is touching yourself worth an eternity in hell?

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

Underachievers

Μία λέξη που δεν έχω στα ελληνικά. Μου λείπει αυτή η λέξη, κι ας έχω μαζέψει, ενώ έχουμε θρέψει, τόσους αδικοχαμένους πρόσκοπους κάτω απο την ομπρέλα της. 

Είμαι ο μεγάλος λογοτέχνης της γενιάς μου. Είμαι ο φάρος που φωτίζει την σκηνή όπου παίζονται τα μεγάλα αρχαία δράματά μου, είμαι μία νέα θρησκεία από λέξεις που επηρεάζει στρατηγικά τις πιο κουλ τάσεις στα σόσιαλ μίντια. Είμαι η χαραμισμένη γενιά μου. Είμαι η καλοβολεμένη βαρεμάρα που σνομπάρει την τηλεόραση ακριβώς με την ίδια αδιαφορία που σνομπάρει τις μεγάλες συγκινήσεις.

Είμαι εγώ που τα'κανα όλα μικρός και τα βαρέθηκα όλα μικρός και μόνο μεγάλος έμαθα να γράφω για τέτοια πράγματα. Είμαι εγώ που απέκτησα ξαφνικά πολιτική συνείδηση και πρόλαβα να περισώσω όση περηφάνια μου είχε απομείνει με το να προσπαθήσω να επηρεάσω το αναπόφευκτο. Είμαι εγώ που έψαχνα τον εαυτό μου μέχρι που τον βρήκα και δεν ήξερα τι να τον κάνω. Είμαι εγώ που μπορώ να με μουτζουρώσω πολύ πιο εύστοχα απ'οτι μπορείς εσύ, Τετάρτη, εσύ, καθημερινή, να προσπαθήσεις. 

Είμαι εγώ που ωρίμασα και κατάλαβα επιτέλους την τραχιά γαλήνη του συμβιβασμού, την αξία της σαμποταρισμένης μου σταθερότητας. Είμαι εγώ που κερδίζω τις μάχες και χάνω τους πολέμους, είμαι μία παρτίδα μονοπολι μεταξύ μεθυσμένων. Τόσες και τόσες μέρες είμαι έτοιμος να αντιμετωπίσω το λαμπρό πεπρωμένο μου και τόσες νύχτες είμαι με σταυρωμένα τα χέρια και απογοητεύομαι που δεν πέφτει απο τον ουρανό. 

Είμαι ο μεγάλος λογοτέχνης της γενιάς μου. Τολμώ να πω, είμαι ο σκεπτόμενος Έλληνας. Έλα να πιουμε ούζο στο μπαλκόνι και θα στα πω όλα για το πως είμαι ο κρυφός θησαυρός των ημερών μου και πως με θάβουν κάθε μέρα όλο και  βαθύτερα τα χαζά λόγια των ανθρώπων που δεν ξέρουνε να γράφουνε. Και πως υπομονετικά είμαι η 28η του Φλεβάρη συνέχεια, και πως συνέχεια ξεγελιέμαι πως αύριο θα έρθει αυτή η όμορφη Αθηναϊκή άνοιξη που θυμάμαι απο όταν ήμουνα μικρός. 

Είμαι εγώ που σας μίσησα όλους τόσο πολύ επειδή δεν ήθελα να είμαι σαν εσάς και τώρα πληρώνω γι'αυτό κι ας μην αλλάζω γνώμη, έλα να πιούμε και τουλάχιστον δεν θα είμαι εγώ μόνος μου, θα είμαστε μαζί. Κι ίσως αν είμαστε αντί απλά να είμαι να καταφέρουμε να χρωματίσουμε το αναπόφευκτο, κι ίσως αν αλλάξει χρώμα να'ναι καλύτερο.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Κιθάρες και Τρύπες

Σήμερα είμαι ξύπνια.

Δεν ξέρω γιατί το κάνω αυτό, κι έτσι το αποδίδω σε πλήρη νηφαλιότητα. Ή αυτό, ή με ξυπνήσανε οι κιθάρες. Συνήθως νιώθω σαν τα δάχτυλά μου να κοιμούνται κι ο νους μου να τρέχει να τα ξυπνήσει πανικόβλητος σα ν'αργήσανε, κι αυτά εκεί, ληθαργικά γεννούν τις μέρες και τις πετάνε στα σκουπίδια μετά, μαζί με χαρτιά γεμάτα νούμερα. Νούμερα, νούμερα, τα νούμερα είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ζωής μου. Οι αριθμοί, απόλυτοι και περήφανοι, υπόσχονται αποδείξεις, αποδείξεις για τα πάντα, και ταυτόχρονα κρύβονται πίσω απο δυσειδαιμονίες και τυχερούς τροχούς. Ποτέ δεν ήταν φίλοι μου, κι όμως με τριγυρίζουνε μια ζωή σαν τα κοράκια. Κι όλο κοιμάμαι κι όλο ξυπνάω κι όλο κοιμάμαι μα για δες που σήμερα είμαι ξύπνια. Θα κατηγορήσουμε τις κιθάρες.

Σαν ν'αρχίζω να θυμάμαι. Διστακτικά και με λίγο τρακ, σαν πρωτάρηδες ξυπνήσανε σήμερα τα δάχτυλά μου και είπανε ν'ασπαστούν γι'άλλη μια φορά την Αλάνθαστη κι Αμετανότη Εκκλησία του Δε Γαμιέται. Δεν ξέρω πως έγινε. Μάλλον περίμενα αυτή την χουλιγουντιανή επιφώτηση της τρίτης πράξης που μου πουλήσανε οι ταινίες. Κι αντί γι'αυτό βρέθηκα απλά εδώ, ξύπνια, ξαφνικά να κόβω και να ράβω λέξεις σα να'χει μπει μέσα μου το χτικιό, ενώ το ξέρουμε όλοι οτι δεν γίνεται να σε θρέφουν οι αριθμοί κι εσύ να γεννάς λέξεις. Ή μήπως γίνεται; Δεν ξέρω. Μήπως άργησα πολύ; Μήπως θέριεψαν τα δάχτυλά μου απ'τον πολύ ύπνο; Μήπως πρέπει να σταματήσω να φοβάμαι τα πράγματα μη τυχόν και μ'αγγίξουν πολύ βαθιά;

Ποιητικές μαλακίες... Θα'θελα να μπορούσα να γράψω κάτι άσχημο, όπως "τα δάχτυλά μου βρωμάνε τσιγαρίλα" όμως η μαμά Τέχνη με κοιτάζει ερωτηματικά και την φοβάμαι. Έφυγα γιατί ασφυκτιούσα μέσα στα σεντόνια της, όλο μου'παιρνε τα σύνεφα αλλά δεν μου'δινε τον ήλιο κι εγώ ζούσα μόνο τα βράδια. Τώρα κρύβομαι μες στο σπίτι μου κι η πουτάνα μου λείπει όσο δεν μου'λειψε ποτέ τίποτα, και ταυτόχρονα την μισώ που δεν μ'αγκάλιαζε αρκετά όταν ήμουν μικρή. Αυτή είναι η πρώτη μας συνάντηση εδώ και κάμποσο καιρό. Το παίζω μοιραία κι αντιστέκομαι πίσω απ'την καλοπροβαρισμένη μου απάθεια, την ανάγκη μου να μην έχω τίποτα ανάγκη, ενώ φοβάμαι κάθε δευτερόλεπτο οτι θα τα μπήξω. Δεν είναι και λίγο, δεν ξέρεις πόσο παντοδύναμες είναι οι λέξεις όταν υποκλίνονται μπροστά στην μαμά Τέχνη. Σπάσανε το κουκούλι μου μόνο με μια χορδή κιθάρας.

Δεν φταίνε πάντα τα πιάνα, μερικές φορές φταίνε και οι κιθάρες....

Και να σκεφτείς οτι πριν μισή ώρα κοιμόμουν. Νομίζω οτι δεν τα πήγα κι άσχημα γι'αγουροξυπνημένη, παρ'όλα αυτά, είναι ντροπή μου που έχω ξεχάσει πως να γράφω λέξεις για τον ευατό μου. Ακόμα μεγαλύτερη ντροπή που ξέχασα πως να γράφω λέξεις για τους άλλους. Υποθέτω πως ήθελα απλά να πω οτι είμαι εδώ και είμαι ξύπνια. Θα'θελα να μπορούσα να πω οτι θα'ρθει καιρός που θα σπάσω την πόρτα, θα'ρθει καιρός που η θλίψη μου δεν θα μου λείψει, αλλά δεν ξέρω κιόλας σίγουρα, αύριο μπορεί να κοιμάμαι πάλι και να'χουνε πάψει οι κιθάρες. Προς το παρόν είμαι εδώ. Δεν βιάζομαι. Έτσι κι αλλιώς ό,τι δεν πρόλαβα να πω το'χουνε πει πάντα καλύτερα κάποιοι άλλοι πριν απο μένα.

Του πούστη, κάποια στιγμή αυτή η δικαιολογία θ'αρχίσει να γεννάει τόκους, δεν μπορεί... Κάποιος απ'τους δυο μας θα νικήσει, ή εγώ ή όλοι οι άλλοι. Τα νούμερα λένε οτι οι πιθανότητες είναι εναντίον μου, αλλά να πάνε να γαμηθούν τα νούμερα. Ζήτω οι λέξεις. Καλημέρα μαμά. Καλησπέρα σ'όποιον διαβάζοντας σπέρνει σιτάρι στα χωράφια μου. Καληνύχτα αριθμοί.

Κι άλλα τέτοια ποιητικά...


Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

GuiltTrip

Oταν ήμουν μικρή και πήγαινα τετάρτη δημοτικού, μια μέρα στο μάθημα της ιστορίας η δασκάλα μας ρώτησε τι θα κάναμε αν γινόταν πόλεμος. Όλα τα παιδάκια με τη σειρά έδωσαν χαριτωμένες και παιδικά αξιολάτρευτες αφελείς απαντήσεις για το πως θα πολεμούσαν για να υπερασπιστούν την αγαπημένη πατρίδα τους, κάποιος θα γινόταν στρατηγός όταν μεγαλώνε και θα οδηγούσε τα τανκς να ποδοπατήσουν τους κακούς τούρκους ή γερμανούς ή ρώσους ή οποιον άλλο αλλοδαπό εχθρό του είχε υποδείξει η τηλεόραση ή ο μπαμπάς του. Άλλος θα γινόταν πιλότος, ένας άλλος πιο ευφάνταστος θα έπαιρνε το δίκανο του παππού του και θα προστάτευε τη γειτονιά του και τη μαμά του, και όλα τα κοριτσάκια της τάξης θα γινόντουσαν φυσικά νοσοκόμες και θα φρόντιζαν τους τραυματίες εκτός απο μία που θα γινότανε κι αυτη στρατιώτης ή πιλότος γιατί έβλεπε πολύ τζη αη τζο. Όταν ήρθε η σειρά μου, εγώ είπα ότι αν γίνει ποτέ πόλεμος θα μπω σ'ένα αεροπλάνο και θα φύγω για κάποια άλλη χώρα όπου θα έχει ειρήνη. Η απάντησή μου δεν άρεσε καθόλου στη δασκάλα, που την βρήκε ασυνήθιστα αντι-πατριωτική και έσπευσε να με συνετίσει, γιατί αυτό άλλωστε δεν υποτίθεται οτι πρέπει να κάνουν οι δασκάλες; "Αυτό είναι κάτι που μόνο οι δειλοί και οι δοσίλογοι θα έκαναν" μου είπε. "Θα άφηνες πίσω τους φίλους σου και τους συγγενείς σου και θα έφευγες; Πως θα τους βοηθούσες έτσι; Πως θα βοηθούσες τον τόπο σου με το να φύγεις;" Κι εγώ ήμουν παιδί και δεν ήξερα τι σημαίνει δοσίλογος, και δεν ήξερα τι σημαίνει ενοχή και σίγουρα δεν ήξερα τι ακριβώς σημαίνει πατρίδα κι ούτε νομίζω πως έμαθα ποτέ, κι έτσι απάντησα πως θα έφευγα κι εκεί που πήγαινα θα έγραφα. Έτσι θα βοηθούσα την πατρίδα μου, θα έγραφα. Θα έκανα τον κόσμο να μάθει, θα έκανα τον κόσμο να προβληματιστεί, θα έκανα τον κόσμο να χαμογελάει ή να ψυχαγωγείται ή απλά να ξεχνάει τα βάσανά του και έτσι θα τους βοηθούσα. Kαι κάπως έτσι ηττήθηκε και η δασκάλα και μου έβαλε δέκα με τόνο.

Μα η αλήθεια είναι πως δεν γράφω πολύ αυτές τις μέρες. Γράφω δηλαδή, αλλά συνέχεια την ίδια ιστορία στο ίδιο χαρτί. Μερικές φορές αλλάζω τη σειρά στις λέξεις ή δοκιμάζω κάποια νέα γραμματοσειρά γιατί η γραμματοσειρά είναι πολύ σημαντική για τέτοιου είδους συγγράμματα. Κι όλο κάτι αφαιρώ κι όλο κάτι προσθέτω, κι όσο πάει μου μοιάζει λιγότερο δικό μου γιατί αφαιρώ τις αλήθειες και προσθέτω ψέμματα, γιατί οι αλήθειες δεν αρέσουν σ'αυτούς που το διαβάζουν, το βλέπω στα μάτια τους, χάνουν τη ροή της ιστορίας και δεν μπορούν να ταυτιστούν με τον χαρακτήρα. Ο χαρακτήρας είμαι εγώ υποτίθεται, και τον τίτλο του συγγράμματος μπορεί κάποιος να τον μαντέψει εύκολα. Ονομάζεται "Βιογραφικό Σημείωμα" κι είναι το πιο ποπιουλαρ μπεστ σελλερ πραμα που έγραψα ποτέ. Αλήθεια λέω, το έχει διαβάσει όλη η χώρα σχεδόν. 

Ναι, αυτό το κείμενο είναι τέτοιου είδους κείμενο, κι έχει βρωμίσει ο τόπος απο δαύτα, το παραδέχομαι. Και δεν υποκρίνομαι ότι έχω δικαίωμα να γράφω για μια καμιά χώρα και καμιά πατρίδα και κανένα καθεστώς, γιατί γεννήθηκα δίχως ίχνος εθνικού φρονήματος μέσα σ'ένα έθνος πατριδόκαβλων βολεψάκηδων πολεμόχαρων του καναπέ. Γεννήθηκα δίχως θρησκεία στην αυλή ενός παρεκκλησιού όπου βρίσκεις μπιχλιμπίδια, κοκακόλες και πίστη σ'ευξετελιστικές τιμές. Μα κυρίως, γεννήθηκα δίχως λεφτά σ'ένα αχανές αρχιτεκτονικό συγκρότημα φτιαγμένο απο κιούμπικλς και μπουφέδες όπου οι ταλαντούχοι και φωτισμένοι της γενιάς μου απασχολούνται, ένα έθνος απαρτιζόμενο απο λαμπρούς και υπερ-ικανούς τηλεφωνητές, σερβιτόρους και πλασιέδες. Ένα έθνος παντοδύναμο.

Κι εκείνη η προσπάθεια της δασκάλας να με φορτώσει μ'ενοχές, πιάνει τόπο χρόνια μετά, κι ας μην έχω δει κανέναν να παίρνει το δίκαννο του παππού του να βγαίνει στους δρόμους. Κι ας βλέπω φίλους κι οικογένειες να μπαίνουν σ'αεροπλάνα και να φεύγουν, κι ας μένω εγώ εδώ, κι ας μην φεύγω.

Δεν νιώθω ενοχές που δεν φεύγω. Νιώθω ενοχές που δεν γράφω.

Και μερικές φορές νιώθω ενοχές που είμαι ευτυχισμένη παρ'όλα αυτά.

Κι ύστερα λέω, δεν πρέπει να νιώθω έτσι, δεν φταίω εγώ. Δεν περίμενα ποτέ στ'αλήθεια ότι θα ζήσω έναν πόλεμο.

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Dear Nebula

Θα προσπαθησω να ειμαι λακωνικη, και πρεπει να ξερετε οτι στους ανθρωπους που κοιμουνται και ξυπνανε χαμογελωντας, η βραχυλογια ερχεται φυσικα και αβιαστα σαν πρωινη καουρα. Εμεις οι εξωγηινοι απ'την αλλη μερια, τεινουμε να φλυαρουμε ασχετως διαθεσης.

Το λοιπον, προσφατα σταματησα μετα λυπης μου να παιζω μουσικη για τον κοσμο. Και μου λειπει πολυ να παιζω μουσικη για τον κοσμο. Επισης με ενδιαφερουν πολυ η αστρονομια, η ψυχολογια της μαζας και το νομικο πλαισιο πωλησης μιας ψυχης στο διαβολο, αλλα ειμαι πολυ τεμπελα για ν'ασχοληθω σοβαρα μαζι τους χωρις κινητρο. Σαν λυση σε ολα τα προβληματα μου λοιπον, εφηρμοσα ο,τι κανω τον τελευταιο καιρο οποτε με τρωει ο κωλος μου. Εφτιαξα ενα μπλογκ. Ξερω, εχει καταντησει αηδια αυτη η ιστορια. Αλλα υποσχομαι, θα'ναι το τελευταιο.







Καλα, δεν υποσχομαι.


Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Bαημπpεηνιoυμ

Aυτή η πόλη γεννήθηκε για να'ναι ξαπλωμένη στα πόδια μου - Το φριχτό της καλοκαίρι να μου βρωμίζει τις πατούσες - Κι εσύ να μου χαμογελάς που περπατάω συνέχεια ξυπόλυτη - Να κλέβεις μαγικά ραβδάκια απο παραθερίζουσες νεραϊδονονές - Να τα καρφώνεις στους δρόμους της για χάρη μου - Ξεχαρβαλωμένοι φωτεινοί σηματοδότες που δεν σημαίνουν πια τίποτα - Αφού έμαθες κιόλας πως να ημερεύεις το κρεβάτι μου όταν τρίζει - Κι αυτήν την πόλη που γεννήθηκε για να'ναι ξαπλωμένη στα πόδια μου - Μια απ'αυτες τις μέρες θα την ρίξω κι αυτή στην κατσαρόλα - Θα κοχλάσει μέσα στον ιδρώτα μας και θα την πιούμε σαν υδρόμελο - Και δεν θα χρειαστεί να ξαναγράψω ποτέ πια ποιήματα - Χορτασμένη θα κρεμάσω το σπαθί μου στον τοίχο μια για πάντα - Και θα'ρθω να κοιμηθώ κάτω απ'τη μασχάλη σου - Γιατί αυτή η πόλη γεννήθηκε για να'ναι ξαπλωμένη στα πόδια μου - Και γω γεννήθηκα για να μ'αγαπάς.

Δη εντ.


Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

ΦaνΦαkτ

 Oι ιθαγενείς της Βόρνεο, λέει, δεν πιστεύουν οτι τα όνειρα είναι προφητικά. Οι ιθαγενείς της Βόρνεο, αποτάσσονται τους καζαμίες και τους συμβολισμούς. Όταν πέφτουν τα βράδια για ύπνο στις αιώρες τους φτιαγμένες απο φύλλα κοκοφοίνικα και ρίζες ορχιδέας κρεμασμένες σε παρθένα κλαδιά κατά μήκος του ποταμού Μαχάκαμ, ή όπου αλλού κοιμούνται τελοσπάντων, δεν ψάχνουν τα χνάρια της διαταραγμένης τους λίμπιντο στη μεταμεσονύκτια λογοδιάρροια του υποσυνειδήτου τους. Οι ιθαγενείς της Βόρνεο, δεν πιστεύουν στα όνειρα.

Οι ιθαγενείς της Βόρνεο, βλέπεις, πιστεύουν πως τα όνειρα είναι η συνέχεια της κανονικής τους ζωής. Η προέκταση της καθημερινότητας τους.


Αυτό βέβαια δεν είναι τόσο κουλ όσο ακούγεται, γιατί σκέψου τι συμβαίνει όταν ένας άγριος Νταγιάκ κοιμάται αγκαλιά με το ακονισμένο καλαμένιο του δόρατο, αυτό που χρησιμοποιεί στο κυνήγι των υδροβουβάλων του Κότα Κιναμπαλού, και βλέπει στον ύπνο ότι η γυναίκα του τον κερατώνει.


Μα απ΄την άλλη, σκέψου, έχω ζήσει μια ολόκληρη ζωή μαζί σου κι ούτε που το ξέρεις. Σ'έχω φιλήσει σ'όλα τα σημεία του σώματός σου που μυρίζει ζέστη κι υγρασία, έχω φιλοξενήσει όλα τα μυστικά σου ανάμεσα στα πόδια μου κι έχω σμιλέψει όλες τις επιθυμίες σου σε ομοιόματά μου. Έχουμε ζήσει μια ολόκληρη ζωή μαζι, εσύ κι εγώ, κι ήταν όλα αλήθεια, ή μάλλον μισή ζωή και μισή αλήθεια, γιατί συναντιόμασταν πάντα τα βράδια και γινόμασταν μια μικρή συμμορία απο σοουλ μεητς που ούρλιαζαν ο ένας στον άλλον φιλιά, μα ξυπνούσαμε τα πρωινά σαν δυο απλοί ενδιαφέροντες άγνωστοι μιας λαβυρινθούπολης. Κι αν ήμουν Νταγιάκ, θα'χα την πολυτέλεια να διαλέξω να χρίσω πραγματικό όποιο μισό της ημέρας μου ήθελα, όποιο μισό της ζωής μου κι όποιο μισό της αλήθειας μου, κι όλοι ξέρουμε ποιο μισό θα ήταν αυτό.

Επίσης, κάτι άλλο που θα πρέπει να ξέρεις για τους ιθαγενείς της Βόρνεο, είναι οτι πρόσφατα άλλαξαν τις διατροφικές τους συνήθειες και δεν τρέφονται πια με ανθρώπους.

Τρου στόρι.


Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Monoamine

Eιδα ενα ονειρο χτες βραδυ.

Δηλαδη, ας πουμε οτι ειδα ενα ονειρο χτες βραδυ, κι ας πουμε πως θα το διηγηθω. Ας προσποιηθουμε ολοι πως δεν ξερουμε οτι τα ονειρα ειναι στ'αληθεια οι χωματερες της αντιληψης και πως κανεις δεν διηγειται ποτε τα ονειρα του ακριβως οπως τα ειδε γιατι κανεις δεν θελει να περιγραψει πως εισεβαλλαν στο δωματιο του δυο γιγαντια ψαλιδια ντυμενα με ροζ βινυλιο χορευοντας Οντορι γυρω απ'το κρεβατι του ενω εκεινος εκανε σεξ με εναν ανδρογυνο αιγυπτιακο θεο. Ας πουμε πως τα ονειρα ειναι γουωλτντσνεϊκοι σκλαβοι της συμβατικης αφηγησης κι ας πουμε οτι ολα αυτα τα ειδα στον υπνο μου. Λιγο μετα τη φαση Δελτα μεταξυ τεταρτου και πεμπτου σταδιου συνειδητοτητας, ας πουμε για να γινει πιο πιστευτο. 

Στ'ονειρο μου λοιπον, ημουν μεσα σε ενα σινεμα. Ηταν ενα απ'αυτα τα παλια σινεμα του κεντρου της Αθηνας, αυτα με τα κοκκινα ανατριχιαστικα στην αφη καθισματα και την γλυκερη βαρια σαν καλοκαιρινο απογευμα μυρωδια. Απ'αυτα που πουλανε πατατακια και κρασι σε γερμενα αναψυκτηρια και που οταν κατεβαινει η οροφη και μπαινει ο ηλιος μεσα μοιαζουν περισσοτερο με παραπονεμενα αμφιθεατρα παρα με σινεμα. Καθομασταν ολοι λεει στα κοκκινα καθισματα μας και παρακολουθουσαμε με προσοχη. Απεναντι μας, η οθονη ειχε αποσυρθει και αντι γι'αυτην, ενα τραπεζι βρισκοταν στο βαθρο μπροστα της. 

Στο τραπεζι καθονταν τρεις αντρες. Αυτος στ'αριστερα, δεν μιλουσε σχεδον καθολου, παρα μονο καθοταν με το πηγουνι του να στηριζεται στις γροθιες του και κοιτουσε γυρω του καχυποπτα. Ο αλλος στα δεξια ειχε πιο ευγενικη φυσιογνωμια, ισιωνε συνεχεια τα γυαλια του καθως προσπαθουσε να μεταφρασει τα γοητευτικα σπαστα αγγλικα του διπλανου του. Αυτος ηταν ο μεσαιος, ο ομιλητης, και ηξερα αμεσως οτι ηταν ενας λαμπρος δημιουργος, ενα φωτισμενο μυαλο, και ταυτοχρονα ημουν σιγουρη οτι ειχα μπροστα μου ενα μεγαλο καθικι, εναν μοχθηρο φαφλατα, και τον λατρευα γι'αυτο. Μιλουσε, ελεγε κατι για την ετεροχρονισμενη αφηγηματικη ροη και το εσωτερικο μονταζ των μονοπλανων, και κρεμομασταν ολοι απο τα χειλη του. Καθοταν γερμενος στο μικροφωνο, με το μετωπο του ν'αντανακλα τις προσδοκιες μας, κι ομως ισα που ακουγοταν μ'αυτη την αβολα διακριτικη φωνη του κι αυτον τον βαθυ ωμο του τονο. Τα ματια μου περιπλανηθηκαν λιγο στο χωρο και πεσανε στο ξυλινο σταντ διπλα στο τραπεζι, πανω του βρισκοταν μια ολοσωμη ασπρομαυρη φωτογραφια του ομιλητη, καποια χρονια πριν οπως συμπερανα απ'το χρωμα των μαλλιων του, που τωρα επεφταν στην πλατη του σε μια ολολευκη αδυναμη κοτσιδα. Τα φωτα στην αιθουσα ηταν πολυ δυνατα κι ενα ευγενικο βουητο αγκαλιαζε τα ηχεια, κι εκεινος μιλουσε, μιλουσε, κι εμεις ρουφουσαμε την σοφια του σαν καυλωμενοι θρησκοληπτοι, η διαδικασια της κινηματογραφησης, ελεγε, ειναι σαν μια μεγαλη παρτουζα οπου ολοι πρεπει να χυσουνε την ιδια ακριβως στιγμη. Ο μεταφραστης ζοριστηκε λιγο να το αποδωσει αυτο, κι υστερα καποιος απ'το κοινο ρωτησε κατι για το σελιλοϊντ και τον εβγαλε απο τη δυσκολη θεση. Τοτε ηταν που ξαφνικα, ο ουρανος σκοτεινιασε κι η οροφη αρχισε να κλεινει. Ακουστηκαν δυο μικρες παραστρατημενες βροντες κι υστερα η αιθουσα αιωρηθηκε για λιγο σιωπηλη γυρω απο τον ομιλητη.

Σηκωσε για πρωτη φορα το κεφαλι του και μας κοιταξε σα να βρισκοταν στο τελος μιας χρονομετρησης την οποια αγνοουσαμε μεχρι τωρα. Στριφογυρισε στα δαχτυλα του το αδειο απο νερο ποτηρι του και πλησιασε το μικροφωνο. "Δεν υπαρχει χωρος για αληθοφανεια στη δημιουργια", ξεκινησε να λεει, "ολα τα δημιουργηματα πρεπει να φαινονται ως τετοια. Οι λεξεις ειναι αχρηστες οταν σκεφτεσαι με εικονες, κι αλλωστε ολες οι ιστοριες εχουν ειπωθει απο αλλους πριν απο μας. Ξεχαστε τα μεγαλα παθη και τα βιβλικα εγκληματα, αυτα εχουν παρενοχληθει σεξουαλικα πανω στα γονατα της τεχνης αμετρητες φορες. Θελω να σκεφτειτε τις μικροσκοπικες καταστροφες, τις αφανεις τακτικες τραγωδιες που βουιζουν σαν μελισσες γυρω απ'τα κελια της παρανοιας ενος καθημερινου ανθρωπου. Θελω να σκεφτειτε με λεπτομερειες, με ορεκτικα, με περιτυλιγματα. Θελω να φανταστειτε, πως ειναι να ξυπνατε το πρωι. Μπουκωμενοι, αργοπορημενοι, βαριοι, να σερνεστε στην κουζινα με κοπο και μισανοιχτα ματια, κι εκει πανω απ'το νεροχυτη καθως σκαρωνετε ενα καφε, να κοιταξετε εξω απ'το παραθυρο, με φρεσκοξυπνημενη βεβαιοτητα οτι θα δειτε τον κοσμο να ξεσφιγγει τα δαχτυλα του γυρω απ'το λαιμο σας με την καθησυχαστικη του ρουτινα. Φανταστειτε, καθως κοιτατε εξω απ'το παραθυρο με μικρους κοκκους ζαχαρης κολλημενους στο μεσαιο σας δαχτυλο, να δειτε ξαφνικα απεναντι μια νεοκτιστη πολυκατοικια που πριν δεν ηταν εκει. Καμια τρομακτικη τροπη, κανενα συνταρακτικο τοπιο, απλα μια καινουρια πολυκατοικια απεναντι στην αλλη ακρη του δρομου, μια πολυκατοικια που κρυβει τη θεα του μικρου γηπεδου μπασκετ που σαν ερασιτεχνικη γκραβουρα κοσμουσε το παραθυρο σας μεχρι τωρα. Και ποιος χεστηκε για το γηπεδο του μπασκετ, τα φωτα του ηταν πολυ δυνατα κι ολο παραπονιοσασταν για τη φασαρια, μα τωρα αντι γι'αυτο ειναι μια πολυκατοικια μπροστα σας, μια φωλια που συντομα θα στεγασει νεους γειτονες, με τα παιδια, τα στερεοφωνικα, τα κατοικιδια τους, τις μικρες γλυκες ζωες τους να σταζουνε πανω στο παραθυρο σας και να διαστρεβλωνουν με τις αντοχες τους τον τροπο που εισεβαλλε μεχρι τωρα το φως στην κουζινα σας. Θελω να σκεφτειτε τον φοβο. Θελω να φανταστειτε οτι σταματατε στον φουρνο στη διαδρομη για τη δουλεια, για ν'αγορασετε το καθημερινο σας κουλουρι απ'την γραφικη φουρναρισσα που σχολιαζει παντα με χαμογελο κατι που φορατε, και θελω να φανταστειτε ενα λευκο χαρτι στην πορτα του, που με μεγαλα στραβοχυμενα γραμματα απο χοντρο μαυρο μαρκαδορο, λεει "ΚΛΕΙΣΤΟ ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ". Μονο αυτο, τρεις λεξεις, τρεις προχειρογραμμενες λεξεις, κλειστο, απροσιτο, οχι πια ασυλο, σταθμος ανεφοδιασμου και παρηγορια, κλειστον μεχρι νεωτερας κι η γλυκια διαβεβαιωση της καθημερινοτητας σας εξατμιζεται επ'αοριστου χρονου. Θελω να σκεφτειτε την απογοητευση, θελω να φανταστειτε οτι φτανετε στο γραφειο σας μετα απ'την συνηθισμενη πρωινη δοκιμασια της διαυγειας σας, μονο για ν'ανακαλυψετε συντομα οτι η καθ'ολα αδιαφορη μεχρι προτεινος συναδελφος τους διπλανου γραφειου, εχει αλλαξει χρωμα στα μαλλια της. Η νεα καλοπληρωμενη της αυταρεσκεια δεν την κανει βεβαια λιγοτερο βαρετη, αλλα η πολυμηχανη ντεκαπαζ της κανει θαυματα για τη δημοτικοτητα της. Θελω να σκεφτειτε το μοναχικο τριξιμο της καρεκλας σας, την κλεμμενη θεση στο παρκινγκ της αυτοπεποιθησης σας, θελω να φανταστειτε πως ειναι για μια μικρη στιγμη να μην γυριζει ο κοσμος γυρω σας αλλα να παραπαιει γυρω απ'τον εαυτο του. Φανταστειτε ενα τηλεφωνημα απ'την αδερφη σας οπου σας ανακοινωνει οτι παντρευεται, η αδερφη σας, με χρυσες κοτσιδες, μουτρωμενα χειλια και γυμνα ποδαρακια, πεντε χρονων στην αυλη να μαλωνει μαζι σας για μια κουκλα και να φοραει νυφικο και πεπλο, πως γινεται να παντρευεται, η αδελφη σας δεν γινεται να παντρευεται, ειναι πεντε χρονων και πανεμορφα μουτρωμενη και πρεπει να μεινει αιωνια ετσι. Θελω να σκεφτειτε τη συγχυση να τερματιζει πριν απ'την χαρα σας, θελω να σκεφτειτε φρεσκοβαμμενους τοιχους με μπογιες που μυριζουν σαν αλλαγη, διασκευες λατρεμενων σας τραγουδιων, συναντησεις με παλιους συμμαθητες, εορταστικα τηλεοπτικα προγραμματα και παρτυ συνταξης, κι αν ολα αυτα δεν ειναι αρκετα, θελω να φανταστειτε μονο αυτο. Θελω να φανταστειτε να γυρνατε το βραδυ σπιτι σας υστερα απο μια στοργικα κουραστικη ημερα, κι αφου βγαλετε τα ρουχα σας, σταθειτε κατω απ'το νερο και φορεσετε τα πιο ανετα κι ανυπομονα για στοργη εσωρουχα σας, καθεστε μπροστα στον υπολογιστη σας με πολυτιμη ανακουφιση, στριβετε ενα παχυ ιδρωμενο τσιγαρο και συνειδητοποιειτε με απολυτο, απολυτο καθολικο και καταμαυρο τρομο, οτι δεν εχετε αναπτηρα".

Ο ομιλητης εκανε μια παυση και ηπιε με λαιμαργη βιασυνη τις τελευταιες σταγονες που ειχαν απομεινει στο ποτηρι του. Μας κοιταξε ξανα και χαμογελασε χωρις να κουνησει καθολου τα χειλη του. "Και τωρα", μας ειπε "θελω να μου πειτε μονο ενα πραγμα. Θελω να μου πειτε που θα βαλετε την καμερα".

Ολες μας οι καρεκλες ενιωσαν μικρους κραδασμους και τα χερουλια τους γευτικαν αγχωμενες τσιμπιες στην τραχια τους επενδυση. Στριφογυρισαμε στα καθισματα μας, κι εγω πιο ανησυχη απ'ολους διπλωσα τα γονατα μου κρατωντας κοντρα με τις πατουσες μου στο καθισμα του μπροστινου, πιο ανησυχη απ'ολους γιατι ηξερα, πως κοιτουσε εμενα λες και το βελος της εργαστηριακης του σοφιας ειχε βρει το στοχο του. "Που θα βαλετε την καμερα", ρωτουσε, "δεξια, αριστερα, λοξη γωνια, κοντρ μπλονζε, γκρο πλαν, που θα βαλεις την καμερα" ρωτουσε, με ρωτουσε, "που θα βαλεις την καμερα" και ξαφνικα ολοι κοιτουσαν εμενα που ιδρωνα τις γροθιες μου και μαζευα τα γονατα μου και θα φοβομουν πως ημουν γυμνη ετσι που με κοιτουσαν, αν δεν ενιωθα το κινητο μου να δονειται στο αθορυβο μες στην τσεπη μου, και δεν ηθελα ν'απαντησω στον ομιλητη κι ας ημουν βαθια ερωτευμενη μαζι του, γιατι ηξερα πως η πραγματικη ερωτηση δεν ηταν αυτη, η πραγματικη ερωτηση ηταν το μεγαλο γοητευτικο "γιατι" που ροκαρει τις ανασφαλειες της ανθρωποτητας απο την αρχη της συνειδησης, και το κινητο μου χτυπουσε κι επρεπε να τρεξω να το σηκωσω και να βρω μια δικαιολογια να μη γυρισω πισω και να θυμαμαι απο δω και μπρος να καβατζωνω οσους περισσοτερους αναπτηρες μπορω.

Κι ας πουμε πως σ'εκεινο το σημειο, χτυπησε το κινητο μου και ξυπνησα. Τα κινητα εχουν παντα κακα νεα να σου πουν οταν χτυπουν επιμονα μεσα στα ονειρα σου, και καμια φορα ερχονται και οι μητερες τραγωδιες να κανουν παρεα στα παιδια τους, τις λεπτομερειες, αλλα συνηθως, μη φοβαστε, συνηθως, δεν συμβαινει απολυτως τιποτα σπουδαιο. Κι αυτο δεν το λενε γκρο πλαν, το λενε λανθανουσα θλιψη. Κι η καμερα ειναι παντα στην ιδια θεση κι ολοι ξερουμε να πουμε γιατι τη βαλαμε εκει.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Entry #12

Eλα ρε γαμημένο, δως μου ο,τι θες. Δως μου Δευτέρες κι ορμόνες, τσουβάλια Δευτέρες πεσμένες κάτω απ'τον ήλιο να παραγίνονται και να λιώνουν, δως μου γρατζουνισμένα φτερά και πατρικές συμβουλές, δως μου άδειους δρόμους να μην ξέρω τι να τους κάνω. Δως μου ο,τι μπορείς γαμημένο, δως μου αχόρταγους κάδους ανακύκλωσης και ναυαγισμένα δευτερόλεπτα να τα σώσω, δως μου να λειάνω τις γωνίες σ'ένα τετράγωνο, δως μου μια αβάφτιστη ψυχή, ένα αρχαιοελληνικό τέλος για οποιαδήποτε απο τις ιστορίες μου. Δως μου ο,τι καλύτερο έχεις, το καλύτερό σου χτύπημα, δως μου μια ρωγμή στη γυψοσανίδα του χρόνου κι εγώ θα την φοβηθώ και θα κρυφτώ κάτω απ'την κάσα της πόρτας. Δως μου έναν θανάσιμο εχθρό κι εγώ θα τον μπερδεύω συνέχεια με κάποιον άλλο, με κάποιον πιο όμορφο. Δως μου μια φωτοτυπία ενός αισθήματος κι εγώ αντί να μπορώ και να μη θέλω, θα θέλω και δεν θα μπορώ. Κάνε με να επιθυμήσω κάτι ρε γαμημένο, κάνε με να επιθυμήσω κάτι αρκετά ώστε να κλωτσήσω αυτή την καρέκλα να πέσει να βυθιστεί μες στο νερό, κάθε πρωί προσεύχομαι στον ανεμιστήρα μου και κάθε βράδυ νυστάζω για να ξεχάσω. Κάνε με έστω να νοιαστώ για μαλακίες, κάνε με να ενδιαφερθώ για κοπλιμέντα και αυτοσκοπούς, για μάσκες ομορφιάς και για βιβλία με γυαλιστερά εξώφυλλα, κάνε με να πιστέψω σε ζώδια και φωτογραφίες απο διακοπές, σε δείκτες νοημοσύνης και σε γλώσσες που δεν διαβάζονται με τα μάτια, κάνε με αληθινό κορίτσι, αυτό το ξύλο που είναι το σώμα μου σαπίζει και ξεφουσκώνει σαν ήχος απο μασημένη κασσέτα με εξωγήινες εφηβικές μπαλάντες. Ξέρω πως έχεις κι άλλα για μένα, δεν έχω τελειώσει μαζί σου, έχω εναποθέσει όλες μου τις ελπίδες σ'αυτή τη γλάστρα στο μπαλκόνι μου, και θα δεις πως κάποια μέρα, θα γράψω κάτι τόσο καλοφωτισμένο κι εκκωφαντικό, που θα σε λυγίσω.

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Ξέρειs

θα'θελα να μάζευα μία μία όλες τις πεποιθήσεις που είχα ποτέ 
να τις πέρναγα δυο χέρια γυαλόχαρτο 
μέχρι να γίνουν κάτασπρες και ξεθωριασμένες 
όπως πρέπει να είναι οι σωστές πεποιθήσεις
θες να σου πω γιατί δεν βλέπεις τον ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο;
είναι γιατί τον κρύβω μέσα στις χούφτες μου
και τραβάει τόσο καιρό τώρα αυτή η δουλειά
που μιλάει πια εκείνος με τη φωνή μου
κι εγώ με τη δική του
γι'αυτό κάθε φορά που ανοίγω το στόμα μου ακούγεται ένας ήχος
σαν κάτι που πλησιάζει μα δεν φτάνει ποτε
σαν σφύριγμα, σαν σειρήνα
Αρχίζει το πάρτυ
πάνω που νόμιζα πως είχα σοβαρευτεί
θυμήθηκα πως έχω να γυαλίσω και τις μπάρες απ'τα κελιά
που έχω κλεισμένες τις ντροπές μου
δεν ξαναμιλάω σου λέω
απαρνιέμαι τη θρησκεία της γλώσσας 
κι ασπάζομαι την αδελφότητα των δαχτύλων
μόνο απο αγγίγματα καταλαβαίνω
απο λέξεις τίποτα
όλες οι λέξεις που είχα να σου πω μου ξηγήθηκαν ινδιάνικη μπλόφα
μ'εγκατέλειψαν πάνω που το ρολόι χτύπησε δώδεκα
μα ξέρεις, το είχα βάλει μια ώρα μπροστά
έχω αρκετό χρόνο να καπνίζω τα ίσως σου
κι έχω γεμίσει ήδη ένα τασάκι αποσιωποιητικά

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

The M Theory

Dεν έφταιγε το φεγγάρι για όλα όσα έγιναν χτες. Εκείνο κρεμόταν ήσυχο απ'το αυτί του ουρανού, μέχρι που το λέρωσε ο ήλιος στη δεξιά πλευρά, και τότε άρχισε να στάζει πάνω στη θάλασσα. Κι έμοιαζε τόσο τρομακτικά με τον πλανήτη μου, που σχεδόν μπορούσα ν'ακούσω τ'ασημένια δέντρα να σκίζουν την ηλιόβαμμένη επιφάνειά του με τις μεταλλικές τους ρίζες και τ'αλουμινοχάρτινα φύλλα τους να κλαίνε σαν αδέξια μεταλλόφωνα - θέλω να πω, το φεγγάρι με κάλεσε χτες, κι εγώ σηκώθηκα κι άρχισα να περπατάω προς το μέρος του. Κανείς δεν με σταμάτησε, κανείς δεν ρώτησε που πάω, κι έτσι ανένοχα μπήκε ένα σύμπαν ανάμεσα σε μένα και τους ανθρώπους, ανάμεσα σε μένα και τη φωτιά τους, κι ήταν ένα σύμπαν αυτάρκες κι ολιγαρκές που δεν έπιανε χώρο μέσα μου, γιατί καθώς μεγάλωνε έχτιζε διαστάσεις να τις κατοικήσει, κι ήταν παραπάνω από έντεκα κι οι περισσότερες ήταν χρονικές και όχι χωρικές, κι έκανε ψύχρα αλλά εγώ για κάποιο μυστήριο λόγο δεν κούμπωνα τη ζακέτα μου. Τότε ήρθε εκείνος ο σκύλος δίπλα μου, εκείνος ο σκύλος που το είχε σκάσει απ'το αφεντικό του στη μέση της βραδυνής τους βόλτας γιατί τον κάλεσε κι αυτόν το φεγγάρι. Δεν έτρεξε προς το μέρος μου ζητιανεύοντας χάδια και πως τον θαύμασα γι'αυτό, απλά με πλησίασε μ'ένα αργόσχολο νάζι στην ουρά και στάθηκε δίπλα μου, και φυσικά γνωριζόμασταν απο πάντα. Κι έτσι περπατήσαμε μαζί, σαν δυο παλιοί φίλοι που δεν έχουν τίποτα καινούριο πια να συζητήσουν, μέχρι που φτάσαμε ως τα βράχια κι η θάλασσα μας έκλεισε το δρόμο για το φεγγάρι και ξέραμε πως ως εδώ ήταν, ως εδώ μόνο φτάνουμε κι όχι παραπέρα, και για πρώτη φορά ήταν ανακούφιση τα σύνορά της κι όχι φυλακή. Και παρόλο που είχα τόσο απομακρυνθεί απ'τους ανθρώπους κι απ'τη φωτιά τους, ήξερα δυνατά και καθαρά πως η θέση μου πια ήταν δίπλα τους μα όχι μαζί τους, κι ήμουν αγνή και σωστή χωρίς ανθρώπινα αισθήματα, όπως με ήθελε το φεγγάρι. Έσκυψα στο αυτί του φίλου μου, πήγαινε να βρεις τον Αφέντη σου, του ψιθύρισα, του χάιδεψα τον λαιμό και τον φίλησα ανάμεσα στα μάτια, κι όταν αυτός με κοίταξε με παράπονο, του ψιθύρισα και τ'όνομά του με μια μικρή ντροπή, κι ήξερε τότε πως κι εγώ τον αναγνώρισα και πως ήμασταν δεμένοι κι ας μην είχαμε συναντηθεί ποτέ πριν, γιατί είχαμε τον ίδιο Αφέντη κι αυτός ήσουν εσύ και όχι το φεγγάρι, κι έτρεξε τελικά μακριά μου το ίδιο αργόσχολα όπως είχε έρθει. Ξεκίνησα να επιστρέφω πίσω στη φωτιά και στους ανθρώπους με το καινούριο μου σύμπαν κρεμασμένο απ'το λαιμό μου, κι όταν άκουσα τους έλικες των διασωστικών ελικοπτέρων στον ουρανό, αποφάσισα πως δεν ήθελα να με δουν, δεν ήθελα να με βρουν ποτέ. Κι όσο πλησίαζα και πάλι τους ανθρώπους και τη φωτιά τους, τόσο πιο δυνατά άκουγα να τραγουδάνε

start wearing purple, wearing purple, start wearing purple for me now