is touching yourself worth an eternity in hell?

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Σελιδoδείκτηs

------για τη φλονς, και μόνο γι'αυτήν-------




H ώρα ήταν πέντε το πρωί κι εγώ κοιτούσα το ταβάνι και σκεφτόμουν γιατί άραγε δεν βάφουμε τα ταβάνια, όταν ξαφνικά μου τηλεφώνησε εκείνος. Τον άκουσα να μου λέει  σιγανά ν’ανοίξω την πόρτα. Πάντα το έκανε αυτό, τηλεφωνούσε χαράματα και μου’λεγε απλά ν’ανοίξω την πόρτα. Δυνάμωσα λίγο τη μουσική κι έτρεξα ν’αρπαχτώ απ’το χερούλι. Κοίταξα τον σκοτεινό διάδρομο και άκουσα τα βήματα του. Πάντα το έκανε αυτό, ανέβαινε τις σκάλες μου στο σκοτάδι. Με προσπέρασε και μπήκε μέσα βαριεστημένα. Τον ακολούθησα στην κρεβατοκάμαρα και κάθησα οκλαδόν πάνω στο χαλί. Έβγαλε το παλτό του και το άφησε να πέσει στο πάτωμα σαν να ξεφορτωνόταν κάποιο βάρος. Ύστερα έβγαλε τη ζώνη του και την άφησε κουλουριασμένη πάνω στο γραφείο. Πάντα το έκανε αυτό, το παλτό στο πάτωμα, η ζώνη στο γραφείο. Δυνάμωσε λίγο τη μουσική κι έβγαλε κάτι απο την τσέπη του. Ήταν ένα λουλούδι. Το άφησε δίπλα στη ζώνη κι άρχισε να βγάζει τα παπούτσια του.

Κοίταξα το λουλούδι παραξενεμένη. Αυτό δεν ήταν κάτι που έκανε πάντα. Ξερόβηξα κι έγνεψα προς τα κει με το κεφάλι μου.
«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησα.
Γύρισε για ένα δευτερόλεπτο και κοίταξε το λουλούδι σαν να το’βλεπε για πρώτη φορά.
«Λουλούδι» μου απάντησε με μια καλοπροβαρισμένη φυσικότητα, και συνέχισε να βγάζει τα παπούτσια του.
Χαμογέλασα ειρωνικά μα εκείνος δεν κοίταζε προς το μέρος μου για να το δει.
«Το ξέρω οτι είναι λουλούδι» συνέχισα, «αυτό που ρωτάω είναι τι κάνει επάνω στο γραφείο μου».
Αναποδογύρισε το παπούτσι του και άρχισε να περιεργάζεται τον πάτο.
«Εγώ το άφησα εκεί» μου απάντησε νωχελικά.
Χαμογέλασα πάλι, με ένα διαφορετικό είδος ειρωνίας αυτή τη φορά, ένα πιο γλυκό, πιο παραιτημένο είδος ειρωνίας.
«Και που το βρήκες;» ρώτησε το χαμόγελό μου.
Εκείνος είχε ήδη αρχίσει ν’ασχολείται  με το δεύτερο παπούτσι σαν να ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο.
«Μου το χάρισε μια τσιγγάνα στο δρόμο», μου απάντησε αδιάφορα. Ύστερα σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε για μια στιγμή. «Μου είπε να το δώσω στην κοπέλα που αγαπώ», συνέχισε αφήνοντας ένα περιπαιχτικό γελάκι να γλιστρήσει πίσω απ’την τελευταία λέξη.
Χαμογέλασα ακόμα πιο πλατιά μα εκείνος πάλι δεν με είδε.
«Δηλαδή είναι για μένα;» ρώτησα ξανά.
Άφησε το παπούτσι του να πέσει στο πάτωμα και με κοίταξε πολύ σοβαρά.
«Έλα τώρα» μου γρύλισε, «μη γίνεσαι σαχλή. Φυσικά και δεν είναι για σένα».
Αναστέναξα και ξεφύσυξα μια κούραση, μια κούραση τόσο βαριά, ίσα με ένα τόνο λουλούδια.
«Τότε θα μου πεις τι σκατά κάνει τελικά επάνω στο γραφείο μου;»
Με προσπέρασε πάλι και κατευθύνθηκε αργά προς το κρεβάτι.
«Απλά το ξέχασα στην τσέπη μου» μουρμούρισε και ξάπλωσε ανάσκελα. Μου έκανε ένα νεύμα να πάω δίπλα του. «Αν το θες πάρτο» μου είπε καθώς σηκώθηκα απ’το πάτωμα.
«Τι να το κάνω;» τον ρώτησα λυπημένα και χώθηκα στην αγκαλιά του.
Αναστέναξε και έγειρε προς τα μαλλιά μου.
«Ξερω γω... κάντο σελιδοδείκτη στα τετράδια που σκαλίζεις συνέχεια» μου είπε και χασμουρήθηκε.

Ύστερα κοιμηθήκαμε, αλλά είμαι σίγουρη οτι το λουλούδι έμεινε ξύπνιο.


Η ώρα ήταν πέντε το πρωί και είχε περάσει τόσος καιρός απο εκείνη τη μέρα που το λουλούδι μες στο τετράδιό μου είχε αλλάξει χρώμα, όταν ξαφνικά μου τηλεφώνησε πάλι εκείνος. Τον άκουσα να με ρωτάει δυνατά γιατί δεν είμαι σπίτι. Πάντα το έκανε αυτό, τηλεφωνούσε χαράματα μα εγώ δεν ήμουν πια ποτέ σπίτι. Δεν τον περίμενα πια ούτε αναρωτιόμουν για το ταβάνι. Ήμουν έξω και χόρευα θυμωμένα τραγούδια. Ήρθε και με βρήκε εκεί που ήμουν. Πάντα το έκανε αυτό, ποτέ δεν μπορούσα να του ξεφύγω. Μου κόρναρε απο μακριά και μου άνοιξε την πόρτα να μπω στο αυτοκίνητο. Μπήκα αδιάφορα κι άρχισα να ξεκουμπώνω τα τακούνια μου. Έβαλε μπρος κι άρχισε να οδηγεί. Ανάμεσα στις ταχύτες έβγαλε ένα λουλούδι απο την τσέπη του και το άφησε πάνω στο ταμπλό. Εγώ ξεκούμπωνα ακόμα τα παπούτσια μου. Ξανάλλαξε ταχύτητα και έσπρωξε το λουλούδι επιδεικτικά προς το μέρος μου.

Χαμογέλασα, ειρωνικά, και πάλι ειρωνικά αλλά χωρίς καμιά παραίτηση και γλυκύτητα.
«Τι σκατά υποτίθεται πως είναι αυτό;» ρώτησα σχεδόν γελώντας.
Με κοίταξε αγριεμένα.
«Σκατά,»  μουρμούρισε άτονα, «όπως το’πες...»
Γέλασα δυνατά και έγειρα πίσω στο κάθισμα.
«Πάντα το ήξερα οτι χέζεις ροδοπέταλα» είπα κοιτάζοντας έξω απ’το παράθυρο.
Άρχισε κι εκείνος να γελά αμήχανα.
«Για σένα είναι» μου είπε τελικά σαν νικημένος, «για σένα είναι, εντάξει; Πάντα για σένα ήταν. Σ’αγαπάω. Οκέι; Ορίστε, το παραδέχομαι. Σ’αγαπάω».

Χαμογέλασα πάλι κι έξω ξημέρωνε.
«Όχι δεν μ’αγαπάς» του είπα κι έξω ξημέρωνε. «Απλά μου πήρες ένα λουλούδι». Αναστέναξα και χασμουρήθηκα. «Απλά πας να με ξεγελάσεις να εκτιμήσω κάτι που μου στέρησες και θα’πρεπε να ήταν δεδομένο...» μουρμούρισα λίγο πριν αποκοιμηθώ. «Κι έτσι κι αλλιώς, δεν χρειάζομαι άλλο σελιδοδείκτη...»

11 σχόλια:

  1. Αυτά γίνονται αν οι άνθρωποι χαρίζουν λουλούδια και όχι μπουκάλια ή αγκαλιές.

    *ωραίο κείμενο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. :) ωραιο κομεντ.
    αν και στην προκειμενη μπουκαλι νομιζω θα ηταν λιγο...
    επικινδυνο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. τη διαβάζω, την ξαναδιαβάζω και δεν ξέρω τι να πω... μάλλον ξέρω, αλλά δεν ξέρω πως θα το πάρεις. χαίρομαι πολύ που σε συνάντησα στη ζωή μου. αυτό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. να το παρω σαν σεξουαλικο υποννουμενο που το'χω κι ευκολο;;
    :):):)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. χιχιχι. πάρτο όπως θες μανάρα μου! :D

    (δεν μπορώ να ελπίζω και με σένα που δεν είσαι ούτε τόσο δα λιγουλάκι λεσβία)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ποτέ επικίνδυνο, το μπουκάλι το σπας/διαλάς όταν είναι γεμάτο, αυστηρώς και μόνο αν χρειάζεται να χαράξεις κάποιο πρόσωπο ή να φοβερίσεις με χάραγμα.

    Ή αν το χεις πιει πρώτα όλο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. αγαπημενη αμα ημουνα εστω και τοσο δα μπορει και να σε διεκδικουσα απ'το νι. :)

    αυτε αν στην ιστορια αντικαθιστουσαμε το λουλουδι με το μπουκαλι θα μεναμε με καποιο ανοιγμενο κεφαλι.

    chaosopher, δεν ξερω τι αλλο αλλα θελω μονο να σας πω οτι σας διαβαζω και γραφετε περα απο εξαιρετικα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. μου αρέσει να μου μιλούν στον πληθυντικό/όχι για λόγους ευγενειας/μα γιατί νιώθω στ αλήθεια πλήθος/κι αλλο~εννοώ θέλω να γράψεις κ άλλο/

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. εγω μιλαω παντα στον πληθυντικο για να νιωθω οτι ειμαι εγω κι απεναντι ολοι οι αλλοι.

    γραφω κι αλλο, ολο γραφω, καθε νυχτα ολη νυχτα και πολλες φορες και την ημερα και μετα γραφω κι αλλο λιγο. κατι απ'ολα θα σας δωσω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή