is touching yourself worth an eternity in hell?

Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

What you don't understand you can make mean anything

Tο μυαλο μου λενε ειναι μυς, αποτυχημενα σχεδον παραλιγο διχοτομημενος σε δυο μερη, αριστερο και δεξι, συνειδητο και ασυνηδειτο, λογικο και παραλογο, ανθρωπινο και ζωωδες, δυο σε ενα. Το αριστερο μερος λενε ασχολειται με τη λογικη και τη γλωσσα και τους υπολογισμους και τις επαγωγες, το δεξι λενε ασχολειται με το συναισθημα και τη διασθηση και την ενοραση, και φυσικα το αριστερο ξερολιζει και το δεξι κωλοβαραει αλλα δεν πρεπει ν’ανησυχω λενε, πρεπει να νιωθω τυχερη λενε γιατι εχω ολο το πακετο κι ας μην το αξιοποιω, επιστημονα και καλλιτεχνη, ιδιοφυη και τρελο, δυο στην τιμη του ενος. Κι αν θελω λενε, μπορω να βαλω το ενα να τσιγκλισει το αλλο, μπορω να γλιστρησω τις πληροφοριες περα δωθε, μπορω να με ξεγελασω, μπορω να δανειστω τοκους απ’το δεξι και να τους επενδυσω στο αριστερο, ειναι πολυ ευκολο, το μονο που χρειαζεται ειναι λιγος πονος.

Οταν βρισκομαι σε ακραιες καταστασεις ψυχικου η σωματικου πονου λενε, το συνειδητο γλιστρα στο ασυνειδητο, και το δεξι μερος παιρνει τον ελεγχο για μια στιγμη, ενα ελαχιστο κλασμα δευτερολεπτου, μαστιγωνει το αλογο που σερνει την αμαξα μου, για λιγο, για πολυ λιγο, αρκετο ομως για να αποκτησω προσβαση στη θεϊκη εμπνευση, για να μπει ο κωλος μου στην πριζα και να συνδεθω με το παγκοσμιο σκαρι της γνωσης, την καθολικη σοφια ολων των ανθρωπων ολων των εποχων, αυτη που βρισκεται αποθηκευμενη στο γενετικο μου υλικο. Δεν ξερω τιποτα στ’αληθεια λενε, δεν μαθαινω τιποτα καινουριο, δεν εμαθα ποτε, τα ηξερα ολα απο παντα, μενει μονο να τα θυμηθω λενε. Λιγος πονος, μονο αυτο χρειαζεται, μια καλη δοση πονου, τραυματισμου, αρρωστιας, πενθους, αγαπης, πεινας, θλιψης, κουρασης, λιγη μιζερια για μουσα και η ενοραση θα μου ανηκει, αρκει μονο να μαυρισω το ματι του φυλακα αγγελου που κραταει τα μποσικα στη δεξια πυλη, λιγο σακατεμα της επιβαλλομενης λογικης και νατη, η κοσμικη Γνωση, ολη στα ποδια μου. Εκατο τα εκατο δοκιμασμενη φορμουλα για δημιουργια θαυματων επι ζητηση.

Μπορω να το κανω, γιατι να μην το κανω, το εχω προβαρει και το εχω ξεπατηκωσει, μπορω να το κανω, αρκει να τσιμπησω τον εαυτο μου πολυ δυνατα, μπορω να το κανω, οι Μυστικιστες το εκαναν και οι Εσσαιοι το εκαναν και οι Βουδιστες το εκαναν και οι Σαμανοι το εκαναν κι οι Προφητες και οι Αγιοι και ολοι οι μεγαλοι καλλιτεχνες, κι εγω μπορω, αρκει να με βασανισω σαν να το εννοω πραγματικα, αρκει να καταχραστω ολα τα σαπια ξερατα μου, αρκει λιγος πονος και μπορω να το κανω, εχω περισσεμα, κριμα να παει χαμενο. Μπορω, ειμαι ετοιμη, ειμαι αξια, θα σας δειξω εγω, θα σας δειξω πως πονανε.

Νατη λοιπον, νατη, η επτασφραγιστη κυψελη εκρυγνυεται θεαματικα μπροστα μου για μια στιγμη, φτυνει τα πολυποθητα της δωρα σαλιωμενα με πυον επανω μου, βγαζει την τεραστια σαρκαστικη γλωσσα της και με γλυφει παντου, εικαζει το μεγαλειο μου και μασουλαει τις θνητες μου αλυσιδες. Γνωριζω τωρα, γνωριζω, θυμαμαι, οτι καποτε δεν υπηρχα και τωρα υπαρχω και καποτε δεν θα υπαρχω, το βλεπω τοσο καθαρα, τοσο τρομακτικα, τοσο λαμπρα. Βιωνω την ολοτητα μου και τη φθαρτοτητα μου και την παντοδυναμια μου και την εκμηδενιση μου μπροστα στην απεραντοτητα του συμπαντος και εισπραττω ολη τη Γνωση ξεκοκαλισμενη ξεψαχνισμενη παστωμενη και μπαγιατικη κατευθειαν απο τα σκοτεινα κελλαρια των προγονων μου. Ερχεται καταπανω μου με ασυλληπτη ταχυτητα, με βιαζει χωρις καν να μ’αγγιξει και πριν προλαβω να ουρλιαξω με χτυπαει σαν ωστικο κυμα, κι υστερα με προσπερναει και τωρα με σερνει πισω της και κυλιεμαι και γδερνομαι πανω στα χωματα της και οι Φυλακες γελανε πανω απ’τις τιμητικες τους θεσεις στην αρενα. Παγιδευομαι ακριβως στο κεντρο και προσπαθω να σπασω την πυξιδα απο μεσα, χτυπαω το κεφαλι μου στο τζαμι της, το δεξι μερος, το αριστερο, δεν εχει σημασια, τιποτα δεν πιανει.

Δεν το θελω αυτο, θελω να σταματησει αυτο.

Εγω δεν συμφωνησα σ’αυτο, κανεις δεν με προειδοποιησε. Γι’αυτο το σφηνακι κρισης πανικου ειναι που πονεσα τοσο εκουσια, γι’αυτον τον βαρια στολισμενο παραλογισμο γυμναζω τοσα χρονια αυτο το παραμορφωμενο καρυδι που εχω για μυ μες στο κεφαλι μου, γι’αυτην την ντοπαρισμενη επιγνωση παρατησα ολη την ασημαντοτητα μου να αποσυντιθεται για δεκαετιες; Γιατι μου το δειχνετε αυτο; Δεν το θελω αυτο, τι να το κανω; Δεν εχω τι να το κανω, πως θα το κουβαλησω, πως θα το αναπαραγω, πως θα το διδαξω, πως θα το ξεφορτωθω; Δεν μπορω να ζησω μ’αυτο, δεν μπορω να το μασκαρεψω, δεν μπορω καν να το παραχωσω στα κωλοτρυπιδια της τεχνης, δεν ειμαι τοσο ταλαντουχα, δεν θα ειμαι ποτε αρκετα μεγαλη για να το χωρεσω, και δεν θελω να ειμαι, μ’ακουτε, δεν θελω να ποναω για παντα.

Δεν το θελω αυτο, παρτε το πισω, παρτε το και βαλτε το μεσα στους αϋλους κωλους σας, γαμιεστε κι εσεις κι η Γνωση σας, αφηστε με να φυγω. Αφηστε με να ειμαι το αντιστροφως αναλογο αυτου που ειμαι φτιαγμενη για να ειμαι, αφηστε με να μην εχω επιλογη. Οπου διαλεγεις να εισαι ειναι εκει που δεν πρεπει να εισαι, και ολα ειναι ενα πορτρετο του εαυτου σου, ολα ειναι η απεικονιση σου, τα παντα, κι εσεις ειστε η δικη μου, το ξερατε αυτο ρε μαλακες; Εγω δεν το ηξερα αλλα τωρα το ξερω, αφηστε με να φυγω, αρκετα τραβηξε αυτο το πραμα.

Μου πουλησατε το μεγαλο σας Τιποτα και το πληρωσα πολυ ακριβα, τωρα τραβατε να γαμηθειτε πανω στις ανακλινδρες φωτονεφελες σας, το ηξερα απο παντα αυτο και τωρα το ξερω οτι το ηξερα. Μπορω να το αγορασω και φτηνοτερα, μπορω να το καπνισω και να το εκπνευσω, μπορω να το βρω παντου, μπορω να το φτιαξω και μονη μου, μπορω να γαμηθω σαν ζωο και να το βιωσω οταν θα χυνω κι υστερα να το ξεχασω, μπορω να το δω στον υπνο μου, μπορω να ερωτευτω και να σκαλισω ενα ομοιωμα του, μπορω να φτιαξω εναν νεο Θεο και να ξεκινησω μια θρησκεια ή εναν πολεμο, μπορω να κανω τα παντα για το τιποτα, γι’αυτο ξεβιδωστε τον αχυρενιο σας τρομο απο τα ματια μου, δεν φοβαμαι τιποτα, δεν θα φοβηθω ποτε τιποτα, στειλτε με πισω στο σωμα μου τωρα αμεσως.

Θα προσγειωθω πανω στο κουφαρι μου και θα ξεχασω οτι ξερω. Θα βαρεθω να ποναω αρκετα ωστε να ξεχασω. Θα γειρω αναπαυτικα στο αριστερο μερος και θα μεινω εκει, αρκετα εξελιχθηκα ως ειδος, φτανει τοση εξελιξη, δεν ξερω τι σκεφτοσασταν οταν αποφασιζατε να στριμωξετε τοσο δυναμικο σ’ενα τοσο ευθραυστο δοχειο, δεν ξερω τι ειδους φαρσα ειναι αυτη, αλλα εγω δεν θα την πατησω ετσι. Θα μαθω να αρκουμαι και θα μαθω να ειμαι αρκετη. Θα μαθω πως να μην ποναω.

Μπορω να το κανω. Μπορω, ειμαι ετοιμη, ειμαι αξια. Θα δειτε. Στον επομενο γυρο θα σας δειξω εγω.


Inspired by Chuck Pallahniuk's Diary

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Stop digging

Ξερεις, καταλαβαινω γιατι να αρεσκεται καποιος να ταϊζει τα περιστερια.

Μαζευονται στα ποδια σου και λυσσανε και φτερουγιζουν προς τα κατω αντι για προς τα πανω και παραγουν ψευτικες ορδες αερα που δεν προλαβαινουν καν να σου δροσισουν τη μαπα και διασκεδαζεις με τα αορατα σημαδια που αφηνουν τα τσιμπηματα τους στο εδαφος και με μια κινηση μπορεις παντα να τα φοβισεις και να διασκορπιστουν κι υστερα παλι να φτυσεις κατα λαθος δυο μασημενα ψιχουλα και να τα μαζεψεις γυρω σου και καπως πρεπει να περασει κι η ωρα τελος παντων, ετσι;

Το μονο προβλημα ειναι πως αν ταϊζεις τα περιστερια συχνα, μετα πανε και χεζουνε ολο τον τοπο, και σε περιπτωση που αναρωτιεσαι, αυτος ειναι ο λογος που τα παντα σου βρωμανε.

Αλλα το ξερεις ηδη αυτο.

Γι'αυτο κι εγω θα παω ν'αραξω σε κανα συρμα της ΔΕΗ και θα κανω πως κοιταζω αλλου. Για να μη σου χεσω.

Κι αμα θυμηθεις πως μυριζει ο καθαρος αερας εξω απ'την πορτα, σφυρα μου.




Μπορει να μην πειναω πια, αλλα θα'ρθω.



Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

Entry #4

Eιναι μερικες μερες που νιωθω οτι ολα απανω μου ειναι βαλμενα λαθος κι οτι τα μελη μου δεν εφαπτονται και δεν εφαρμοζουν καλα στο σωμα μου και κρεμονται και ξεχειλιζουν απο παντου και δεν μπορω να τα κουμανταρω κι αναποδογυριζω σαν τρυπιο ηφαιστειο που κρεμεται πανω απο ενα αδειο ποτηρι.
Ειναι μερικες μερες που το παντελονι συνεχεια πεφτει και η μυτη μου συνεχεια τρεχει και ξεχναω τα ονοματα απ'τα τραγουδια και θυμαμαι μονο κατι χαζα πραγματα οπως τι χρωμα ειμαι οταν χαμογελαω και που εχω κρυψει τις ψηλοτακουνες ενοχες μου.
Ειναι μερικες μερες που ευχομαι να'ρθει καποιος να μου κανει επισκεψη γιατι οταν δεν ερχεται κανεις σκαλωνω χαζευοντας τα τρενα κι εχουν βαρεθει να συναντιουνται μπροστα μου κι οι ανθρωποι μεσα τους να χαιρετιουνται χωρις να κοιτιουνται και το ενα να φευγει προς τα αριστερα και το αλλο προς τα δεξια κι εγω να ειμαι παντα σφηνωμενη μες στη μεση χωρις εισητηριο.
Ειναι μερικες μερες που νοσταλγω την ψυχοφθορα ιεροτελεστια μου και θελω να ντυθω και να βαφτω και να αστραψω σαν αιματοβαμμενο φλας στον καθρεφτη και να με τρομαξω και να γελασω δυνατα για να συνελθω, κι υστερα να γδυθω απογοητευμενη που δεν μυρισαν μεχρι εκει τα πατσουλια μου και να πω "Ισως αυριο".
Ειναι μερικες μερες που ξετρυπωνω το ξυλινο κουτι μου κατω απ'το κρεβατι και ακουμπαω το αυτι μου επανω του σαν αδεξιος κατασκοπος κι ακουω το μικρο πρασινο ξωτικο που ζει μεσα του να χτυπαει το μικρο του δαχτυλακι ρυθμικα πανω στο ξυλο και μαραινομαι που δεν καταλαβαινω αυτον τον νεο κωδικα μορς γιατι εχω ξεχασει πως να διαβαζω και τωρα μονο ακουω, μονο ακουω κι ο,τι ακουω το γραφω κι ολο γραφω.
Ειναι μερικες μερες που ολα ειναι ενα μικρο αστειο σαν τοτε που εχωσα το κεφαλι μου αναμεσα στα ποδια μου κι επνιξα το γελιο μου μες στο κοκκινο εσωρουχο μου και μερικες μερες δεν μπορω να με συγχωρησω που τοτε δεν μου ελειπε τιποτα γιατι μερικες μερες μου λειπεις πολυ.
Κι ειναι και μερικες μερες που δεν μου λειπεις κι αυτες ειναι οι χειροτερες αν θες να ξερεις.

Mother Bird

Αυτες οι αξιοπρεπεις εκκωλαπτωμενες εμμονες μου
Που τοσα χρονια στοργικα κλωσσαω
Δεν λενε ποτε να βγαλουν ποδια και νυχια
Να δωσουν μια να τρυπησουν το μισοθρυμματισμενο τους κελυφος
(Ενα σαλτο υποθεση ειναι, να, κοιτα πως το κανουν οι αυτοχειρες πλανητες)
Παρα μονο μ’αφηνουν να ψηλαφιζω τις ρωγμες τους
Κι οπου βρισκω κουφιο δειλα χτυπαω απανω τα χειλη μου

Κι ευτυχως που ηρθες κι εσυ
Κι ευτυχως που δεν ηρθες
Γιατι πολυ μου ελειπε μια κλουβια ελπιδα
Να’χω παρεα καθως φωναζω ΔΕ ΒΑΡΕΘΗΚΑ ΑΚΟΜΑ ΑΚΟΜΑ ΠΙΣΤΕΥΩ ΑΚΟΜΑ
και να δελεαζομαι απο νεες συντριβες
Αλλα δε λεω να μετακομισω τελικα κι ας εχει καλυτερη θεα απεναντι
γιατι φοβαμαι οτι αν σηκωθω να φυγω
Θα μου κλεψουνε τ’αυγα

Cigarrette burn

Tο μονο αληθινα μοναδικο πραμα που παραγω ειναι ο θορυβος απ'τα χαρτακια οταν στριβω ενα τσιγαρο. Για να σιγουρευτω ομως παιρνω μια γερη ρουφηξια και γερνω το κεφαλι μου πισω για να ξεφυσυξω και να παρακολουθησω πως δραπετευει ο καπνος, πως διεκδικει την ελευθερια του γιατι δεν αντεχει να ζησει εγκλωβισμενος μεσα μου. Μα υστερα καταριεμαι που μπορω παραφυλοντας τον καπνο να φτασω μονο μεχρι το ταβανι και πρεπει να γυρισω πισω στο σωμα μου κι ουτε εγω δεν αντεχω να ζησω εγκλωβισμενη μεσα μου. Καταριεμαι το τεχνητο φως και την μισοκουρασμενη ευδαιμονια, και το ταβανι το ιδιο κι ο,τι αυτο συμβολιζει. Γι'αυτο μετατρεπω τα κερια σε τασακια και σβηνω το τσιγαρο, και το καταριεμαι κι αυτο γιατι συμβολιζει ενα τελος, και γιατι μετα απο καθε τελος εγω παντα νιωθω οτι κατι πρεπει να κανω.

Κι εχει γεμισει ο κοσμος σταχτες και κουραστηκα να καθαριζω.

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Wishful Sinful

Θα ήθελα όσο τίποτα άλλο να πίστευα στη μοίρα, για ν'άρπαζα τον πρώτο άγνωστο που θα έβρισκα μπροστά μου και να τον ρωτούσα, τι μου επιφυλάσσει το αύριο, και κείνος να μου απαντούσε "ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΙΔΕΑ!"

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Entry #3

Eιχα υποσχεθει απ'τη γεννηση του συμπαντος στον εαυτο μου, να μη γραφω ποτε υπο την επηρεια του ο,τιδηποτε, και δεν εχω κρατησει σχεδον ποτε αυτη την υποσχεση. Παω και τ'αραδιαζω μπροστα μου σε ψηφια κι αυτα αυνανιζονται με τον αυτοσαρκασμο μου για φαντασιωση. Κι υστερα, νηφαλια τα περιεργαζομαι κι ειναι ολα ανοητα και ογκωδη και πηχτα φωσφοριζουνε τρεμαμενα μεσα στο σκοταδι της αδιαπεραστης Αγιας Νηφαλιοτητας. Μπουσουλανε προσκυνημα στα χωματινα στρωματα της καθε στιγμης που ξυπναω, καθε εκεινη τη συγκεκριμενη στιγμη που η ληθη παιζει αρπα με τα βλεφαρα μου λιγο πριν τον πρωτο εκβιασμο φωτος της ημερας.

Τουλαχιστον γραφω με στυλο. Ειναι ο δευτερος προσωπικος μου κανονας, κι αυτος βιασμενος δημοσια απο τις λιποτακτικες μου παρορμησεις. Απατασθε ομως αν νομιζετε πως ειστε το κοινο μου. Εγω ημουν παντα το κοινο μου, κι ημουν σκληρη και λογοκριτικη μαζι μου, κι οποτε με κατεπληξα, εσπευσα να με απομυθοποιησω σαν εφηβη που ξεκρεμαει τις αφισες της απ'τον τοιχο. Εγω ημουν παντα το κοινο μου, με το δευτερο ενικο προσωπο για υποβολεα μου, εναν υποβολεα φιλοδοξο και επιτακτικο. Αν ηξερα πως να του δωσω τους φανταχτερους μου αυνανισμους, αν δεν με ανθυπεβαλλα κυνικα οτι γραφω μονο σε μενα, μονο για μενα, αν δεν οριζα την εκφραση με φυσικους νομους, αν υπηρχε στ'αληθεια η λεξη ευκαιρια κι η ευκαιρια δεν ηταν λεξη, αν η αληθεια δεν ηταν συνωνυμη με τη λευκη σημαια, αν, αν, αν, τοτε ισως και να μην ηξερα να γραφω.

Ισως να μην εβγαινα εξω απ'το σπιτι μου μονο για να μαζευω εικονες για να τις κρεμασω απ'το ταβανι και να τις αφησω να κυνηγιουνται στο πατωμα, σαν αποτυπωματα απο προβολεις στην πιστα μιας ντισκο. Ισως να ηθελα να ξυπνησω.

Κι ολα για να γοητευσω τον υποβολεα ε, ολα για χαρη του, για να γινει εκεινος το κοινο μου αντι για μενα, να μπει το Εσυ στη θεση του Εγω και να με κρυψει και να με καταβροχρισει κι εγω να ξεχειλιζω απο μεσα του, να ξεσηκωνω σαν παλιρριακο κυμα ολα τα υγρα που ζουν στο κορμι του. Να ανοιγα να, διαπλατα το φερμουαρ στη βαση του λαιμου μου και να παραμεριζοταν το δερμα μου ως κατω και να φανερωνοταν το κολαζ που φτιαχνουν οι τρελοι καλλιτεχνες, τα σπλαχνα μου. Και να του'λεγα, να, αυτα ειναι ολα, διαλεξε. Παρε ο,τι θες, ετσι κι αλλιως κατι θα χασω στο τελος, παρε ο,τι θες κι εγω θα μαθω να λειτουργω χωρις αυτο, για να σου δειξω για τι ειμαι ικανη, για να σου δειξω οτι ειμαι και θελω, παντα θελω. Ειμαι πλεονεκτης, γι'αυτο διαλεξε και παρε ο,τι θες, στερησε μου κατι για να ξερω που ποναω, για να εστιαζω καλυτερα. Κι αν δεν σ'αρεσει τιποτα και δεν θελεις τιποτα, μη το κανεις για σενα. Καντο για μενα. Καντο για το καλο της παραστασης. Αλλα διαλεξε κατι επιτελους.

Κι αν Εσυ ειχες το κουραγιο να το κανεις αυτο, και διαλεγες αυτο που ποναει λιγοτερο αν το χασω, Εγω θα στεριωνα πυροτεχνηματα στα κατωφλια, θα κρεμαγα ουρες κομητων απ'τα μπαλκονια, θα πεταγα κομφετι φωτονεφελες και ηχοχρωματα, θα εγδυνα τις μερες απ'το χρονο και θα τις ξαπλωνα στα ποδια σου, θα ημουν ετσι γραφικη και μελισταλαχτη αλλα ευτυχως τουλαχιστον αστεια, και θα καταστρωνα μικρες ανεξερευνητες πολιτειες μεσα στις αναρθρες κραυγες που θα μου ενεπνεες.

Για σενα γραφω.


Γι'αυτο καθε μερα, κοιμαμαι και ξυπναω, και κοιμαμαι και ξυπναω, κι ολο αυτοδικαιωνομαι. Λεω, δεν φταιω εγω. Φταιει που καποτε ενα τραγουδι μου εμαθε να σβηνω τη φωτια με βενζινη.

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Κaτεpινa

Επειδη η Κατερινα ελεγε παντα ο,τι ηθελα να πω εγω καλυτερα απο μενα.

---------------------------------------------------------------

Και που λέω πως είμαι βλάκας
είναι γιατί κι αυτό μπορεί να το συνηθίσω
να το πάρω για καλό λυπάμαι πολύ
αγαπάω και τους δολοφόνους λέω τι είναι η ζωή
τι είναι ο θάνατος τι είναι η σχιζοφρένεια τι είναι ο δικαστής
και τι είναι ο καταδότης τι είναι έρωτας τι είναι
μια καρτούλα απο μια ξένη χώρα τι είναι το επιχείρημα
και τι η αντοχή πρέπει ν’αγοράσω μια μεγάλη
όλο τρύπες μπλε ομπρέλα να μας χωράει όλους.

---------------------------------------------------------------

Άνοιξα τσακ απότομα τα μάτια μου απ’τη φασαρία που’κανε το ταβάνι άγρια μεσάνυχτα
λύνοντας τα σχοινιά απ’τους 4 τοίχους κι έφυγε παίρνοντας μαζί του τη σκεπή και τις κουβέρτες μου
Ευκάλυπτοι
σακουλάκια λεβάντας και βατομουριές ήρθανε και ξαπλώσανε στα δόντια μου στο μαξιλάρι μου και στα μαλλιά μου
Μ’ένα σφύριγμα βαποριού σαλπάρισε η πόρτα
κι απ’το πέρασμα μπήκαν με μικρά πηδηματάκια
η μάνα μου κι ο πατέρας νιόνυμφοι
και στον καθρέφτη που γυαλίστηκα ήμουν όμορφη
όχι όμως έτσι σαν άνθρωπος
ήμουνα μισό Βαρδάρης – μισό άσπρο πουλί – περίεργο άσπρο
όπου και να με βάλουν προσαρμόζομαι σκέφτηκα
καλο να’ναι αυτό ή κακό
είχα αρχίσει να χάνω και χρώμα
είχε αρχίσει να μπαίνει και μουσική
είχαν αρχίσει όλοι να νυστάζουνε...
να χασμουριούνται... αποκοιμήθηκαν...
έχω εμπιστοσύνη παρόλ’αυτά στο είδος μου
Υπερεαλιστές ποιητές όμοιοι με σταλινικούς ήρωες
Ξεφτίλες βάσανα παρακάλια πείσμα υπομονή
τέτοιοι είμαστε
έτσι είναι οι άνθρωποι

---------------------------------------------------------------

Είναι επειδή είμαστε παρέα με το παιδί
κι αμέρτητες φορές – αγκαλιά απ’τη μέση
μετρήσαμε τ’αμέτρητα τ’άστρα
και κείνα που λέγανε για καλύτερα χρόνια
τα φάγαμε βγάζοντας κουβάδες με νερό
για να μπορούν να ταξιδεύουνε για πάντα
τα πλοία που δεν άραξαν
κι είναι επειδή μια και κάτω
κατεβάσαμε όλα τα ξυνισμένα κρασιά
και βγάλαμε τα σωθικά μας τραγουδώντας
γεμάτα παράπονο – παιδιακίσα πράματα
τον Ιούλιο κάποτε
γι’αυτό άμα κάνει κανείς μια κίνηση έτσι
για να μας χαϊδέψει
κάνουμε εμείς μια κίνηση πίσω
σαν να μη φάμε ξύλο
Γι’αυτό αν τύχει και μ’αγαπήσεις
πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ
πως θα μ’αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ. Κι εδώ. Κι εκεί.

---------------------------------------------------------------

Έλα να σου πω...
Έλα πάρε με απο δω. Πάμε να φύγουμε απο δω μέσα.
Τα χέρια μου τρέμουν σπάω συνέχεια πράγματα
εχουνε σπάσει τα νεύρα μου
κι εσύ – το βλέπεις – όποτε έρχεσαι δω
δεν έχω να σου πω τίποτα
Κάθε βράδυ ενώ μουλιάζω σε κάποια θάλασσα
εγώ φυλάγομαι με βρόχινη ομπρέλα
Σ’όλες τις φωτογραφίες που τράβηξα στη γη
βγαίνει συνέχεια στον ουρανό
ένα κίτρινο άλογο που δεν προχωράει
Είμαι πολύ λυπημένη σκοντάφτω συνέχεια
μπορεί να φταίνε και τα τακούνια
το μόνο που με δένει πια με τη μάνα μου είναι οι ενοχές μου
και τ’όνομά μου έτσι απλά που με φωνάζουνε
μου φέρνει δάκρυα δε θέλω να κλάιω
Πάρε με λοιπόν απο δω.
Θέλω να σου δείξω τα καλοκαιρίατικα θέατρα
πως ζούνε το χειμώνα
πόσο άδεια είναι τα σχολικά όταν έχουν αργία
κι όλους τους φίλους που φύγανε
και δεν μπορούν πια να με προδώσουν
πάμε απο δω πάμε εκδρομή σε μέρος που δεν έγινε
αφού στο’χω γράψει, στο’χω πει
όπου κι αν πάτησα άφηνα αίμα
γι’αυτό δεν μπορώ ποτέ που να σταθώ
κι όλο αλλάζω σεντόνια
φέρε κι ένα τρενάκι ψεύτικο
πρέπει να παίξω γι’αυτό δεν μεγάλωσα
σκέψου δεν έμαθα τίποτα
μοιάζω με τα ζώα
όποιος ηλίθιος κυνηγός βγει μπορεί να με σκοτώσει
ξέρω μονάχα ανακλαστικά
το δρόμο που πηγαίνει στη δουλειά
αρχίζω να γερνάω
ποτέ κανείς δεν κατάλαβε
θα μου πεις καλύτερα έτσι.

---------------------------------------------------------------

Κάνω προσπάθεια να «γράψω»
Του λόγου μου το αληθές, όταν διαβάζεις αυτές τις γραμμές
Θα’ναι να’χω πετάξει.
Στις αράδες μου μπλέκονται αγριοφράουλες και βατομουριές
χιλιόμετρα που πέφτουν απάνω μου δε μ’αφήνουν να προχωρήσω
Αυτός ο κατακερματισμένος μανδύας, σκισμένος απο αέρηδες
κι απο βροχές, αυτός ο άσπρος σταλαγμίτης το σώμα μου
μπλέκεται μέσα στα ανυπόδετα πόδια μου, εκθέτει τη χωρίς
ανθρώπινη ανταπόκριση ψυχή μου.
Κάνω προσπάθεια να γράψω...
Οι δρόμοι της πολυαγαπημένης πόλης μου, φίδια τώρα της γνώσης
μου παραδώσανε της πόλης τα κλειδιά, με εκπαιδεύσανε, με μάθανε
όσο με σφίγγουνε ν’ανοίγομαι, τώρα με σφίγγουνε, ανοίγω...
Τώρα σε λίγο δε θα μπορέσεις να με πιάσεις πια, αν μπορέσεις
κυνήγα με, δε θα με βρεις στους δρόμους της πια, με προφυλάνε
με κρύβουνε ανεβαίνω...
Σε λίγο αν κοιτάξεις λυπημένος το βράδυ στον ουρανό ψηλά
θα’μαι ένα χαζό παιδικό άστρο που όλο θα πέφτω
Ίσως κάνω λάθος που θέλω να γράψω για να κρατηθώ
Είναι ίσως γιατί νομίζω πως δεν πρόλαβα να πω
Ευχαριστώ
κι αντί για πεφτάστρο που πρέπει να γίνω και να χαθώ
σαν άνθρωπος αντίθετα ακόμα να σκέφτομαι
και θέλω ρόδο αγάπης να γίνω....

---------------------------------------------------------------

Στο Σημείο
που όσο πλησιάζω
απομακρύνεται
Στο Σημείο
που όσο σκοτεινιάζει
αναδύεται
Στο Σημείο
που κρατάω στη χούφτα μου
κι άμα πάω να στο δείξω
υδρατμός αγάπης γίνεται
και εξανεμίζεται
Στο Σημείο που ονομάζω
Εσύ – Εγώ
εγγράφω όλους τους φόνους
ποδοπατημένων χορταριών
Ν’ανθίσει

---------------------------------------------------------------

Και ήρθε – και χάμω – στα γόνατα έπεσα
και χωμάτινος βόλος έγινα
και μέσα μου κύλησα
και σε μια ανάσα της ψυχής μου
που είχε μείνει φεγγερή – εκεί ακούμπησα –
κι έκλαιγα νερό. Νερά πολύ.
Κι όσο νερό έβγαλα
νερό δεν είχε για μένα
στέρεψα – λέπια – γοργόνα έγινα
κι ο άνθρωπος φοβήθηκε ακόμα πιο πολύ....
Κι όταν τα μάτια άνοιξα
και πλάι και γύρω και παντού
μεγάλη λίμνη έγινε
που πλέανε αιωνόβια μικρούτσικα ανθάκια
...νύχτωνε στον ουρανό...
Και σε δυο περίεργα σύννεφα
που ακίνητα τρέχαν
εγώ ανάμεσα σε δυο διάτρητους ληστές
στα φώτα σταυρωμένη
Μπορεί δίκαια....
Προκάλεσα με πάθος τη ζωή
Ασέβησα δυο φορές γιατί τους ήξερα τους Νόμους
Άσκησα την όραση για μακριά
Κι έχασα τα κοντινά μου
Τώρα
Πληρώνω με ντροπή
Χωρίς σκυλί
Χωρίς ραβδί
Τυφλή
Διαβαίνω ανάμεσά σας

Εσύ!
Εσένα που αγάπησα
Κοίτα αμα πιεις κι όπως πάντα μεθύσεις
Μην πεις ποτέ πως μ’αγάπησες
Δε θ’άφηνες να γίνω πλατανόφυλλο
Σε ξεροπόταμους να πλέω....

Δέντρο ήμουνα κι έσπασα
Μου’σπασαν όλα τα κλαδιά
γιατί εκεί τρέχανε τα ξεστρατισμένα παιδιά
να παίξουνε τους κρεμασμένους

Ρίζα με λένε τώρα
Το χρώμα μου
νύχτας βαθιάς μαβί
εκείνο που παίρνει ο ουρανός
όταν μεγάλο βράχο δένει στο λαιμό
και σ’άραχλα νερά βουλιάζει το φεγγάρι

Η αφή μου
βελούδο φθαρμένο παλιό
με νεκρικές ανταύγειες τσαλακωμένο
σε ηρωικές γιορτές
εξάρσεις βίας
και πορείες οργής παραφορεμένο

Ο ήχος μου συνέχεια
ανάμνηση δέντρου που φυλλορροεί

Ποιος είναι ο λόγος της ποίησης
που βγαίνει απ’το ποιώ
και που σημαίνει πράττω

κι εγώ, πως μου’ρθε να γράψω ποιήματα
ακόμα πιο πολύ δεν έχω τόπο να σταθώ
και με το ίδο παιδικό παράπονο κοτζάμ γυνάικα τώρα
όλο να ντρέπομαι
και πρέπει ακόμα να σκληρύνω
και τώρα δεν έχω τι άλλο να πω
σπάνε τα κομμάτια μας σαν αστραπές στον ουρανό
όμως κι έτσι που μ’οξυγονοκολλήσανε δεμένη χειροπόδαρα σε τούτη τη ζωή
σε τούτη την καρέκλα
έτσι και της χώσω μια στον ουρανό – κοίτα ψηλά – θα πιάσει να βρέχει....

γι’αυτό τώρα εμένα που με βλέπετε δεν τρώω δεν κλαίω δεν φοβάμαι δεν βλέπω δεν μιλώ δεν εκκενώνω δεν αντιστέκομαι είμαι αυτάρκης και λεία των νεκρών φωσφορίζουσα
θα προχωρήσω.

---------------------------------------------------------------

Σε ενοχοποιούν
όχι τόσο οι πράξεις σου
σε ενοχοποιούν οι σκέψεις
οι σχέσεις σου
κάτι χαμόγελα που έσβησες
κάτι μαλακισμένες εικόνες που κουβαλάς
σχεδόν ηλιοβασίλεμα

Σε ενοχοποιεί η αθωότητά σου
και αυτά που της χρωστάς
κάτι λάθη
και κάτι πάθη

Και έτσι είσαι ζωγραφισμένος
σ’ ένα κόκκινο μπαλόνι που ανεβαίνει
δε μιλάει
ανεβαίνει πάνω απ’την πόλη

---------------------------------------------------------------

Όχι μωρέ. Δεν έχω κανένα παράπονο.
Είμαι μεγάλος άνθρωπος κι υπεύθυνη των πράξεών μου.
Έκανα πάντα αυτό που ήθελα. Όλο τον κόσμο δικό μου.
Και πάντα μόνη μου, ε;
Κατέβαινα στον ηλεκτρικό
Και ξεπερνιόμουν με το τρένο
Όλο το μήκος της διαδρόμής
Ήταν φορές που ήρθα και πρώτη. Αλήθεια σου λέω.
Τις νύχτες κόλλαγα παράνομες αφίσες
ΖΗΤΩ Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ γράφανε
Και ποτέ μα ποτέ δε με πιάσανε
Ζωγράφισα ακόμα μια γλάστρα ένα λουλούδι κι ένα σύννεφο
Ξέρεις, πολύ απλά πράγματα.
Μπήκα σ’όλα τα σπίτια που νοικιάζονται
Και δεν νοίκιασα ποτέ κανένα.
Κι ακόμα αγαπώ όλους τους άντρες που ξύπνησα μαζί τους.
Μπα, όχι. Δεν κρυώνω.
Τις νύχτες; Βέβαια. Καπνίζω πολύ.
Παραφυλάω αυτούς που δεν κοιμούνται.
Οχι, δεν θέλω. Δε με πιάνει η ασπιρίνη.
Διέσχισα όλους τους δρόμους τρέχοντας
Κι έφερα πολύ καλό χρόνο.
Κάπου πρέπει να πω αυτά που έμαθα
Πρέπει να δείξω αυτά που είδα.
Οχι. Δεν έχω κανένα παράπονο βρε αδερφέ. Δεν έχω που να πάω.

---------------------------------------------------------------

-Κατερινα Γωγου-