is touching yourself worth an eternity in hell?

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Entry #11

Λοιπόν, έχουμε και λέμε.

Είναι μια ντουλάπα, οκ; Μια μεγάλη ντουλάπα, όχι απ'αυτές τις καινούριες τις εντοιχισμένες τις λείες στην αφή, αλλά απ'τις παλιές, τις φτιαγμένες απο σκούρο ξύλο με σκουριασμένα μπρούτζινα χερούλια που στηρίζονται πάνω σε τέσσερα ποδαράκια σγουρά σαν περισπωμένες. Απ'αυτές που βρίσκεις σε παλιά εξοχικά σπίτια και σε παλιατζίδικα. Μια ντουλάπα φύλακας ονείρων με χαμένα τα κλειδιά για όλες τις πόρτες της, που δεν ήταν ποτέ σετ κανενός επίπλου. Κι αυτή η ντουλάπα, έχει πάρει φωτιά. 


Ψιτ, φωτιά λέω. Φωτιά, όλοι έξω και τα συναφή.


Μα δεν καταλαβαίνω, πως μπορείς να είσαι τόσο ψύχραιμος; Πως με κοιτάς λες και δεν καταλαβαίνεις; Φωτιά λέω. Οι άνθρωποι συνήθως κινητοποιούνται μπροστά σ'αυτή τη λέξη. Υποτίθεται πως πρέπει κάτι να κάνεις. Να σώσεις από μέσα ο,τι προλαβαίνεις. 

Πρώτα φυσικά θα βγουν τα γυναικόπαιδα. Ύστερα θα το εκτιμούσα πολύ αν μπορούσες να περισώσεις τα διαλυμένα μου παπούτσια, αυτά τα κόκκινα που διασκορπίζονται κομμάτι κομμάτι έξω απ'την πόρτα σου, καθώς και, το κοστούμι του μπάτλερ του κήπου, το κουμπί που χαμηλώνει την ένταση της πραγματικότητας, ένα λυχνάρι που του'χει ξεμείνει μια τελευταία απραγματοποίητη ευχή, μια χαμένη φόρμα για κέικ, ένα λιβάδι αμάδητες μαργαρίτες, μισή κουταλιά φεγγάρι, μια πέννα για τις σκέψεις σου, ένα τρελαμένο σαξόφωνο, η απάντηση "καλά μωρέ"σε κάθε "τι κάνεις", εφτά στριμμένα τσιγάρα, ένα μέντιουμ με 20 χρόνια προϋπηρεσία σε απραγματοποίητους έρωτες, το σιρόπι γι'αυτόν τον επίμονο αλλεργικό μου βήχα, ένα μπουκάλι δάκρυα που έτρεξαν πίσω απο ροζ γυαλιά, και τον μπαλντά που έκοψε ένα κεφάλι στα δυο για χάρη μου. Ε, και στο τέλος, αν προλαβαίνεις, μπορείς να σώσεις κι εμένα. 

Προλαβαίνεις...;


Άστο. Θα πούμε πως έκανες ο,τι καλύτερο μπορούσες

κι η πλάκα είναι ότι θα το πιστεύουμε κιολας.

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Xωρίς λόγιa


MayDay

O κύριος Κορτιζόλ κρέμασε βιαστικά το παλτό του δίπλα στην πόρτα και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του. Στάθηκε δίπλα στο τεράστιο γυάλινο παράθυρο κι έριξε μια γρήγορη ματιά απ’έξω. Όλα φαίνονταν να δουλεύουν ρολόι εκείνο το πρωί στο εργοστάσιο. Ο κύριος Κορτιζόλ είχε αναλάβει τη διοίκηση του Τμήματος Άγχους εδώ και ένα περίπου χρόνο, και μπορούσε πλέον να κομπάσει με περηφάνια για την άψογη λειτουργία τoυ κάτω απ’το άγρυπνο μυωπικό μάτι της διοίκησης του. Αλλά σήμερα ήταν μια καινούρια μέρα και κάθε καινούρια μέρα ήταν ένας νέος αγώνας για ισορροπία και σταθερότητα. Αυτό ήταν το μόττο του κυρίου Κορτιζόλ, και η εκπλήρωσή του ήταν σκληρή δουλειά.

«Μις Ανδρεναλίνη,» επίταξε αυστηρά ο κύριος Κορτιζόλ πατώντας το κουμπί της ενδοεπικοινωνίας στο υπερσύγχρονο τηλέφωνό του, «ακυρώστε παρακαλώ όλα τα ραντεβού μου για σήμερα. Έχω μείνει λίγο πίσω με το πεηπεργουορκ, και πρέπει να είμαστε έτοιμοι για την μηνιαία επιθεώρηση των Ενδοκρινών...»

«Συγνώμη κύριε Διευθυντά», τον διέκοψε χωρίς να το συνηθίζει η μις Ανδρεναλίνη, «αλλά είναι ένας κύριος στο χωλ που επιμένει να σας δει..

Ο κύριος Κορτιζόλ έσμιξε τα φρύδια του και έγνεψε αποτρεπτικά με το χέρι του. «Πες του οτι είμαι απασχολημένος σήμερα, ας κάνει μια αίτηση για ραντεβού μέσα στην επόμενη εβδομάδα...»

«Λέει οτι ονομάζεται Μεντρόλ...» τον διέκοψε και πάλι η φωνή της γραμματέως του.

Ο κύριος Κορτιζόλ έκανε ένα βήμα πίσω και κοίταξε το τηλέφωνο σαν να είχε μόλις ξεράσει καρφιά από το ακουστικό του. Τι να θέλει τώρα αυτός ο απερίσκεπτος τυχοδιώκτης, σκέφτηκε. Ένας Θεός ήξερε ποιος του είχε δώσει τέτοια θέση ισχύος σ’αυτή την επιχείρηση. «Πείτε του να περάσει,», απάντησε ο κύριος Κορτιζόλ προς την κατεύθυνση του τηλεφώνου, «και, μις Ανδρεναλίνη... να μην μας ενοχλήσει κανείς παρακαλώ».

Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ εισέβαλλε στο γραφείο με το μακρύ δερμάτινο σακάκι του ν’ανεμίζει ελαφριά στο δροσερό αεράκι ενός νικητή. «Χευ, παλιόφιλε», φώναξε με έναν νωχελικό ενθουσιασμό και τράβηξε το τσιγάρο που είχε στερεωμένο στο δεξί του αυτί.

«Λυπάμαι, δεν μπορείς να καπνίσεις εδώ Μαξ...» ξεκίνησε να λέει ο κύριος Κορτιζόλ, όταν ένα σφύριγμα τον διέκοψε.

«Γουαου, ωραίο γραφείο μάγκα μου», μουρμούρισε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ καθώς άναβε το τσιγάρο του. «Ρετιρέ και με τα όλα του. Εμείς εκεί στο υπόγειο είμαστε κάπως πιο στριμωχτά, αλλά ξέρεις τώρα. Κάποιος πρέπει να κάνει τις βρωμοδουλειές σας εκεί στα μπουντρούμια». Πήρε μια γερή και φαινομενικά απολαυστική ρουφηξιά από το τσιγάρο του και χαμογέλασε πλατιά. «Αλλά τουλάχιστον εμείς μπορούμε να καπνίζουμε».

«Θες να μου πεις τι σε έφερε ως εδώ αυτό το μέχρι πρότινος γαλήνιο πρωινό, Μαξ;» αποκρίθηκε σοβαρά ο κύριος Κορτιζόλ.

«Τάξε μου!» φώναξε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ και στρογγυλοκάθησε ζωηρά στην πολυθρόνα του κυρίου Κορτιζόλ. «Δεν θα πιστέψεις τι νέα σου φέρνω από τις αποθήκες ορμονών, Κορτι παλιόφιλε, θα ξετρελαθείς!».

«Αντίθετα με σένα, είμαι πολύ απασχολημένος για να παίζω παιχνίδια Μαξ», απάντησε ξεψυχισμένα ο κύριος Κορτιζόλ, «θα ήθελες να συντομεύεις σε παρακαλώ;»

Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ έκανε μια στροφή με την καρέκλα και φρέναρε απότομα με το πόδι του στην κατάλληλη θέση για να κοιτάξει τον συνομιλητή του αντικρυστά. Μια σοβαρή έκφραση πέτρωσε για λίγα δευτερόλεπτα στο πρόσωπό του, κι ύστερα εξερράγη σ’ένα άγριο χαμόγελο. «Μου κάνει εντύπωση που δεν το παρατήρησες ήδη, Κόρτι παλιόφιλε, από όλη αυτή την ξαφνική κινητικότητα των φερομονών. Η διαρροή ενέργειας των φωτωνίων έχει αυξηθεί κατακόρυφα κι έχουν ανακληθεί όλοι οι νευροδιαβιβαστές από τις άδειές τους, έχει βουήξει ο τόπος, κι αν θες να ξέρεις αυτή τη στιγμή χάνω το ξέφρενο πάρτυ στους υποθαλάμους για να’ρθω μέχρι εδώ να σου πω τα νέα».

Ο κύριος Κορτιζόλ ίσιωσε ασυναίσθητα τη γραβάτα του και ξεροκατάπιε. «Ω Θεέ μου», ξεφύσηξε εξαντλημένα, «όχι πάλι...»

«Έλα τώρα, Κόρτι παλιόφιλε, είσαι υπερβολικός», γέλασε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ, και το γέλιο του αμέσως μετατράπηκε σ’ένα σύντομο ξερόβηχα. «Δώσε λίγο κρέντιτ στο καημένο το κορίτσι, είχε ν’αναστατωθεί έτσι από την αιματοβαμμένη Επανάσταση του Λεμφικού Συστήματος πέρσι τέτοια εποχή».

«Και τι δηλαδή, κάθε χρόνο αυτή η δουλειά θα γίνεται;» αναφώνησε αγχωμένα ο κύριος Κορτιζόλ κι άρχισε να παραπαίει γύρω απ’το γραφείο του, συγκεντρώνοντας ό,τι πίνακες και διαγράμματα έβρισκε μπροστά του με κοφτές σπασμωδικές κινήσεις. «Πρέπει να το προλάβουμε, αυτή τη φορά πρέπει να το προλάβουμε,» μουρμούρισε μαζεύοντας χαρτιά στην αγκαλιά του, «θα δουλέψουμε όλοι υπερωρίες, θα προσλάβουμε και αρκετά βιοπανομοιότυπα οιστρογόνα για να εξισορροπήσουμε πάλι τα ορμονικά επίπεδα, αρκεί να έχουμε στοκ στις αποθήκες βιταμινών Α και D και θα μπορέσουμε να....»

«Ω, είναι πολύ αργά γι’αυτά, παλιόφιλε», αποκρίθηκε ο Μαξ Φ. Μεντρόλ πετώντας το μισοτελειωμένο του τσιγάρο στο πάτωμα. «Μετά τη μαζική απόδραση των ντοπαμινών επικρατεί χάος εκεί έξω. Κάθε πρωτείνη έχει αρματωθεί κι από ένα NGF κι έχει ξεχυθεί στους δρόμους. Θα γίνει πατιρντί, γι’αυτό σου λέω, άσε το κορίτσι να γλεντήσει και ρίξτο κι εσύ λίγο έξω. Έλα μαζί μου στο πάρτυ! Απ’ότι ακούγεται έχουν και τεκίλες και μπάφους κι απ’όλα.»

Ο κύριος Κορτιζόλ αναρρίγησε κι έτριψε τα μάτια του κάτω απ’τα γυαλιά του. «Μα πως μπορείς κι είσαι τόσο ήρεμος;; Δεν θυμάσαι τι έγινε την τελευταία φορά; Είδαμε και πάθαμε να συνεφέρουμε τα ζωτικά επίπεδα στις αρχικές τιμές τους. Επικρατούσε χάος! Έπρεπε να επισκευάσουμε τα πάντα μετά τον βανδαλισμό των σεροτονινών, κι όλοι ήταν εντελώς αποδιοργανωμένοι». Ξερόβηξε και χαμήλωσε ντροπαλά τον τόνο της φωνής του. «Η μις Ανδρεναλίνη κυκλοφορούσε για μια ολόκληρη εβδομάδα φορώντας μόνο το σουτιέν της» ψιθύρισε.

Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ αποτέλειωσε με τη μύτη του παπουτσιού του την γόπα του και ξεκίνησε να την εγκαταλείπει σαν χρησιμοποιημένη ερωμένη, γελώντας δυνατά. «Απλά φοβάσαι την αλλαγή, Κόρτι παλιόφιλε», φώναξε καθώς γύριζε την πλάτη του και κατευθυνόταν προς την πόρτα, «δεν είναι κακό όλοι τη φοβόμαστε. Γι’αυτό άλλωστε καπνίζουμε τόσο». Ο Μαξ Φ. Μεντρόλ σταμάτησε στην πόρτα και έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από την τσέπη του παλτού του. «Σι γιου αράουντ Κόρτι παλιόφιλε», απήγγειλε χολιγουντιανά κι εξαφανίστηκε στο διάδρομο.

Ο κύριος Κορτιζόλ απέμεινε να κοιτάζει την πόρτα φορώντας μια αγκαλιά χαρτιά κι ένα απελπισμένο βλέμμα. Πλησίασε το γραφείο του και κάθισε, απλώνοντας μπροστά του τον πάκο με τα χαρτιά. Άρχισε να τακτοποιεί μερικά απ’αυτά, όταν ξαφνικά η συνεπακόλουθη παραίτηση μπροστά στο αναπόφευκτο, τον έσπρωξε να γείρει πίσω στην καρέκλα. Ξέσφιξε λίγο τη γραβάτα του και αναστέναξε. Ήξερε πως δεν μπορούσε πια να κάνει τίποτα εδώ, αλλά όχι να πάει και στο πάρτι να ζητωκραυγάσει υπέρ αυτής της ανωμαλίας. Αυτό θα ήταν εξωφρενικό!

Αν και αυτό το πάρτυ θα ήταν μια καλή αφορμή να ζητήσει από την μις Ανδρεναλίνη εκείνο το ραντεβού που τόσα χρόνια δεν τολμάει...

Tην κoυρτίνα δύo

όχι, δεν έχω όρεξη για χορό απόψε, έχω τριών ειδών μουσικές μέσα στον οργανισμό μου αυτή τη στιγμή και καμία δε γιατρεύει αυτό το μυρμήγκιασμα που σκαρφαλώνει παχύ κι εμετικό στο σβέρκο μου κι ανάμεσα στα πόδια μου κάθε φορά που με χαϊδεύεις, και δεν είναι οτι δε μ’αρέσει, είναι που δεν έχω πια αναστεναγμούς στο αλφάβητό μου και καμιά αντωνυμία δεν μου κάνει για να σε περιγράψω κι εσύ φυσικά δεν καταλαβαίνεις απ’αυτά κι όταν προσπαθώ να σου εξηγήσω αρχίζω να μιλάω μ’αυτή τη φωνή που σιχαίνομαι, τη φωνή «σετ αντικολλητικών κατσαρολικών», ξέρεις, όπως σ’εκείνα τα τηλεπαιχνίδια, όλοι αυτοί που διαλέγουν τη λάθος κουρτίνα, όταν βλέπουν τι κέρδισαν μιλάνε μ’αυτό το δήθεν ενθουσιώδες γρύλισμα, «α... είναι ένα σετ αντικολλητικών κατσαρολικών... ω, ευχαριστώ, χρειαζόμουν ένα...» όχι, δεν μίλησα, δεν είπα τίποτα, ιδέα σου ήταν, μη με ξεσυνερίζεσαι όταν είμαι έτσι, κάνε με να γελάω μόνο λίγο αν θες κι εγώ υπόσχομαι ό,τι υγρό τρέχει απ’το σώμα μου να το φυλάω στο ψυγείο για όταν θα ξανάρθεις κι ας φοβάμαι πως είσαι το αντικολλητικό μου τηγάνι κι ας ξέρω πως κάποια στιγμή θα πρέπει να σε πετάξω στη φωτιά για να δω τι πιάνεις τελικά, αλλά θα προτιμούσα αντί για αντικολλητικός να ήσουν αντιβιοτικός κι αντιανεμικός να μην αρρώσταινα ποτέ γιατί όταν αρρωσταίνω χύνομαι πάνω στις ανάγκες μου και ξέρεις εγώ έζησα τόσο καιρό χωρίς ανάγκες που έχω ξεχάσει πια να χρειάζομαι, γι’αυτό σου λέω, μη γίνεις απαραίτητος, μην μου επισκευάσεις τίποτα για να’χω ένα λόγο να σε φωνάζω να ξανάρχεσαι, και όχι, δεν θέλω να καπνίσω άλλο, σταμάτα να μου στρίβεις τσιγάρα, δεν θέλω να καταλάβεις τίποτα ούτε να με φιλήσεις πια γιατί θα πρέπει να ψηλώσεις εξήντα πόντους και δώδεκα χρόνια για να το κάνεις κι εξάλλου αν είχα ένα δολάριο για κάθε πρώτο φιλί που μου χρωστάνε τώρα θα’χα αγοράσει όλη τη Μικρή Άρκτο και δεν είναι εποχές αυτές για επενδύσεις μωρό μου γι’αυτό άσε το στρώμα μου να ξεφουσκώνει κάθε βράδυ κι εγώ θα ψάχνω την τρύπα κάθε πρωί ψηλαφίζοντας με τα δάχτυλά μου ανάμεσα στα πόδια μου ω είναι ένα σετ αντικολλητικών κατσαρολικών ψηλαφίζοντας με τα δάχτυλά μου ανάμεσα στα πόδια μου ω ναι ναι ναι ναι είναι ένα σετ αντικολλητικών κατσαρολικών ω θεε μου ναι χρειαζόμουν ένα


Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Soltanto Te



«Eλα μαζί μου. Θα χτίσω μια γέφυρα από μαργαριτάρια και ιδρώτα να την απλώσω στα πόδια σου. Θα σου προσφέρω την ασημένια νύχτα  για να βάψεις τα μάτια σου και θα σφάξω τον βασιλιά των λύκων για να σε ντύσω με το δέρμα του. Θα σε διδάξω πως ν’αναστενάζεις χωρίς να κάνεις ερωτήσεις, και θα σε μάθω να ξεχνάς τους αριθμούς για να μην μπορείς να μετράς τον χαμένο χρόνο.  Κάθε φορά που θα κλαις, θα κάνω να βρέχει σε τόπους όπου τίποτα δεν φύτρωσε ποτέ. Κάθε φορά που θα γελάς, θα σου φέρνω σβησμένα ηφαίστεια να δανείζονται φωτιά απ’τα μαλλιά σου. Θα φτιάξω μια γλώσσα που θα τη μιλάνε μόνο όσοι δεν σε γνώρισαν ακόμα, για να σε φωνάζουν να’ρθεις. Θα σου μιλάω σαν κατάδικος εραστής που του δόθηκε χάρη ένα λεπτό πριν την εκτέλεση. Θα σ’αγκαλιάζω σαν κόκκινη έκρηξη μπογιάς στον πίνακα ενός ξάστερου ουρανού. Η σκιά μου θα σου δροσίζει τους κροτάφους κι η σιωπή μου θα σου χαϊδεύει το μέτωπο. Θα σε σκεπάσω με το νανούρισμα ενός τρελού και θα εξοντώνω τους λυγμούς των πιο στενάχωρων τραγουδιών καθώς θα σε φιλάω, και με το φιλί μου αυτό καμιά αρρώστια και συμφορά δεν θα σε ξαναβρεί. Και θα’μαστε εσύ κι εγώ, βασιλιάς και βασίλισσα μιας αρκτικής ημέρας που θ’ανατέλλει μισοκοιμισμένη σε μια χώρα που θα’χει τ’όνομά σου. Έλα μαζί μου. Σου υπόσχομαι, δεν θα’ναι δύσκολο.»


«Θα πονέσει;» ρώτησε η κοπέλα το άγαλμα, που στεκόταν φεγγαρολουσμένο στη μέση της πλατείας.

«Καθόλου. Το μόνο που θα πρέπει να κάνεις είναι να μείνεις πάρα πολύ ακίνητη.»


Η κοπέλα πλησίασε το βάθρο του αγάλματος κι ακούμπησε τα χέρια της επάνω του. Έσπρωξε τον κορμό της προς τα πάνω και σύρθηκε με τους αγκώνες στη βάση του. Ύστερα στριφογύρισε, ίσιωσε το κορμί της, και βρέθηκε καθισμένη στα πόδια του. Πέρασε το χέρι της γύρω απ’το δεξί του μηρό κι έγειρε επάνω στο πέτρινο γόνατό του. Έκλεισε τα μάτια της κι έτριψε αφηρημένα τις λερωμένες της πατούσες πάνω στο λευκό μάρμαρο.


«Και τώρα;» ρώτησε η κοπέλα το άγαλμα, κι από κάπου μακριά η νύχτα ακούστηκε ν’αποχωρεί μεθυσμένη απ’τη γιορτή.

«Τώρα περιμένουμε. Δεν ξέρω τι ακριβώς, ίσως τη γη να τελειώσει το σαγηνευτικό λίκνισμά της γύρω απ’τον ήλιο. Ίσως έναν δεσμώτη θεό να δώσει στην πέτρα το δώρο της ζωής, ή μπορεί και τα θηρία να ξυπνήσουν αναζωογονημένα απ’τη νάρκη τους και να’ναι έτοιμα να μας υποδεχτούν. Δεν έχει σημασία. Απλά περιμένουμε.»


Κι έτσι κι έγινε. Η κοπέλα περίμενε με τα μάτια κλειστά, περίμενε όμορφα και απαλά, όπως τα παιδιά περιμένουν τα καλοκαίρια, όπως οι λέξεις περιμένουν τα κενά να τις ολοκληρώσουν. Περίμενε, κι ο αέρας σιγά σιγά γινόταν πιο παχύρευστος και το αίμα που έτρεχε στις φλέβες της πιο γκρίζο και οι ήχοι όλοι ακούγονταν σαν βροχή που χτυπάει πάνω σε πλακάκια για να χειροκροτήσει την ακινησία τους. Κι έγινε κι αυτή, η ίδια, ακίνητη και πέτρινη, και οι εποχές άρχισαν να εξαφανίζονται. Ο κόσμος γλιστρούσε σαν σταγόνα πάνω στην κοιλιά του χρόνου, μέχρι που στέγνωσε μαζί με τις θάλασσες του και διαλύθηκε μέσα στον αφαλό του σύμπαντος, κι εκείνη ακόμα περίμενε. Δεν άκουγε πια τη φωνή του αγάλματος, αλλά δεν είχε σημασία γιατί δεν ήταν σίγουρη αν την είχε στ’αλήθεια ακούσει ποτέ. Περίμενε μέχρι που ξέχασε ποιά ήταν και γιατί βρισκόταν εκεί.

Κι ύστερα, χωρίς να θυμάται πια τι περιμένει, άνοιξε βαριά τα μάτια της και κούνησε τα δάχτυλα του χεριού της. Κι έτσι απλά,  ήταν πάλι ζεστή και σάρκινη και αφεντικό των πέντε της αισθήσεων. Κοίταξε γύρω της και δεν κατάφερε ν'αναγνωρίσει ούτε τόπο ούτε χρόνο, ούτε σχήματα ούτε αντικείμενα, ούτε θερμοκρασίες ούτε μυρωδιές, κι έσκυψε το κεφάλι της μπερδεμένη και τρωτή. Μα όταν είδε τις πατούσες της, σκονισμένες και περικυκλωμένες απο γκρίζους πέτρινους σβώλους χώματος, τότε τα κατάλαβε όλα, τ'αναγνώρισε όλα. Κι έτσι απλά, σκούπισε με το πόδι της το χώμα άπ'το βάθρο, κι αυτό από πέτρινο έγινε πάλι νωπό κι ελαφρύ κι έπεσε στο έδαφος μ’ένα σάλτο ευγνωμοσύνης, και το μάρμαρο έλαμψε κατάλευκο στον ήλιο. Ύστερα η κοπέλα ένιωσε τα μάτια της να υγραίνονται απ’τον άνεμο και τα ξανάκλεισε ευχαριστημένη. Έσφιξε τα χέρια της περισσότερο γύρω απ’το πόδι του αγάλματος και ακούμπησε πάλι το κεφάλι της στο γόνατό του. Η σκιά του της δρόσισε τους κροτάφους και η σιωπή του της χάιδεψε το μέτωπο, μέχρι που το αίμα της έγινε πάλι γκρίζο και η επιδερμίδα της πέτρινη. Και δεν περίμενε πια για τίποτα.

Κι όλα ήταν όπως έπρεπε.