που βομβάρδιζαν τον πλανήτη μου και νόμιζα πως ήταν πυροτεχνήματα

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

T Minus

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη
φέτος το Πάσχα, το μόνο που θέλω για τη γιορτή μου, είναι να με σηκώσει να χορέψουμε το πιο ωραίο αγόρι της τάξης.

υ.γ. μην τους αφήσεις να μου βάλουνε τόσα πολλά κεράκια στην τούρτα.

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

The Subaudible

ξεφορτώθηκα την ουτοπία μου σήμερα κατα τ'άλλα ήταν μια συνηθισμένη μέρα, απλά ήθελα να σου τραβήξω την προσοχή το έκανα με τον μόνο αποτελεσματικό τρόπο, μ'ένα ξυράφι μέσα σε καυτό νερό ένα κοριτσάκι που μου μοιάζει μυστηριωδώς ήταν παγιδευμένο εκεί μέσα, δεν είχα άλλη επιλογή και πάνω που στόμωνε το ξυράφι άκουσα τη Φρίντα να κλαίει που έχασε τον Τζόνι της,  ήταν λάθος της ν'αφήσει το μονοπάτι για να κατουρήσει και τώρα το κοριτσάκι κρύωνε τα βράδια και βαθιά μέσα της ήξερε πως θα'πρεπε να είχες καταλάβει πια πως κάθε φορά που γράφω για σένα δεν είσαι παρά ένα κολάζ των περαστικών της ζωής μου ο λύκος, ο λύκος που κρύβεται πίσω απ'τις σκιές κάθε χαμένου μονοπατιού την παρακολουθούσε καθώς κοιμόταν πάνω στις κρύες πέτρες πως γίνεται να με φοβίζουν δυό αριθμοί ο ένας δίπλα στον άλλον, εμένα που'χω πάψει να μιλιέμαι με τον χρόνο ο μπαμπάς της είχε πει κάποτε πως ο θεός είναι σαν τους ήχους που απομωνώνει καθημερινά το αυτί μας και την έβαλε να προσευχηθεί στο λέβητα του καλοριφέρ και στις μεταμεσονύκτιες λεωφόρους μη μ'αφήνεις τώρα που φοβάμαι γιατί κάθε φορά που τελειώνουμε ξαναρχίζει η αναζήτησή μου για σένα ¨¨¨¨¨όταν μεγαλώσω θα σε παντρευτώ¨¨¨¨ψιθύριζε το κοριτσάκι στον λύκο πριν κλείσει τα μάτια της μα η ουτοπία μου είναι σαν τις μουνότριχες, πάντα ξαναφυτρώνει περίμενε, μη φεύγεις, ξέχασα το διαστημόπλοιό μου στη χούφτα σου δε μεγάλωσα ποτέ έλα και νίκησέ με

inspired by stephen king's "the girl who loved tom gordon"


Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

Origin of love

When the earth was still flat and the clouds made of fire,
And mountains stretched up to the sky, sometimes higher
Folks roamed the earth like big rolling kegs,
they had two sets of arms, they had two sets of legs,
they had two faces peering out of one giant head
so they could watch all around them as they talked, while they read
and they never knew nothing of love
It was before the origin of love

Now, there were three sexes then, one that looked like two men
glued up back to back, called the children of the sun.
And similar in shape and girth were the children of the earth,
they looked like two girls rolled up in one
But the children of the moon
were like a fork shoved on a spoon
They were part sun, part earth, part daughter, part son

Then the gods grew quite scare of our strength and defiance
and Thor said, "I'm gonna kill them all with my hammer, like I killed the giants."
And Zeus said, "No, you better let me use my lightening, like scissors,
like I cut the legs off the whales and dinosaurs into lizards."
Then he grabbed up some bolts and he let out a laugh,
said, "I'll split them right down the middle, gonna cut them right up in half."
And then storm clouds gathered above into great balls of fire...

And then fire shot down from the sky in bolts
Like shining blades of a knife
and it ripped right through the flesh
of the children of the sun and the moon and the earth
and some Indian god sewed the wound up into a hole,
pulled it round to our belly to remind us of the price we pay
and Osiris and the gods of the Nile, gathered up a big storm
to blow a hurricane, to scatter us away,
in a flood of wind and rain and a sea of tidal waves,
to wash us all away, and if we don't behave
they'll cut us down again
and we'll be hopping round on one foot, looking through one eye

Last time I saw you, we had just split in two
You were looking at me, I was looking at you
You had a way so familiar, but I could not recognize,
cause you had blood on your face, I had blood in my eyes
But I could swear by your expression, that the pain down in your soul
was the same as the one down in mine

That's the pain, cuts a straight line down through the heart
We called it love...

So we wrapped our arms around each other,
Trying to shove ourselves back together,
We were making love

It was a cold dark evening such a long time ago,
when by the mighty hand of Jove
It was a sad story of how we became lonely two-legged creatures,
It's the story of the origin of love

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Entry #11

Λοιπόν, έχουμε και λέμε.

Είναι μια ντουλάπα, οκ; Μια μεγάλη ντουλάπα, όχι απ'αυτές τις καινούριες τις εντοιχισμένες τις λείες στην αφή, αλλά απ'τις παλιές, τις φτιαγμένες απο σκούρο ξύλο με σκουριασμένα μπρούτζινα χερούλια που στηρίζονται πάνω σε τέσσερα ποδαράκια σγουρά σαν περισπωμένες. Απ'αυτές που βρίσκεις σε παλιά εξοχικά σπίτια και σε παλιατζίδικα. Μια ντουλάπα φύλακας ονείρων με χαμένα τα κλειδιά για όλες τις πόρτες της, που δεν ήταν ποτέ σετ κανενός επίπλου. Κι αυτή η ντουλάπα, έχει πάρει φωτιά. 


Ψιτ, φωτιά λέω. Φωτιά, όλοι έξω και τα συναφή.


Μα δεν καταλαβαίνω, πως μπορείς να είσαι τόσο ψύχραιμος; Πως με κοιτάς λες και δεν καταλαβαίνεις; Φωτιά λέω. Οι άνθρωποι συνήθως κινητοποιούνται μπροστά σ'αυτή τη λέξη. Υποτίθεται πως πρέπει κάτι να κάνεις. Να σώσεις από μέσα ο,τι προλαβαίνεις. 

Πρώτα φυσικά θα βγουν τα γυναικόπαιδα. Ύστερα θα το εκτιμούσα πολύ αν μπορούσες να περισώσεις τα διαλυμένα μου παπούτσια, αυτά τα κόκκινα που διασκορπίζονται κομμάτι κομμάτι έξω απ'την πόρτα σου, καθώς και, το κοστούμι του μπάτλερ του κήπου, το κουμπί που χαμηλώνει την ένταση της πραγματικότητας, ένα λυχνάρι που του'χει ξεμείνει μια τελευταία απραγματοποίητη ευχή, μια χαμένη φόρμα για κέικ, ένα λιβάδι αμάδητες μαργαρίτες, μισή κουταλιά φεγγάρι, μια πέννα για τις σκέψεις σου, ένα τρελαμένο σαξόφωνο, η απάντηση "καλά μωρέ"σε κάθε "τι κάνεις", εφτά στριμμένα τσιγάρα, ένα μέντιουμ με 20 χρόνια προϋπηρεσία σε απραγματοποίητους έρωτες, το σιρόπι γι'αυτόν τον επίμονο αλλεργικό μου βήχα, ένα μπουκάλι δάκρυα που έτρεξαν πίσω απο ροζ γυαλιά, και τον μπαλντά που έκοψε ένα κεφάλι στα δυο για χάρη μου. Ε, και στο τέλος, αν προλαβαίνεις, μπορείς να σώσεις κι εμένα. 

Προλαβαίνεις...;


Άστο. Θα πούμε πως έκανες ο,τι καλύτερο μπορούσες

κι η πλάκα είναι ότι θα το πιστεύουμε κιολας.

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Xωρίς λόγιa


MayDay

O κύριος Κορτιζόλ κρέμασε βιαστικά το παλτό του δίπλα στην πόρτα και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του. Στάθηκε δίπλα στο τεράστιο γυάλινο παράθυρο κι έριξε μια γρήγορη ματιά απ’έξω. Όλα φαίνονταν να δουλεύουν ρολόι εκείνο το πρωί στο εργοστάσιο. Ο κύριος Κορτιζόλ είχε αναλάβει τη διοίκηση του Τμήματος Άγχους εδώ και ένα περίπου χρόνο, και μπορούσε πλέον να κομπάσει με περηφάνια για την άψογη λειτουργία τoυ κάτω απ’το άγρυπνο μυωπικό μάτι της διοίκησης του. Αλλά σήμερα ήταν μια καινούρια μέρα και κάθε καινούρια μέρα ήταν ένας νέος αγώνας για ισορροπία και σταθερότητα. Αυτό ήταν το μόττο του κυρίου Κορτιζόλ, και η εκπλήρωσή του ήταν σκληρή δουλειά.

«Μις Ανδρεναλίνη,» επίταξε αυστηρά ο κύριος Κορτιζόλ πατώντας το κουμπί της ενδοεπικοινωνίας στο υπερσύγχρονο τηλέφωνό του, «ακυρώστε παρακαλώ όλα τα ραντεβού μου για σήμερα. Έχω μείνει λίγο πίσω με το πεηπεργουορκ, και πρέπει να είμαστε έτοιμοι για την μηνιαία επιθεώρηση των Ενδοκρινών...»

«Συγνώμη κύριε Διευθυντά», τον διέκοψε χωρίς να το συνηθίζει η μις Ανδρεναλίνη, «αλλά είναι ένας κύριος στο χωλ που επιμένει να σας δει..

Ο κύριος Κορτιζόλ έσμιξε τα φρύδια του και έγνεψε αποτρεπτικά με το χέρι του. «Πες του οτι είμαι απασχολημένος σήμερα, ας κάνει μια αίτηση για ραντεβού μέσα στην επόμενη εβδομάδα...»

«Λέει οτι ονομάζεται Μεντρόλ...» τον διέκοψε και πάλι η φωνή της γραμματέως του.

Ο κύριος Κορτιζόλ έκανε ένα βήμα πίσω και κοίταξε το τηλέφωνο σαν να είχε μόλις ξεράσει καρφιά από το ακουστικό του. Τι να θέλει τώρα αυτός ο απερίσκεπτος τυχοδιώκτης, σκέφτηκε. Ένας Θεός ήξερε ποιος του είχε δώσει τέτοια θέση ισχύος σ’αυτή την επιχείρηση. «Πείτε του να περάσει,», απάντησε ο κύριος Κορτιζόλ προς την κατεύθυνση του τηλεφώνου, «και, μις Ανδρεναλίνη... να μην μας ενοχλήσει κανείς παρακαλώ».

Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ εισέβαλλε στο γραφείο με το μακρύ δερμάτινο σακάκι του ν’ανεμίζει ελαφριά στο δροσερό αεράκι ενός νικητή. «Χευ, παλιόφιλε», φώναξε με έναν νωχελικό ενθουσιασμό και τράβηξε το τσιγάρο που είχε στερεωμένο στο δεξί του αυτί.

«Λυπάμαι, δεν μπορείς να καπνίσεις εδώ Μαξ...» ξεκίνησε να λέει ο κύριος Κορτιζόλ, όταν ένα σφύριγμα τον διέκοψε.

«Γουαου, ωραίο γραφείο μάγκα μου», μουρμούρισε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ καθώς άναβε το τσιγάρο του. «Ρετιρέ και με τα όλα του. Εμείς εκεί στο υπόγειο είμαστε κάπως πιο στριμωχτά, αλλά ξέρεις τώρα. Κάποιος πρέπει να κάνει τις βρωμοδουλειές σας εκεί στα μπουντρούμια». Πήρε μια γερή και φαινομενικά απολαυστική ρουφηξιά από το τσιγάρο του και χαμογέλασε πλατιά. «Αλλά τουλάχιστον εμείς μπορούμε να καπνίζουμε».

«Θες να μου πεις τι σε έφερε ως εδώ αυτό το μέχρι πρότινος γαλήνιο πρωινό, Μαξ;» αποκρίθηκε σοβαρά ο κύριος Κορτιζόλ.

«Τάξε μου!» φώναξε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ και στρογγυλοκάθησε ζωηρά στην πολυθρόνα του κυρίου Κορτιζόλ. «Δεν θα πιστέψεις τι νέα σου φέρνω από τις αποθήκες ορμονών, Κορτι παλιόφιλε, θα ξετρελαθείς!».

«Αντίθετα με σένα, είμαι πολύ απασχολημένος για να παίζω παιχνίδια Μαξ», απάντησε ξεψυχισμένα ο κύριος Κορτιζόλ, «θα ήθελες να συντομεύεις σε παρακαλώ;»

Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ έκανε μια στροφή με την καρέκλα και φρέναρε απότομα με το πόδι του στην κατάλληλη θέση για να κοιτάξει τον συνομιλητή του αντικρυστά. Μια σοβαρή έκφραση πέτρωσε για λίγα δευτερόλεπτα στο πρόσωπό του, κι ύστερα εξερράγη σ’ένα άγριο χαμόγελο. «Μου κάνει εντύπωση που δεν το παρατήρησες ήδη, Κόρτι παλιόφιλε, από όλη αυτή την ξαφνική κινητικότητα των φερομονών. Η διαρροή ενέργειας των φωτωνίων έχει αυξηθεί κατακόρυφα κι έχουν ανακληθεί όλοι οι νευροδιαβιβαστές από τις άδειές τους, έχει βουήξει ο τόπος, κι αν θες να ξέρεις αυτή τη στιγμή χάνω το ξέφρενο πάρτυ στους υποθαλάμους για να’ρθω μέχρι εδώ να σου πω τα νέα».

Ο κύριος Κορτιζόλ ίσιωσε ασυναίσθητα τη γραβάτα του και ξεροκατάπιε. «Ω Θεέ μου», ξεφύσηξε εξαντλημένα, «όχι πάλι...»

«Έλα τώρα, Κόρτι παλιόφιλε, είσαι υπερβολικός», γέλασε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ, και το γέλιο του αμέσως μετατράπηκε σ’ένα σύντομο ξερόβηχα. «Δώσε λίγο κρέντιτ στο καημένο το κορίτσι, είχε ν’αναστατωθεί έτσι από την αιματοβαμμένη Επανάσταση του Λεμφικού Συστήματος πέρσι τέτοια εποχή».

«Και τι δηλαδή, κάθε χρόνο αυτή η δουλειά θα γίνεται;» αναφώνησε αγχωμένα ο κύριος Κορτιζόλ κι άρχισε να παραπαίει γύρω απ’το γραφείο του, συγκεντρώνοντας ό,τι πίνακες και διαγράμματα έβρισκε μπροστά του με κοφτές σπασμωδικές κινήσεις. «Πρέπει να το προλάβουμε, αυτή τη φορά πρέπει να το προλάβουμε,» μουρμούρισε μαζεύοντας χαρτιά στην αγκαλιά του, «θα δουλέψουμε όλοι υπερωρίες, θα προσλάβουμε και αρκετά βιοπανομοιότυπα οιστρογόνα για να εξισορροπήσουμε πάλι τα ορμονικά επίπεδα, αρκεί να έχουμε στοκ στις αποθήκες βιταμινών Α και D και θα μπορέσουμε να....»

«Ω, είναι πολύ αργά γι’αυτά, παλιόφιλε», αποκρίθηκε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ πετώντας το μισοτελειωμένο του τσιγάρο στο πάτωμα. «Μετά τη μαζική απόδραση των ντοπαμινών επικρατεί χάος εκεί έξω. Κάθε πρωτείνη έχει αρματωθεί κι από ένα NGF κι έχει ξεχυθεί στους δρόμους. Θα γίνει πατιρντί, γι’αυτό σου λέω, άσε το κορίτσι να γλεντήσει και ρίξτο κι εσύ λίγο έξω. Έλα μαζί μου στο πάρτυ! Απ’ότι ακούγεται έχουν και τεκίλες και μπάφους κι απ’όλα.»

Ο κύριος Κορτιζόλ αναρρίγησε κι έτριψε τα μάτια του κάτω απ’τα γυαλιά του. «Μα πως μπορείς κι είσαι τόσο ήρεμος;; Δεν θυμάσαι τι έγινε την τελευταία φορά; Είδαμε και πάθαμε να συνεφέρουμε τα ζωτικά επίπεδα στις αρχικές τιμές τους. Επικρατούσε χάος! Έπρεπε να επισκευάσουμε τα πάντα μετά τον βανδαλισμό των σεροτονινών, κι όλοι ήταν εντελώς αποδιοργανωμένοι». Ξερόβηξε και χαμήλωσε ντροπαλά τον τόνο της φωνής του. «Η μις Ανδρεναλίνη κυκλοφορούσε για μια ολόκληρη εβδομάδα φορώντας μόνο το σουτιέν της» ψιθύρισε.

Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ αποτέλειωσε με τη μύτη του παπουτσιού του την γόπα του και ξεκίνησε να την εγκαταλείπει σαν χρησιμοποιημένη ερωμένη, γελώντας δυνατά. «Απλά φοβάσαι την αλλαγή, Κόρτι παλιόφιλε», φώναξε καθώς γύριζε την πλάτη του και κατευθυνόταν προς την πόρτα, «δεν είναι κακό όλοι τη φοβόμαστε. Γι’αυτό άλλωστε καπνίζουμε τόσο». Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ σταμάτησε στην πόρτα και έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από την τσέπη του παλτού του. «Σι γιου αράουντ Κόρτι παλιόφιλε», απήγγειλε χολιγουντιανά κι εξαφανίστηκε στο διάδρομο.

Ο κύριος Κορτιζόλ απέμεινε να κοιτάζει την πόρτα φορώντας μια αγκαλιά χαρτιά κι ένα απελπισμένο βλέμμα. Πλησίασε το γραφείο του και κάθισε, απλώνοντας μπροστά του τον πάκο με τα χαρτιά. Άρχισε να τακτοποιεί μερικά απ’αυτά, όταν ξαφνικά η συνεπακόλουθη παραίτηση μπροστά στο αναπόφευκτο, τον έσπρωξε να γείρει πίσω στην καρέκλα. Ξέσφιξε λίγο τη γραβάτα του και αναστέναξε. Ήξερε πως δεν μπορούσε πια να κάνει τίποτα εδώ, αλλά όχι να πάει και στο πάρτι να ζητωκραυγάσει υπέρ αυτής της ανωμαλίας. Αυτό θα ήταν εξωφρενικό!

Αν και αυτό το πάρτυ θα ήταν μια καλή αφορμή να ζητήσει από την μις Ανδρεναλίνη εκείνο το ραντεβού που τόσα χρόνια δεν τολμάει...

Tην κoυρτίνα δύo

όχι, δεν έχω όρεξη για χορό απόψε, έχω τριών ειδών μουσικές μέσα στον οργανισμό μου αυτή τη στιγμή και καμία δε γιατρεύει αυτό το μυρμήγκιασμα που σκαρφαλώνει παχύ κι εμετικό στο σβέρκο μου κι ανάμεσα στα πόδια μου κάθε φορά που με χαϊδεύεις, και δεν είναι οτι δε μ’αρέσει, είναι που δεν έχω πια αναστεναγμούς στο αλφάβητό μου και καμιά αντωνυμία δεν μου κάνει για να σε περιγράψω κι εσύ φυσικά δεν καταλαβαίνεις απ’αυτά κι όταν προσπαθώ να σου εξηγήσω αρχίζω να μιλάω μ’αυτή τη φωνή που σιχαίνομαι, τη φωνή «σετ αντικολλητικών κατσαρολικών», ξέρεις, όπως σ’εκείνα τα τηλεπαιχνίδια, όλοι αυτοί που διαλέγουν τη λάθος κουρτίνα, όταν βλέπουν τι κέρδισαν μιλάνε μ’αυτό το δήθεν ενθουσιώδες γρύλισμα, «α... είναι ένα σετ αντικολλητικών κατσαρολικών... ω, ευχαριστώ, χρειαζόμουν ένα...» όχι, δεν μίλησα, δεν είπα τίποτα, ιδέα σου ήταν, μη με ξεσυνερίζεσαι όταν είμαι έτσι, κάνε με να γελάω μόνο λίγο αν θες κι εγώ υπόσχομαι ό,τι υγρό τρέχει απ’το σώμα μου να το φυλάω στο ψυγείο για όταν θα ξανάρθεις κι ας φοβάμαι πως είσαι το αντικολλητικό μου τηγάνι κι ας ξέρω πως κάποια στιγμή θα πρέπει να σε πετάξω στη φωτιά για να δω τι πιάνεις τελικά, αλλά θα προτιμούσα αντί για αντικολλητικός να ήσουν αντιβιοτικός κι αντιανεμικός να μην αρρώσταινα ποτέ γιατί όταν αρρωσταίνω χύνομαι πάνω στις ανάγκες μου και ξέρεις εγώ έζησα τόσο καιρό χωρίς ανάγκες που έχω ξεχάσει πια να χρειάζομαι, γι’αυτό σου λέω, μη γίνεις απαραίτητος, μην μου επισκευάσεις τίποτα για να’χω ένα λόγο να σε φωνάζω να ξανάρχεσαι, και όχι, δεν θέλω να καπνίσω άλλο, σταμάτα να μου στρίβεις τσιγάρα, δεν θέλω να καταλάβεις τίποτα ούτε να με φιλήσεις πια γιατί θα πρέπει να ψηλώσεις εξήντα πόντους και δώδεκα χρόνια για να το κάνεις κι εξάλλου αν είχα ένα δολάριο για κάθε πρώτο φιλί που μου χρωστάνε τώρα θα’χα αγοράσει όλη τη Μικρή Άρκτο και δεν είναι εποχές αυτές για επενδύσεις μωρό μου γι’αυτό άσε το στρώμα μου να ξεφουσκώνει κάθε βράδυ κι εγώ θα ψάχνω την τρύπα κάθε πρωί ψηλαφίζοντας με τα δάχτυλά μου ανάμεσα στα πόδια μου ω είναι ένα σετ αντικολλητικών κατσαρολικών ψηλαφίζοντας με τα δάχτυλά μου ανάμεσα στα πόδια μου ω ναι ναι ναι ναι είναι ένα σετ αντικολλητικών κατσαρολικών ω θεε μου ναι χρειαζόμουν ένα


Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Soltanto Te



«Eλα μαζί μου. Θα χτίσω μια γέφυρα από μαργαριτάρια και ιδρώτα να την απλώσω στα πόδια σου. Θα σου προσφέρω την ασημένια νύχτα  για να βάψεις τα μάτια σου και θα σφάξω τον βασιλιά των λύκων για να σε ντύσω με το δέρμα του. Θα σε διδάξω πως ν’αναστενάζεις χωρίς να κάνεις ερωτήσεις, και θα σε μάθω να ξεχνάς τους αριθμούς για να μην μπορείς να μετράς τον χαμένο χρόνο.  Κάθε φορά που θα κλαις, θα κάνω να βρέχει σε τόπους όπου τίποτα δεν φύτρωσε ποτέ. Κάθε φορά που θα γελάς, θα σου φέρνω σβησμένα ηφαίστεια να δανείζονται φωτιά απ’τα μαλλιά σου. Θα φτιάξω μια γλώσσα που θα τη μιλάνε μόνο όσοι δεν σε γνώρισαν ακόμα, για να σε φωνάζουν να’ρθεις. Θα σου μιλάω σαν κατάδικος εραστής που του δόθηκε χάρη ένα λεπτό πριν την εκτέλεση. Θα σ’αγκαλιάζω σαν κόκκινη έκρηξη μπογιάς στον πίνακα ενός ξάστερου ουρανού. Η σκιά μου θα σου δροσίζει τους κροτάφους κι η σιωπή μου θα σου χαϊδεύει το μέτωπο. Θα σε σκεπάσω με το νανούρισμα ενός τρελού και θα εξοντώνω τους λυγμούς των πιο στενάχωρων τραγουδιών καθώς θα σε φιλάω, και με το φιλί μου αυτό καμιά αρρώστια και συμφορά δεν θα σε ξαναβρεί. Και θα’μαστε εσύ κι εγώ, βασιλιάς και βασίλισσα μιας αρκτικής ημέρας που θ’ανατέλλει μισοκοιμισμένη σε μια χώρα που θα’χει τ’όνομά σου. Έλα μαζί μου. Σου υπόσχομαι, δεν θα’ναι δύσκολο.»


«Θα πονέσει;» ρώτησε η κοπέλα το άγαλμα, που στεκόταν φεγγαρολουσμένο στη μέση της πλατείας.

«Καθόλου. Το μόνο που θα πρέπει να κάνεις είναι να μείνεις πάρα πολύ ακίνητη.»


Η κοπέλα πλησίασε το βάθρο του αγάλματος κι ακούμπησε τα χέρια της επάνω του. Έσπρωξε τον κορμό της προς τα πάνω και σύρθηκε με τους αγκώνες στη βάση του. Ύστερα στριφογύρισε, ίσιωσε το κορμί της, και βρέθηκε καθισμένη στα πόδια του. Πέρασε το χέρι της γύρω απ’το δεξί του μηρό κι έγειρε επάνω στο πέτρινο γόνατό του. Έκλεισε τα μάτια της κι έτριψε αφηρημένα τις λερωμένες της πατούσες πάνω στο λευκό μάρμαρο.


«Και τώρα;» ρώτησε η κοπέλα το άγαλμα, κι από κάπου μακριά η νύχτα ακούστηκε ν’αποχωρεί μεθυσμένη απ’τη γιορτή.

«Τώρα περιμένουμε. Δεν ξέρω τι ακριβώς, ίσως τη γη να τελειώσει το σαγηνευτικό λίκνισμά της γύρω απ’τον ήλιο. Ίσως έναν δεσμώτη θεό να δώσει στην πέτρα το δώρο της ζωής, ή μπορεί και τα θηρία να ξυπνήσουν αναζωογονημένα απ’τη νάρκη τους και να’ναι έτοιμα να μας υποδεχτούν. Δεν έχει σημασία. Απλά περιμένουμε.»


Κι έτσι κι έγινε. Η κοπέλα περίμενε με τα μάτια κλειστά, περίμενε όμορφα και απαλά, όπως τα παιδιά περιμένουν τα καλοκαίρια, όπως οι λέξεις περιμένουν τα κενά να τις ολοκληρώσουν. Περίμενε, κι ο αέρας σιγά σιγά γινόταν πιο παχύρευστος και το αίμα που έτρεχε στις φλέβες της πιο γκρίζο και οι ήχοι όλοι ακούγονταν σαν βροχή που χτυπάει πάνω σε πλακάκια για να χειροκροτήσει την ακινησία τους. Κι έγινε κι αυτή, η ίδια, ακίνητη και πέτρινη, και οι εποχές άρχισαν να εξαφανίζονται. Ο κόσμος γλιστρούσε σαν σταγόνα πάνω στην κοιλιά του χρόνου, μέχρι που στέγνωσε μαζί με τις θάλασσες του και διαλύθηκε μέσα στον αφαλό του σύμπαντος, κι εκείνη ακόμα περίμενε. Δεν άκουγε πια τη φωνή του αγάλματος, αλλά δεν είχε σημασία γιατί δεν ήταν σίγουρη αν την είχε στ’αλήθεια ακούσει ποτέ. Περίμενε μέχρι που ξέχασε ποιά ήταν και γιατί βρισκόταν εκεί.

Κι ύστερα, χωρίς να θυμάται πια τι περιμένει, άνοιξε βαριά τα μάτια της και κούνησε τα δάχτυλα του χεριού της. Κι έτσι απλά,  ήταν πάλι ζεστή και σάρκινη και αφεντικό των πέντε της αισθήσεων. Κοίταξε γύρω της και δεν κατάφερε ν'αναγνωρίσει ούτε τόπο ούτε χρόνο, ούτε σχήματα ούτε αντικείμενα, ούτε θερμοκρασίες ούτε μυρωδιές, κι έσκυψε το κεφάλι της μπερδεμένη και τρωτή. Μα όταν είδε τις πατούσες της, σκονισμένες και περικυκλωμένες απο γκρίζους πέτρινους σβώλους χώματος, τότε τα κατάλαβε όλα, τ'αναγνώρισε όλα. Κι έτσι απλά, σκούπισε με το πόδι της το χώμα άπ'το βάθρο, κι αυτό από πέτρινο έγινε πάλι νωπό κι ελαφρύ κι έπεσε στο έδαφος μ’ένα σάλτο ευγνωμοσύνης, και το μάρμαρο έλαμψε κατάλευκο στον ήλιο. Ύστερα η κοπέλα ένιωσε τα μάτια της να υγραίνονται απ’τον άνεμο και τα ξανάκλεισε ευχαριστημένη. Έσφιξε τα χέρια της περισσότερο γύρω απ’το πόδι του αγάλματος και ακούμπησε πάλι το κεφάλι της στο γόνατό του. Η σκιά του της δρόσισε τους κροτάφους και η σιωπή του της χάιδεψε το μέτωπο, μέχρι που το αίμα της έγινε πάλι γκρίζο και η επιδερμίδα της πέτρινη. Και δεν περίμενε πια για τίποτα.

Κι όλα ήταν όπως έπρεπε.  

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Πokετ Nταηαλ

H μέρα που θα μπορέσω να κοιτάξω τα γυάλινα μάτια σου χωρίς να ντραπώ, θα είναι κι η μέρα που θα σταματήσω να μεταμορφώνομαι σε κατσαρίδα για να σε κατασκοπεύω πίσω απ'τα πλακάκια του μπάνιου σου. Τη μέρα εκείνη, στο υπόσχομαι, θα σε ξεστοιχιώσω όπως με ξεστοίχιωσες κι εσύ και θα φύγω. Θα βγάλω μια περιουσία κάνοντας το δικηγόρο του "γιατί όχι" στη δίκη εναντίον του "τι θα γινόταν αν", και θα παρω σύνταξη στη Νότιο Αμερική να φυτεύω πατάτες. 

Αλλά τι θα κάνεις μετά χωρίς εμένα να σου γλύφω τα σαπούνια στα κρυφά;

Nothere



Ξέρω γιατί ήρθες εδώ. Ξέρω τι θέλεις. Έρχεσαι πάντα κάτι μέρες σαν κι αυτή, που δεν αντέχω τη γαμημένη την επίκτητη υπεροχή μου, και ρίχνω καπνό στα βλέφαρά μου να βαρύνουν να μη βλέπω τον θαυμασμό κανενός. Ν’αποζητάω μόνο τον δικό σου. Να σου λέω αυτά που θες ν’ακούς. Κάτι τέτοιες μέρες, το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι η σχετικότητα της ύλης, και το πόσο μόνος πρέπει να νιώθει ένας οδηγός φορτηγού στην εθνική όταν ανατέλλει ο ήλιος. Κι εσύ έρχεσαι εδώ και θέλεις να σου πω. Τι θέλεις ν’ακούσεις;

Θες να σου πω για την γάτα που κουρνιάζει κάτω απ’τα ντεκς όποτε παίζω μουσική; Μου χτυπάει το τζάμι η σιχαμένη και μου νιαουρίζει χυδαία ότι κρυώνει. Κι εγώ τη βάζω μέσα στα κρυφά. Μα το θεό δεν έχω ιδέα γιατί το κάνω αυτό.

Θες να σου πω για την κουζίνα μου που τη νιώθω δική μου μόνο όταν μαγειρεύω για κάποιον άλλον; Θες να σου πω για τις Δευτέρες που δεν βγαίνω ποτέ απ’το σπίτι για ν’ακούσω μια εκπομπή στο ραδιόφωνο; Για τ’αθλητικά μου παπούτσια, που μου απαγόρευσαν να φοράω στην πρωινή δουλειά, και τώρα κάθονται πικρόχολα στη γωνιά με τα κορδόνια τους λυτά και με χλευάζουν; Για τους ανθρώπους, που τους βαριέμαι λίγο αλλά τους αγαπάω με μια μεσσιακή έννοια;

Όχι, φυσικά δεν θέλεις ν’ακούσεις αυτά. Δεν ήρθες εδώ γι’αυτά. Εσύ θες να σου πω για καλογυαλισμένες συντριβές και ετεροχρονισμένα ανταλλακτικά. Θέλεις φόβο και πάθος, θες σοφιστίες του ενός κεριού και αποφθέγματα σαπίλας. Θες ιστορίες.

Ξέρεις εγώ, έχω πολλές ιστορίες. Αλλά είναι όλες σαν φιλμ νουαρ. Παλιές, ασπρόμαυρες, και τόσο ποζέρικες που δεν μπορείς παρά να τις λατρεύεις στα κρυφά. Έλα, παραδέξου το. Θέλεις κι εσύ το Άρλεκιν σου.  

Θες να σου πω για κείνη τη φίλη που είχα που μου έκανε συνέχεια τράκα παρόλο που δεν κάπνιζε. Ποτέ δεν τα άναβε ρε πούστη. Πάντα τα κρατούσε, τα στριφογύριζε, μα ποτέ δεν τα άναβε. Με τρέλαινε αυτό το πράγμα. Και δεν ήταν επειδή είχε μόλις κοιμηθεί με τον γκόμενό μου. Απλά κάποιος έπρεπε να πληρώσει γι’αυτά τα τσιγάρα τελοσπάντων.

Θες να σου πω για τότε που ερωτεύτηκα το φάντασμα που με στοίχειωνε, και πόσο μου στοίχιζε που ήταν άϋλο και δεν μπορούσα να το αγκαλιάσω. Θες να σου πω που είδα στον ύπνο μου ότι τα’χα λέει με το Χριστό, και καθόμουν μαζί του από συνήθεια, επειδή τον είχα ακόμα ανάγκη παρόλο που δεν πίστευα πια σ’αυτόν. Θες να σου εξιστορήσω πως οι άνθρωποι, μερικές φορές, αγαπούν κάποιον πολύ, γιατί έχουν πριν αγαπήσει πολύ κάποιον άλλον, και γιατί αυτό είναι η μεγαλύτερη συμπαντική αλήθεια. Θες να σου αραδιάσω ό,τι δυστύχημα έχω εύκαιρο και να του κάνω λίγο γλυκό έρωτα πάνω στο παχύ χαλί μιας πόρνης που ζητάει πάντα λίγα παραπάνω απ’όσα έχεις στο πορτοφόλι σου μόνο για να σε δει να ιδρώνεις, και που κάποιοι την φωνάζουν συνωμοτικά και «τέχνη». Κι εγώ θα το κάνω αυτό για σένα, θα στο αμπαλάρω κιόλας να το πάρεις για το δρόμο. Θα σου πω ό,τι θες ν’ακούσεις, άλλα πες μου και συ κάτι.

Πες μου ποιος είσαι και γιατί σου γράφω συνέχεια. Πες μου το αληθινό σου όνομα, για να μην σ’αποκαλώ πια β’ενικό, να σ’αποκαλώ κάτι καινούριο, μια νέα λέξη που δεν εφευρέθηκε ακόμα και θα την καταλαβαίνεις μόνο εσύ. Πες μου γιατί δεν μου μιλάς ποτέ, και πες μου πως γίνεται και μπορώ να ψυχανεμιστώ κάθε μια από τις μικρές επιθυμίες για λήθη που σ’αιφνιδιάζουν όταν πέφτεις στο κρεβάτι σου στο τέλος μιας πολύ κουραστικής ημέρας. Πες μου που σκατά είσαι τελοσπάντων και ποια θεομηνία σ’έχει εμποδίσει απ’το να έρθεις τόσα χρόνια. Πες μου την πιο αισιόδοξη λαϊκή σοφία σα να την εννοείς πραγματικά, κι εγώ θα την πιστέψω επειδή την είπες εσύ. Μόνο πες μου κάτι.  

Και σταμάτα πια να με κοιτάζεις έτσι.


Ναι, σε σένα μιλάω.


Έλα επιτέλους



ακόμα περιμένω

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Entry #10


Aκούω τις σάλπιγγες. Παίζουν πανικόβλητες εκτός ρυθμού, και προστάζουν στην ατσάλινη γλώσσα τους για υποχώρηση.

Φυσικά, ήμουν έτοιμη γι’αυτές. Πάνω που κούμπωνα την πανοπλία μου. Τα μαλλιά μου μπλέκονται στην περικεφαλαία και προσπαθώ να τακτοποιήσω τις τρίχες που προεξέχουν με το πίσω μέρος της λαβής του σπαθιού μου. Πόσο μ’αρέσει αυτό το συναίσθημα, όταν γίνομαι μεταλλική και κουδουνίζω με κάθε βήμα, σαν κολάρο σκύλου που έμεινε καιρό χωρίς τη βόλτα του.

Βγαίνω απ’τη σκηνή και βλέπω τον επικεφαλής αξιωματικό της εξωτερικής φρουράς να με πλησιάζει χαμογελώντας πλατιά. Περνάει το χέρι του στον ώμο μου και περπατάμε μαζί. Γύρω μας ακούω περισσότερα αγχώδη και αχόρταγα κουδουνίσματα να μας προσπερνούν. Όλοι τρέχουν πέρα δώθε και δείχνουν φοβερά απασχολημένοι.

«Η πρωινή αναφορά από τους Πύργους, κυρία Στρατηγέ», μου χαμογελάει ο επικεφαλής. Πόσες φορές πρέπει να του πω ότι δεν είμαι κυρία, τον ρωτάω. «Μα αν δεν σας αποκαλούσα κυρία, δεν θα ήξερα πως να σας αποκαλώ, κυρία Στρατηγέ» μου χαμογελάει πάλι ο επικεφαλής. Έχει ένα δίκιο εδώ που τα λέμε, Δεσποινίδα Στρατηγέ πάει; Δεν πάει. «Τίποτα το ανησυχητικό», συνεχίζει να χαμογελάει ο επικεφαλής, «εντοπίσαμε δυο δράκους να πλησιάζουν τα ανατολικά τοίχη. Να διατάξω να τακτοποιηθεί με τις κλασσικές ασκήσεις ρουτίνας, αν συγχωρείτε την πρωτοβουλία μου;» Να κανονίσει με τον αρχιμάγειρα να φάμε γουρουνόπουλο απόψε το βράδυ στο συσσίτιο, του απαντάω, γιατί έχω βαρεθεί τα όσπρια. Και να σταματήσει τις ντουντούκες απ’το να βαράνε. Αλήθεια, γιατί βαράνε;

«Τα πράγματα στο πεδίο της μάχης γίνανε λίγο ζόρικα σήμερα» μου χαμογελάει πλατύτερα ο επικεφαλής. «Σας περιμέναμε για ν’αποφασίσουμε αν θα προβούμε σε πλήρη οπισθοχώρηση». Πρώτον, δεν έχω καν πιει καφέ ακόμα, του γκρινιάζω,  και δεύτερον, όλοι ξέρουμε ότι αυτό το τσαρδί που αποκαλούμε φρούριο είναι πιο απόρθητο κι απ’το μνι της παναγιάς. Ας κάνουν ό,τι νομίζουν κι ας μ’αφήσουν να πάω να παίξω σκάκι μ’εκείνο το νόστιμο λεγεωνάριο που δεν μ’αποκαλεί ποτέ κυρία. «Μάλιστα κύρια Στρατηγέ» χαμογελάει ο επικεφαλής, «τα σέβη μου κυρία Στρατηγέ. Γουρουνόπουλο απόψε.»

Του είπα ψέματα φυσικά. Δεν έχω καμία διάθεση να παίξω σκάκι. Και κανένα επιτραπέζιο γενικώς, και με κανέναν ειδικώς. Θέλω ν’ανέβω στα δυτικά τοίχη και να πιω ένα τσιγαράκι στα κρυφά, εκεί πίσω απ’τις πολεμίστρες. Να χαμηλώσει η ένταση απ’τους μονότονους ήχους του πολέμου απ’έξω, και μόνο οι γρύλλοι να ουρλιάζουν πριν τους ταϊσουν στις ταραντούλες. Μα αυτές οι σάλπιγγες δεν σταματάνε να βαράνε, κι ακούω ένα ανακυκλωμένο βουητό από τ’ανατολικά, και το έδαφος κάτω απ’τα πόδια μου σείεται ελαφρά. Γαμώτο, ούτε μια μέρα δεν μπορώ να χαλαρώσω σ’αυτό το φρούριο.

Ξαφνικά, η κινητικότητα γύρω μου αυξάνεται. Τα κουδουνίσματα πολλαπλασιάζονται και τα βλέπω όλα να συμβαίνουν σε αργή κίνηση, χωρίς να τα καταλαβαίνω όμως, γιατί τους λείπουν κάποια καρέ. Βέλη και βαλλίστρες και χώμα παντού. Φωτιά στην κεντρική πύλη. Γαμώτο, πάλι θα πρέπει να κάνω ανακαίνιση και η πέτρα κοστίζει. Ήχοι από σπαθιά με φαγούρα, που διασταυρώνονται για να αλληλοξυστούν. Κανονικά αυτό είναι το σημείο που πρέπει να νιώθω την κοχλάζουσα καραμελωμένη έξαψη της μάχης να με μεθάει. Αυτό είναι το σημείο που τον βλέπω. Δεν ξέρω πως τον λένε φυσικά, γι’αυτό τον ονομάζω απλά τον «επόμενο αντίπαλο». Βιαστικές πρώτες εντυπώσεις, θα μου πείτε τώρα, αλλά ακούστε και το παρακάτω.

Ο επόμενος αντίπαλος πέφτει στα πόδια μου απ’τον ουρανό. Κυριολεκτικά απ’τον ουρανό. Αυτοί οι βάρβαροι έχουν εφεύρει κάτι ιπτάμενες σανίδες. Τις βλέπω που στριφογυρνάνε στον ουρανό, πέφτουνε από κάτι ιπτάμενες βάρκες που τις σέρνουνε κάτι δράκοι. Ο επόμενος αντίπαλος πηδάει από μια βάρκα, προσγειώνεται στην τέντα της απέναντι σκηνής, γλιστράει μ’ευκολία και βρίσκεται μπροστά μου μ’ένα σάλτο. Με πλησιάζει με τρομακτική ταχύτητα, προτείνοντας το σπαθί του. Το αποφεύγω σκύβοντας να βήξω από τα γέλια, γιατί ο τύπος είναι προφανώς φοβερός πόζερος. Μα εκείνος ξανατραβάει μανιασμένα το καθ’όλα πεπειραμένο ξίφος του και ορμάει προς το μέρος μου, μόνο για να υπνωτιστώ από τον αδέξιο χτύπο που προκύπτει από την πρόσκρουσή του πάνω στην χρυσή ασπίδα μου. Πάντα μ’άρεσε αυτός ο ήχος, ειδικά όταν συνοδεύεται από τον ήχο του δικού μου ξίφους να γδέρνει μια πανοπλία. Γουή μέηκ γκουντ τζαζ, αναφωνώ κάπως έκπληκτη στον επόμενο αντίπαλο.

Αρχίζουμε να χορεύουμε, ο ένας γύρω απ’τον άλλον, κρατώντας ισορροπία με τα όπλα μας και φυσικά προσπαθώντας να μη χάνουμε ποτέ το μέτρημα. Εγώ γίνομαι λίγο πιο φιγουρατζού από συνήθως και του σκίζω μ’ένα χτύπημα τον ώμο. Εκείνος ενθουσιάζεται στην όψη του τρεχάμενου αίματός του και ακούω τον αέρα να σκίζεται στα δυο δίπλα απ’το δεξί μου αυτί, και βλέπω τις μπλεγμένες τούφες μου που προεξέχουν από την περικεφαλαία να πέφτουν στο έδαφος. Ε, όχι και τα μαλλιά ρε φιλαράκι, όχι να μας χαλάσεις και τα μαλλιά. Τώρα θύμωσα. Ο επόμενος αντίπαλος γελάει πλατιά και ορμάει να παίξει μουσική πάνω στις μεταλλικές επιφάνειές μου, κι εγώ κουδουνίζοντας τον κοιτάζω και παθαίνω κάτι που θα μπορούσα να περιγράψω μόνο ως το αντίθετο της επιφοίτησης. Ξαφνικά, δεν καταλαβαίνω τίποτα.

Δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνουμε όλο αυτό. Τι σκοπό έχει όλο αυτό; Αφού δεν υπερασπιζόμαστε καμιά πατρίδα, αφού τα στρατά δεν πληρώνουν καλά, κι αφού δεν έχουμε να χωρίσουμε παρά τα λίγα εκατοστά χώρου ανάμεσα στα πόδια μας, γιατί το κάνουμε αυτό; Για τ’αγριογούρουνα; Μα το βλέμμα του επόμενου αντιπάλου μου προσφέρει αμέσως την απάντηση, σαν φαϊ που βιάστηκα να δοκιμάσω με το που βγήκε απ’το φούρνο. Το βλέμμα του επόμενου αντιπάλου, ζωηρό, αβανταδόρικο και γεμάτο μικρές προσκλήσεις.

Το κάνουμε για να περνάει η ώρα.

Ο γλυκός μου ο επόμενος αντίπαλος, εκμεταλλεύεται την προσωρινή μου άγνοια και μπήγει το καθ’όλα απονήρευτο ξίφος του στο στομάχι μου. Το ένα μέταλλο διαπερνά το άλλο σε μια ένωση τόσο αγνή και ιερή που θα την κάνανε μπανιστήρι όλοι οι ανήσυχοι παπάδες αυτού του κόσμου. Και το φιλί του σπαθιού στη σάρκα μου, η επισφράγισή της ενώπιων όλων των βαριεστημένων ανώμαλων αυτού του κόσμου. Σκατά, άρχισα να μιλάω ποιητικά. Δεν είναι τίποτα, είναι απ’τον πόνο. Αρπάζω το χέρι του επόμενου αντιπάλου και το λυγίζω εύκολα, μέχρι που ακούω το κρακ. Ο επόμενος αντίπαλος γονατίζει μπροστά μου, με μια αστεία γκριμάτσα να κρέμεται απ’τα χείλη του όπως ακριβώς κρέμεται το χέρι του απ’τον καρπό του, φρικιαστικά και ταυτόχρονα χαριτωμένα. Τραβάω κοφτά το ξίφος του απ’την κοιλιά μου και το γυρίζω προς το μέρος Ω ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΠΟΣΟ ΠΟΝΕΣΕ ΑΥΤΟ το γυρίζω προς το μέρος του βαριανασαίνοντας από τον πόνο, βαριανασαίνοντας σχεδόν ερωτικά. Τώρα κανονικά εδώ είναι το σημείο που λέω μια πολύ catchy ατάκα και του ανοίγω το κεφάλι στα δυο χωρίς έλεος. Asta la vista baby. Im too old for this shit.

Μόνο που ξαφνικά νιώθω λες και τρέχει στις φλέβες μου μουρουνέλαιο. Μια πίκρα κι ένα χλιαρό βράσιμο κι ένα μούδιασμα. Σα να συνειδητοποιώ ότι είμαι παγιδευμένη μέσα σε μια μαλακισμένη μέρα της μαρμότας και βαριέμαι αφόρητα. Τι σημασία θα έχει άλλη μια νίκη όταν στο τέλος μένω πάντα μόνη ν’αυνανίζομαι με τα λάφυρά μου;.. Ο επόμενος αντίπαλος δράττεται και πάλι της ευκαιρίας και, γονατισμένος ακόμα, σπρώχνει την ασπίδα του με δύναμη προς το μέρος μου και με ρίχνει κάτω. Τραντάζομαι καθώς πέφτω στο έδαφος αλλά δεν νιώθω πια πόνο. Μόνο ένα συγγενικά οικείο αίσθημα με την επιθυμία να πέσεις να κοιμηθείς φορώντας ακόμα τα ρούχα σου. Ο επόμενος αντίπαλος ανασηκώνεται στα πόδια του και με κοιτάζει χαμογελώντας τόσο γοητευτικά. Είναι καλός επόμενος αντίπαλος, το παραδέχομαι. 


Και ξαφνικά, δεν μου φαίνεται και τόσο τρομακτική η ιδέα της ήττας. Έχω κουραστεί, και κατά βάθος ελπίζω να’ρθει επιτέλους κάποιος να πορθήσει αυτό το γαμήδι το απόρθητο να ησυχάσουμε. Στην καλύτερη περίπτωση, θα με πιάσουν αιχμάλωτη και θα με στείλουν να μονομαχώ στις αρένες για χάρη των βασιλιάδων τους. Ε, τουλάχιστον θα’χω και κοινό. Στην χειρότερη περίπτωση, θα πεθάνω ξαπλωμένη εδώ, με τον επόμενο αντίπαλο από πάνω μου. Να σκύβει προσεκτικά και να πλησιάζει το κεφάλι του στο δικό μου, κι οι φαρδιές πλάτες του να κρύβουν τον ήλιο πίσω του. Να κοντοστέκεται να θαυμάσει όλο το μεγαλείο και τη δόξα μου απλωμένα στα πόδια του, κι εγώ έτοιμη να με χρίσει το ξίφος του θρύλο. Να με κάνει αθάνατη με το να με σκοτώσει. Δεν είναι και τόσο άσχημο τέλος. Ούτε και τόσο δύσκολο. Άλλο ένα χτύπημα κι αρχίζει να τρέχει αίμα απ’το στόμα μου. Τα μάτια μου χάνουν την εστίαση κι εκείνος σκύβει λέει θολός πάνω απ’το κεφάλι μου και μου δίνει ένα φιλί γεμάτο αιμάτινες μπουρμπουλήθρες που σκάνε αναβλύζοντας τον τελευταίο μου αέρα και να που πεθαίνω σαν γυναίκα κι όχι σαν πολεμίστρια όπως έζησα.

Γουάου, αυτό το τσιγαράκι που ήπια πριν βγω απ’τη σκηνή μου τα’χει σκάσει άσχημα. Φαντασιώνομαι μάχες και επόμενους αντιπάλους, ενώ εδώ στ’αλήθεια δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά εγώ και οι εμμονές μου. Τα φαντάστηκα όλα, που λες, γλυκέ μου επόμενε αντίπαλε.

Γι'αυτό τώρα που το σκέφτομαι, λέω να μη βγω τελικά καθόλου απ’τη σκηνή μου σήμερα.

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Phase it, baby


Eίναι πάντα μαζί μου. Δεν μ’αφήνουν μόνη στιγμή.

Μερικές φορές κρύβονται κάτω απ’το κρεβάτι ή στριμώχνονται μέσα στη ντουλάπα μου. Άλλες φορές γλιστράνε κάτω απ’τις ρόδες μου και γλύφουν τις μύτες των μολυβιών μου μεταδίδοντάς τους λίγη άσφαλτο.

Αλλά συνήθως, είναι παντού.

Είναι τρεις, και είναι συνέχεια μαζί μου. Δεν είναι οτι τους κουβαλάω και στην πλάτη, βέβαια. Είναι πασίγνωστο οτι δεν είμαι τόσο δυνατή.

Ο πρώτος, είναι κι αυτός που κάνει την περισσότερη φασαρία. Με τριγυρίζει συνέχεια μουρμουρίζοντας, δεξιόστροφα, σε συνεχή κύκλο, με παγιδεύει μέσα στα βρώμικα κολλημένα του μαλλιά. Τα νύχια του είναι μυτερά και τα δόντια του σάπια, και πως χαμογελάει κάθε φορά και με ρωτάει αν θέλω να μάθω τι κρύβεται μέσα στο καπέλο του. Χώνει το χέρι βαθιά και χαμογελάει, κι όλο του το πρόσωπο ξεχειλώνει κι αυλακώνεται. Ρωγμές, χαντάκια και χαράδρες γδέρνουν το δέρμα του ατελείωτα, κι ακούω τους μικροσκοπικούς λύκους που ζουν στα δάση της επιδερμίδας του να μου γρυλίζουν πεισματικά, σαν να’μαι εγώ το φεγγάρι. Κι εκείνος περνάει τη γλώσσα του πάνω απ’τα σάπια δόντια του και με ρωτάει συνέχεια αν θέλω να μάθω τι κρύβεται μέσα στο καπέλο, κι εγώ ποτέ δεν έχω τη δύναμη να του πω όχι. Κι ας ξέρω οτι ο λαγός που θα βγει απο μέσα θα’ναι σφαγμένος. Αυτός ρωτάει κι εγώ σωπαίνω κι αυτός ρωτάει κι ας τον κάνει επιτέλους κάποιος να το βουλώσει.

Ο δεύτερος, είναι πολύ πιο ήσυχος. Κάθεται πάντα σε μια γωνιά πίσω μου, σοβαρός κι αμίλητος. Δεν γελάει ποτέ, αν κι έχω την αίσθηση πως αν γελούσε, θα βούρκωναν όλες οι λίμνες του κόσμου και τα ποτάμια θα επαναστατούσαν, και τότε αλοίμονό μου. Όμως αυτός δεν γελάει. Απλά κάθεται εκεί, φορώντας πάντα έναν μάλλινο μαύρο σκούφο, και με κοιτάζει, τρίβοντας που και που το γόνατό του. Ξέρω οτι έχει μια ουλή στο γόνατό του, δεν ξέρω πως το ξέρω αλλά είμαι σίγουρη πως μια λεγεώνα πόνου κρύβεται πίσω απ’το κοριτσίστικο πρόσωπό του. Σχεδόν θα τον συμπαθούσα, αν δεν μύριζε τόσο άσχημα. Αυτή η μυρωδιά, δεν μ’αφήνει να συγκεντρωθώ. Είναι σαν σκονισμένο μέταλλο, σαν ξεραμένο κλωνάρι, σαν παρατημένα νιάτα, σαν άχρηστη μήτρα, σαν αίμα και πύον. Θα’ναι η πληγή στο γόνατο που έχει ανοίξει, είμαι σίγουρη, μα αυτός δεν σταματάει, δεν σταματάει να την ξύνει, αν σταματούσε ίσως και να τον συγχωρούσα, ίσως και να τον συγχωρούσα που μυρίζει τόσο άσχημα.

Ο τρίτος όμως, ο τρίτος είναι ο χειρότερος απ’όλους.
Ο τρίτος δεν μιλάει ποτέ. Δεν μυρίζει ποτέ. Δεν κινείται και δεν με πλησιάζει ποτέ. Δεν ξέρω καν πως μοιάζει, γιατί η πλάτη του είναι πάντα γυρισμένη. Είναι σχεδόν σαν να μην υπάρχει, σαν να μην υπήρξε ποτέ, μόνο που είναι πάντα εδώ. Στέκεται όρθιος κάπου στο βάθος, κοιτάζοντας τον τοίχο. Δεν σαλεύει καθόλου, απλά που και που μετατοπίζει το βάρος του απο το ένα πόδι στο άλλο, μάλλον για να ξεκουραστεί. Δεν ξέρω τι κάνει εκει πέρα, μοιάζει σαν να’ναι απασχολημένος με κάτι πολύ σοβαρό, όπως τη λύση ενός συμπαντικού αινίγματος ή την πέψη της αθάνατης ψυχής μου. Ίσως γι’αυτό κάθεται όρθιος, για να τη χωνέψει καλύτερα. Μερικές φορές όμως, σπάνια, γυρίζει αργά το κεφάλι του, ελάχιστα προς το μέρος μου, και βλέπω πίσω απ’τον ώμο του το αριστερό του αυτί και το πηγούνι του, μα ποτέ το στόμα του, ποτέ το στόμα του, κι όσο για τα μάτια του, ούτε που θέλω να τα προφέρω. Ύστερα παγώνει σ’αυτή τη θέση κι όλα γύρω του εκστασιάζονται και σπαράζουν. Οι τοίχοι τραβάνε τα μαλλιά τους και το πάτωμα ανθίζει βράχια και το ταβάνι προσεύχεται στους ανέμους κι εγώ τον φοβάμαι τόσο πολύ. Τον φοβάμαι όσο δεν φοβήθηκα ποτέ κανέναν, κι ας ξέρω πως αυτός ο ίδιος δεν μπορεί να με βλάψει περισσότερο απ’την πλάτη του, απ’αυτήν την καταραμένη πλάτη που δεν γυρίζει ποτέ. Τι σκατά κάνει εκεί πέρα, τι ρόλο παίζει; Αν μιλήσει ποτέ, θα’ναι δική του η φωνή ή μήπως θα’ναι η δική μου; Τι φοβάμαι πιο πολύ, οτι δεν γυρίζει ποτέ την πλάτη του, ή αυτό που θα συμβεί αν τη γυρίσει; Ας γύριζε, κι ας ήταν να’ρθει το τέλος του κόσμου. Ας γύριζε, θα τέλειωνε τουλάχιστον αυτό το μαρτύριο.

Μα είναι πάντα το ίδιο. Οι τρεις τους, πάντα εδώ. Δεν μ’αφήνουν μόνη ποτέ.

Μια επιθυμία, μια εκπλήρωση και μια μετάνοια. Μια κωμωδία, μια τραγωδία και μια αυλαία. Πάντα εδώ, οι τρεις μου δαίμονες, οι τρεις μου κρατήρες, οι τρεις μου σύζυγοι. Χωρισμένη τρεις φορές και παντρεμένη καμία, κι ουτε ο καλύτερος εξορκιστής του κόσμου δεν θα’χε αγιασμό να ρίξει στο παράπονό μου.


... εκτός κι αν, εκτός κι αν, (τα φαντάσματα παίρνουν ποτέ σύνταξη;) εκτός κι αν, εκτός κι αν, (μήπως το πιάνο είναι τελικά αρμόνιο;) εκτός κι αν, εκτός κι αν (έχω ακόμα δαχτυλήθρες;) εκτός κι αν, εκτός κι αν....

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Entry #9


Στιγμιότυπα καθημερινότητας από την Πόλη του Εντωμεταξύ:

Συνέβη κάτι περίεργο εδώ. Δεν είναι που η πόλη ερήμωσε, αυτό το περίμενα πριν φτάσω ακόμα. Είναι που άρχισα να συμπαθώ τους αριθμούς, αυτό που με παραξενεύει. Κι αυτή η μανία μου να με αναβαθμίσω για ν'αρχίσω να δουλεύω με βενζίνη. Υποθέτω πως μάλλον βαρέθηκα να είμαι συνοδηγός. Η αυτάρκεια είναι απλά ένα ακόμα βουνό που κατέκτησα. Τώρα ακόμα κι η αυτάρκεια μου είναι περιττή. Άλλωστε έχτισα όλους τους Ρωμαϊκούς δρόμους μόνη μου, και μάλιστα σε πολύ καλό χρόνο. Ξέθαψα και όλα τα χαμένα μου οικογενειακά κειμήλια, να τα φοράω να με βαραίνουν, να με κρατάνε στο έδαφος όπου όλα είναι καφέ και βιδωμένα σφιχτά. Επισκεύασα κι έναν ανεμιστήρα χωρίς τη βοήθεια κανενός. Το έκανα με τον μόνο αποτελεσματικό τρόπο, τον βάρεσα στο τραπέζι, ύστερα τον συναρμολόγησα απ'την αρχή, και τέλος είπα δέκα προσευχές στον Θεό των ανήμπορων γυναικών. Δούλεψε, αλήθεια σας λέω. Βέβαια τα έντομα, τα έντομα ακόμα μου τρώνε τις φραουλιές τα βράδια. Τουλάχιστον κοιμάμαι επιτέλους νωρίς. Δηλαδή νωρίτερα. Επειδή συμπάθησα τους αριθμούς, γι'αυτό.

Σε άλλα νέα, η πριγκίπισσα Λη Τσέρι δεν έχει πια χρόνο να σφηνωθεί ανάμεσα σε δυο σάπια δόντια. Έχει να επιτελέσει το ιερό καθήκον του να σιδερώσει μια πυραμίδα-βιτρίνα. Η Κλεμεντίνη πάλι, δυστυχώς κόλλησε τον ιό της οικειοποίησης γράφοντας σ'έναν άγνωστο που μένει στην άλλη πλευρά του τοίχου. Κι εγώ, εγώ είμαι πολύ απασχολημένη να φυτεύω σπόρους να φυτρώσουν σπίτια. Επιτέλους άνθισε ένα καλό. Στο ένα κλαδί έχει βγάλει μια ζεστή πράσινη κουζίνα με ενσωματωμένες λαχταριστές μυρωδιές. Στο άλλο έχει βγάλει ένα μπαλκόνι μεγάλο σαν πλατεία, με θέα όλη την πόλη σας. Θα είμαι πολύ απασχολημένη τους επόμενους μήνες να μένω ξύπνια να την κοιτάζω ενώ εσείς κοιμάστε. Μερικές φορές σκέφτομαι τι μπελάς θα ήταν αν έβγαζε κι ανθρώπους από κάποιο κλαδί. Όου γουελ, μπορώ πάντα να τους χρησιμοποιήσω για καυσόξυλα τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

Λυπούμαστε σάπια δόντια, εγώ και οι φανταστικές μου πρωταγωνίστριες δεν έχουμε χρόνο να μας δαγκώσετε τον κώλο. Πρέπει να παρηγορήσουμε τις χήρες σκάλες που κλαίνε στα πόδια των πεθαμένων κτιρίων τους. Ξανακαλέστε αργότερα, όταν θα'χει στεγνώσει το στόμα μας απ'τη γλυκιά γεύση  του επαναπατριδισμού. Κι αν θέλετε, στο μεταξύ μπορούμε να σας κάνουμε μια ασφάλεια ζωής. Υλικές ζημιές, σωματικές βλάβες και θραύση κρυστάλλων, όλα καλυμμένα. Και τα καιρικά φαινόμενα, ιδιαιτέρως οι καταιγίδες.

Ιδιαιτέρως οι καταιγίδες.