is touching yourself worth an eternity in hell?

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

H επιστρoφή τηs πράκτoρos E

(το παρακάτω είναι η συνέχεια αυτουνού: http://thyshallnotsuck.blogspot.com/2009/09/blog-post_28.html )


Ξύπνησα κι όλα ήταν πολύ ήσυχα για λίγο. Τόσο ήσυχα που για μια στιγμή ήμουν σχεδόν ικανοποιημένη. Μα ύστερα η στιγμή πέρασε και άνοιξα τα μάτια μου. Και τότε τους είδα. Ήταν μαζεμένοι όλοι γύρω απ’το κρεβάτι μου και με κοιτούσαν αυστηρά.

«Έχεις να μας πεις κάτι;» με ρώτησε ένας απ’όλους, ένας μα η φωνή του ήταν καλοταϊσμένη και υγρή σα να ήταν δέκα φωνές μαζί.

«Αφήστε με να κοιμηθώ» μουρμούρισα κι έκρυψα το πρόσωπό μου στο μαξιλάρι. Ένα χέρι τράβηξε τα σκεπάσματα. Ανακάθισα στο κρεβάτι νευρικά κι αυτοί συνέχιζαν να με κοιτάζουν, τα φρύδια τους ανασηκωμένα, περιμένοντας.

«Τίποτα δεν έχω να σας πω» ψιθύρισα αγανακτισμένη. «Θα σας έλεγα αν μπορούσα μα έχω ένα εκατομμύριο λέξεις μέσα στο κεφάλι μου κι ακόμα έχει χώρο για να βρούνε να κρυφτούνε. Μόνο κουμπιά, παντού κουμπιά, κουμπιά στρωμένα στο πάτωμα, απλωμένα στους τοίχους, μέχρι και στο ταβάνι κουμπιά κι εγώ δεν θέλω να πατήσω κανένα, μ’ακούτε;;;»

«Κάτι συνέβη εδώ», συνέχισε η παχιά φωνή να λέει αυτό που σκέφτονταν όλοι, «κάτι μας κρύβεις».

«Τίποτα δε συνέβη!» φώναξα και μ’ένα σάλτο βρέθηκα όρθια πάνω στο κρεβάτι να βαθουλώνω το στρώμα ανομοιόμορφα με τις πατούσες μου. «Εγώ καθόμουν εδώ και δεν ενοχλούσα κανένα κι ας έβρεχε έξω κι ας ίδρωναν οι παλάμες μου και ξαφνικά το δωμάτιο φρέναρε απότομα σα να με ειδοποιούσε οτι φτάσαμε κι έμεινα ν’αναρωτιέμαι πότε στρίψαμε γιατί εγώ νόμιζα πως ήμουν ακίνητη».

Με κοίταξαν με μια δυσπιστία που μ’εξόργισε. «Χμ...» είπε σκεπτικά η χοντρή φωνή, «αυτό το κρυσφύγετο δεν είναι πια ασφαλές».

Ένιωσα φόβο να με κυριεύει όταν κατάλαβα που το πήγαιναν, ένα φόβο ξαναμμένο κι ανυπόμονο που αντί να ροκανίζει τα γόνατά μου, φώλιαζε στο στομάχι μου λες κι ήταν λύπη, εκεί στο κέντρο, και με κρυφοκοιτούσε μέσα απ’τον αφαλό μου, κι ήμουν σίγουρη πως τα μάτια του ήταν παγερά σαν τα δικά τους.

«Ξέρω τι θέλετε» ούρλιαξα πανικόβλητη, «θέλετε να με στείλετε εκεί έξω τώρα να κάνω τη βρωμοδουλειά σας, έτσι δεν είναι; Είναι όλα στημένα, ε; Αν μπορούσατε θα βάζατε το Θεό να κατουρήσει έξω απ’την πόρτα μου προκειμένου να βγω έξω να τον κατσαδιάσω, έτσι δεν είναι; Δεν σας έχω ξεπληρώσει το χρέος μου ακόμα καθίκια, δεν έχω κάνει αρκετά για σας; Μιλήστε, γιατί δε μιλάτε;»

Συνέχισαν να με κοιτάζουν δύσπιστα, σχεδόν ειρωνικά. Μερικοί ψιθύριζαν μεταξύ τους, χαμογελώντας πίσω απ’τις παλάμες τους, κι άλλοι κοιτούσαν τα νύχια τους σαν να βαριόντουσαν. Ήξερα πως ο,τι και να έλεγα δεν θα είχε σημασία. Δείλιασα, μαζεύτηκα κοντά στη σκια μου κι αγκάλιασα το σεντόνι μου.

«Μη με στέλνετε εκεί έξω,σας παρακαλώ... Για να βγω πρέπει να πατήσω πάνω στα κουμπιά και δεν θέλω να πατήσω κανένα κουμπί. Έτσι κι αλλιώς είναι όλα χαλασμένα. Είναι άδικο που μ’αναγκάζετε να το κάνω τώρα αυτό, γιατί τώρα, είναι άδικο μ’ακούτε; Είναι άδικο, σας παρακαλώ...»

Μία διαφορετική φωνή, θυληκή και μπάσα, ακούστηκε απ’την άκρη του δωματίου. Ήταν γνώριμη φωνή. «Έλα ηρέμησε, μη φοβάσαι». Σχεδόν μπορούσα ν’ακούσω τα καπούλια της να τρίζουν ενάντια στο δερμάτινο ύφασμα που τα σκέπαζε. «Αφού ξέρεις πως θα σε καθοδηγήσουμε εμείς, σιγά σιγά, ένα βήμα τη φορά».

«Νόμιζα ότι είχα ξεμπερδέψει μαζί σου» είπα σιγανά κοιτώντας τα δάχτυλα των ποδιών μου.

«Ποτέ δεν θα ξεμπερδέψεις μαζί μου» απάντησε εκείνη νωχελικά, «μου χρωστάς τη ζωή σου μικρή, μην το ξεχνάς»

Άφησα τους ώμους μου να πέσουν σε παραίτηση, τόσο βαριά που ο λαιμός μου έγινε μακρύς, τόσο μακρύς που η άρνησή μου έχασε το δρόμο και δεν βγήκε ποτέ.

«Πρώτα απ’όλα», διέταξε συνεχίζοντας, «να καθορίσουμε ένα safe word σε περίπτωση που τα πράγματα φύγουν απ'τον έλεγχο ή πάνε πολύ πολύ στραβά όπως προβλέπεται. Όχι οτι δεν σ’εμπιστευόμαστε, αλλά ξέρεις τώρα... για τη δική σου ασφάλεια». Άκουσα το φύλλο της ντουλάπας μου να τρίζει σαν ουρλιαχτό καθώς άνοιγε, η ντουλάπα μου η ίδια πιο θαραλλέα απο μένα, μπορούσε να φωνάζει ενώ εγώ έμενα σιωπηλή. «Για να δούμε αν μπορούμε να βρούμε εδώ μέσα μια όμορφη ζώνη ασφαλείας να ταιριάζει με την τσάντα σου και ν'αναδεικνύει τις πλούσιες καμπύλες σου καθώς θα πέφτεις...»

«Έχει σημασία;» ρώτησα ακόμα σκυφτή.

«Τη μεγαλύτερη» συνέχισε εκείνη μαλακά, σχεδόν με φροντίδα. «Δεν θα σ’αφήσουμε έτσι γλυκιά μου. Θα σου δώσουμε πέντε γεμιστήρες μάτια να τα αδειάσεις πάνω τους όπως κρίνεις εσύ, με στόχαστρα τετράγωνα απ’αυτά που σ’αρέσουν, θα σου βιδώσουμε σιγαστήρες στους καρπούς να μη νιώθει κανείς το βόμβο απο τις φλέβες σου, θα τραβήξουμε το φόντο έξω απ’τον καθρέφτη να το φορτώσουμε πάνω στα μαλλιά σου για να τους ξεγελάς όλους κάθε φορά που θα χρειάζεται να σκύβεις το κεφάλι σου να αλλάξεις μάτια. Είδες, τα έχουμε σκεφτεί όλα... Μέχρι που θα σου δώσουμε και λίγα λεπτά να θαυμάσεις την εικόνα του ειδώλου σου γυμνού χωρίς πλαίσιο, χωρίς φόντο, χωρίς ορισμό. Θα είναι όμορφο, υπόσχομαι, θα’ναι...»

«Φτάνει με τις στυλιστικές παρεμβάσεις» την διέκοψα. «Μπες στο ψητό. Τι πρέπει να κάνω;»

Εκείνη χαμογέλασε αποφασιστικά. «Μα το είπες και μόνη σου» συνέχισε, «θα πρέπει να βγεις έξω φυσικά. Αλλά μην ανησυχείς, θα είναι πολύ πιο εύκολο απ'ότι ακούγεται και θα συμβεί πριν το καλοκαταλάβεις. Τώρα, άκουσε προσεκτικά τις οδηγίες μου. Θα χρειαστεί να κάνεις δέκα βήματα πίσω για να μπεις στο λεωφορείο και να διασχίσεις όλη τη διαδρομή μέχρι το τέρμα, κι ύστερα απ'το τέρμα μέχρι την αφετηρία και μετά πάλι απ'την αφετηρία μέχρι το τέρμα, όσες φορές χρειαστεί μέχρι να γίνει ο δρόμος πολύ γνώριμος και πολύ ασφαλής έτσι ώστε να παραπατάς πάνω του με χάρη. Με το που κατέβεις απ'το λεωφορείο θ'αρχίσεις αμέσως να καπνίζεις, κι ύστερα από τρία περίπου τσιγάρα δρόμο, θα βρεθείς πίσω από μία μεγάλη καφέ πόρτα από την άλλη πλευρά της οποίας θ'ακούγεται πολύ δυνατή μουσική και φωνές ανθρώπων. Θα χτυπήσεις τρεις φορές και θα περιμένεις. Δεν θα σου ανοίγει κανείς γιατί κανείς δεν θα σε ακούει, όμως κάποια στιγμή ένας τυχαίος άγνωστος θ'ανοίξει την πόρτα για να βγει και καθώς φεύγει θα σου κάνει νόημα να περάσεις μέσα. Σ'αυτό το σημείο σου υπενθυμίζω πως μπορείς ανά πάσα στιγμή να ψιθυρίσεις τη λέξη "πορτοκάλι", κι αμέσως το ρολόι θα χτυπήσει δώδεκα και οι πράκτορες που έχουν ανατεθεί να σε παρακολουθούν θα δημιουργήσουν έναν τεράστιο αντιπερισπασμό χορεύοντας μπούγκι, ώστε να εξαφανιστείς μέσα σε μια βόμβα καπνού. Αρκεί φυσικά να προλάβεις να φύγεις πριν σε δει κανείς. Αν σε δουν θα είναι πολύ αργά, θα έχουμε χάσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμου. Τότε θα πρέπει αναγκαστικά να μπεις μέσα χαμογελώντας πολύ πολύ πλατιά και ειλικρινά».

Σήκωσα για πρώτη φορά το βλέμμα μου και την κοίταξα κατάματα. «Και μετά;» τη ρώτησα.

«Μετά δεν ξέρω τι θα γίνει» απάντησε χαμηλώνοντας εκείνη για πρώτη φορά το βλέμμα της. «Τα υπόλοιπα θα πρέπει να τα κάνεις μόνη σου».

«Βέβαια...» γρύλισα.

Γύρισε την πλάτη της και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Οι υπόλοιποι ξεκίνησαν να την ακολουθούν σαν χορογραφημένοι.

«Κι αν δεν δεχτώ να το κάνω;» φώναξα πριν γυρίσει το χερούλι.

Κοντοστάθηκαν όλοι για μια στιγμή, με τη χάρη μιας αγέλης που βγαίνει για πρωινό κυνήγι.

«Ό,τι και να γίνει», άκουσα να μου λέει εκείνη με την πλάτη της ακόμα γυρισμένη, «σου εγγυώμαι πως όλα θα τελειώσουν απόψε».

Εξαφανίστηκαν όλοι όσο σιωπηλά και ξαφνικά είχαν εμφανιστεί. Ήμουν πάλι μόνη. Άφησα να περάσουν πέντε δέκα λεπτά μέχρι να βεβαιωθώ πως δεν θα επιστρέψουν.

«Όλα θα τελειώσουν απόψε», ψιθύρισα μιμούμενη τη φωνή της κοροϊδευτικά, «κάθε φορά τα ίδια». Έχωσα τα δάχτυλά μου να ψαχουλέψουν κάτω απ’τη γλώσσα μου. Έφτυσα τρία κουκούτσια πορτοκαλιού στην παλάμη μου και τα κοίταξα. Ύστερα τα πέταξα πάνω στην τηλεόραση κι εκείνη άνοιξε.

Ίσως και να μη δεχόμουν τελικά. Ίσως και να έμενα μέσα απόψε, έπαιζε ωραίο έργο. Ήταν ένας τύπος μ’ένα όπλο και κάτι μουρμούριζε τσαντισμένος.

«I’m too old for this shit».

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Yδpαpγυpos

γαμωτο δεν μπορω να σκεφτω καθαρα και να κουναω ταυτοχρονα τα ποδια μου γι'αυτο κουναω τα ποδια μου για να μη μπορω να σκεφτω σπρωχνω μπροστα και ξανασπρωχνω μπροστα και στην αρχη ηταν καπως δυσκολο αλλα μετα τα ποδια μου εμαθαν να πηγαινουν μονα τους κι εγινα ροδα μετα εγινα στρογγυλη κι επιπεδη και δεν εχω αναγκη κανενα οχημα πια γιατι τα οχηματα ειναι σαν τα κατοικιδια παιρνουν το χαρακτηρα του αφεντικου τους τωρα τρεχω τοσο γρηγορα που δεν χρειαζομαι ουτε καν σημεια στιξης τα σημεια στιξης ειναι σαν τους συναγερμους κι εγω χα δεν χρειαζομαι καν παρομοιωσεις μονο που ξερω πως πρεπει καποια στιγμη να κανω μια σταση να ξεκουραστω δε νιωθω κουρασμενη αλλα ιδρωνω σαν γουρουνι και φαντασου οτι βρηκα τους βωλους μου διασκορπισμενους στο δρομο ανακατεμενους με τα χαλικια και δεν σταματησα ουτε για να τους μαζεψω ηθελα αλλα δεν σταματησα γιατι καθε φορα που εχει ανηφορα εμενα με παρηγορει η σκεψη του γυρισμου και δεν σταματαω μα ξεχασα να σας πω οτι αυτος ο πλανητης που διασχιζω λεγεται και Υδραργυρος και η επιφανεια του ειναι γεματη κρατηρες οχι οτι με νοιαζει αυτο μονο που οταν διασχιζεις εναν πλανητη που ειναι το πανω και που ειναι το κατω ενα πραγμα οριζει τις ανηφορες απ'τις κατηφορες κι αυτο ειναι ο ηλιος κι εγω αληθεια σας λεω βλεπω τελεια στο σκοταδι και τα ματια μου ειναι αστραφτερα κοκκινα και λαμπουνε μονο που δεν ξερω ποτε να τα κλεισω γιατι αυτος ο πλανητης γυριζει γυρω απ'τον ηλιο πιο γρηγορα απο καθε αλλον κι εγω τωρα τυφλωνομαι τυφλωνομαι που σκατα ειναι τα κωλοσυννεφα οταν τα εχεις αναγκη θα'θελα ν'αλλαζα ταχυτητα μα καθε φορα που αλλαζω σου μοιαζω θα'θελα τουλαχιστον να ημουν αρκετα μυτερη στις γωνιες ωστε να μη με φτανει ο ηλιος αλλα στη φωτεινη πλευρα του πλανητη υπαρχει λεει ενα μικρο κομματι γης οπου δεν ζει καμια απορια κι ενας τοπος χωρις αποριες μοιαζει σαν ουτοπια μονο που εκει θα ειμαι τυφλη κι ειναι ενα διλλημα που δικαιουμαι να εχω το ποσο ευχομαι να μην μου ειχαν δωσει ποτε τις συντεταγμενες για εκει μ'ανταλλαγμα τη σκοτεινη ηρεμια μου τωρα ο πλανητης μου κοπηκε στα δυο και τα κομματια του εχουν πιασει απο μια θεση στη ζυγαρια του συμπαντος κι ο ηλιος τρεχει κι εγω τρεχω και σπρωχνω και δεν εχω χρονο να σταματησω παρολο που δεν βιαζομαι καμια φορα σταματαω να σπρωχνω κι απλα περπαταω και προσπαθω να σκεφτω σε μισες στροφες σαν σαρανταπενταρι δισκακι οχι οπλο κι αναρωτιεμαι αμεσως γιατι ειμαι λαχανιασμενη ενω ξερω οτι ο μονος μυς που εχει κουραστει ειναι πολυ πιο ψηλα απ'τα ποδια μου μα το πιο αστειο της ολης ιστοριας ειναι οτι μ'αυτα και μ'αυτα εχω φτασει ηδη ειμαι ηδη εκει και τωρα δεν ειναι καιρος για στραβοπεταλιες και το φως μου δειχνει οτι εχει κατηφορα και φοβαμαι οχι την κατηφορα αλλα τον τρομο της συνειδητοποιησης πως οταν τελειωνει μια ανηφορα μετα εχεις κατηφορα και μπροστα σου και πισω σου μερικοι ανθρωποι λενε πως ειναι πολυ κακο προσον να μην τελειωνεις ο,τι αρχιζεις μα εμενα η καταρα μου ειναι να μην μπορω ποτε ν'αφησω τιποτα στη μεση γι'αυτο θα συνεχισω να σπρωχνω με τα ποδια μου γι'αυτο κι επειδη οταν κουναω τα ποδια μου δεν μπορω να σκεφτω ταυτοχρονα αλλα ορκιζομαι ορκιζομαι μεχρι την τελευταια στιγμη θα υποκρινομαι πως εχω επιλογη και ισως ετσι τελικα να εφευρω τον τροπο με τον οποιο γεννιουνται οι επιλογες κι οταν θα μαθω να τις φτιαχνω μονη μου θα σταματησω ν'αγοραζω απ'τους αλλους θα σταματησω τοτε -
- θα σταματησω τοτε θα παρω ανασα και θα σκεφτω αλλα ποιος ξερει ισως και να καταφερω να κουναω τα ποδια μου και να σκεφτομαι ταυτοχρονα

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Πωs γινετaι η φωτιa θa με pωτησειs (μa εγω δεν εχω aλλεs aπaντησειs)

Θα ημουνα στο απολυτο ζεν αν δεν ειχα ξεχασει τα τσιγαρα μου στο ταξι. Διοτι σουφρωσα ενα μπουκαλακι κρασι - "παραγωγης μας" ειπε η σερβιτορα και μια γκομενα τη ρωτησε που το παραγουμε και στραβωσα να πουμε γιατι δηλαδη ρε κοπελια τι θες τωρα, να σου πουμε που εχουμε τ'αμπελια;;; Σκασε και πιες εκει χαμω και μη ρωτας, θα ημουν στο ζεν μου σου λεω αν ειχα τσιγαρα, γιατι επιτελους μεγαλωσε αυτος ο πουστης ο φοινικας και μου κρυβει τη θεα απ'τα τρενα. Κι αν δεν εχω τσιγαρα μπορω παντα να τριψω ενα ντεπον, δουλευει μα το θεο σου λεω, μισο τριμμενο και μισο διπλα στο τασακι να το κοιτας και να διαλογιζεσαι περι του καψιματος σου.

Ρε μ'αρεσει αυτη η δουλεια που κανω. Μ'αρεσει γιατι μερικες φορες χαιρετιεμαι με τον κοσμο και τον ρωταω "τι κανεις;" και μου απανταει οτι ποναει το στομαχι του και μου νευει να πλησιασω και μου ψιθυριζει ενοχικα στ'αυτι "εφαγα αρακα σημερα" κι εγω γελαω γιατι εχει πλακα ο κοσμος, γελαω για ωρες με κατι τετχια πραματα και πινω κρασι.

Και ξερεις τι ελεγα παντα, τ'ατυχηματα  περιμενουν να συμβουν, αλλα αυτο ειναι μεχρι να μη σε νοιαζει πια ουτε το ετσι ουτε το αλλιως και τοτε πια πετυχαινεις να μη συμβαινει τιποτα.  "Σιωπη κινητου" οπως λεει κι ο φιλος μου ο Λελε που μοιαζει με το μελαγχροινο μικρο Πριγκηπα. Σιωπη κινητου, το απολυτο ζεν, να πα να γαμηθουν τα τσιγαρα, ενα κλασμενο κειμενο σας το χρωσταγα απο καιρο και δε μ'αρεσουν τα χρεη και παλι καλα να λετε που παταω το σπεης.

Που λετε, οταν οδηγας κοιτας μονο το δρομο και χανεις τις εποχες στον ουρανο. Γουαου τωρα θα μου πειτε, σπουδαια μαγκια μας ειπες ρε Γωγω, αλλα ξερετε μαλακες μου εγω μερικες φορες οταν γυριζω σπιτι βγαζω τα παπουτσια μου μονο και μονο για να περπατησω ξυπολυτη στην ασφαλτο, γι'αυτο ειμαι πιο μαγκας απο σας.

Μαλακες Μου.

Ω αλληλουια νιωθω-ναναικαλατοκρασικιαςμηξερουμεπουφυτρωνει-!

Κλαιν βαλε μου εναν εκλουζιε στη ζωγραφια.



(Το κειμενο καθοτι κλασμενο αφιερωνεται στον Αυτον-a.k.a.Elias- για να δει οτι κι εμεις ειμαστε ικανοι να γραφουμε και να σβηνουμε πραματα. (φατσουλα που κλεινει το ματι a.k.a ;)  )