is touching yourself worth an eternity in hell?

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

Entry #2

Eχω που λες μια εικονα αποθηκευμενη πανω στο desktop. Υπαρχει απλα εκει, δεν την ανοιγω ποτε.

Θα'λεγα πως εχει ξεμεινει εκει καιρο, αλλα δεν πιστευω στο χρονο. Το λεω στους φιλους μου και με κοροϊδευουν, οτι δεν υπαρχει στ'αληθεια χρονος. Τον κατασκευασαμε, οπως κατασκευασαμε τον Θεο και τα πλοια και την αγαπη, κι υστερα καποιος εξυπνακιας εφηυρε τα δευτερολεπτα για να τον μετρησει. Αλλα ο χρονος δεν κυλαει με σταθερο ρυθμο, ο χρονος αυξομειωνει την ταχυτητα του οπως επιθυμει, ο χρονος ειναι ενας μεταλλας ντραμερ που μολις ανακαλυψε τη τζαζ. Αλλωστε που ακουστηκε ποτε μοναδα μετρησης για την αγαπη; Τα πλοια βεβαια μπορεις να τα μετρησεις, αλλα σε τι θα ωφελησει αυτο;

Ειναι λοιπον εκει η εικονα στο desktop μου, σα να ηταν απο παντα, αλλα δεν την ανοιγω ποτε. Μερικες φορες μονο, σπανια, παταω διπλο κλικ κι αμεσως χαμηλωνω τα ματια μου πριν προλαβω να την κοιταξω. Τη νιωθω ομως να με κοιταζει αυτη και με πιανει μια ντροπη αναρριχιτικη, σκαρφαλωνει τη ραχοκοκαλια μου και πεταει τσουχτερα ηλεκτρικα κλαδακια γυρω στους ωμους και στα χερια μου, και αγκαλιαζοντας απειλητικα το λαιμο μου, ανθιζει κοκκινα σπινθηρωτα λουλουδακια που φτυνουνε τη γυρη τους σαν ρουζ πανω στα μαγουλα μου. Ω ποσο ντρεπομαι την εικονα, θα'θελα να μου γυριζε εκεινη την πλατη της αντι να της τη γυριζω εγω.

Μια φορα θυμαμαι την ειχα κοιταξει, για λιγο, για πολυ λιγο, για δυο τρεις χτυπους της μπαγκετας, και χυθηκαν τα ματια μου πανω στην ανεμοσκαλα που εκανες πως σκαρφαλωνες για να με σωσεις, και πριν προλαβω να σκυψω να τα γλυψω, εσταξε μια μικρη σταγονιτσα πανω στο καινουριο σου παλτο κι ετρεξες γρηγορα να κρυφτεις απ'την καταιγιδα.

Αλλα δεν μιλαμε για σενα τωρα, για την εικονα μιλαμε.

Μη με ρωτησεις τι εδειχνε η εικονα γιατι δεν θυμαμαι. Πρασινο, πρασινο πολυ παντου σε ολες τις αποχρωσεις, και γυρω γυρω του κατι σαν υπαρξη, κατι σαν εννοια, κατι σαν φιλοδοξο μαστουρωμενο ψηφιδωτο που θελει να φτιαξει μια ανθρωπινη φιγουρα αλλα ζαλιζεται και παραπαταει σπειρες πανω στα πιξελ, και πρασινο, πρασινο πολυ.

Το πρασινο ειναι το λιγοτερο αγαπημενο μου χρωμα.

Θα με ρωτησεις τωρα γιατι δεν την σβηνω, και θα'ναι ευλογη απορια. Δεν ξερω. Ισως ελπιζω πως καποτε, οταν η γη θα'ναι καθετη και τα κλαδια δεν θα'χουν μεγαλη διαφορα απ'τις ριζες, θα μπορεσω να την ξανακοιταξω. Ισως ελπιζω πως καποτε, οταν ο χρονος συμφιλιωθει με τον παλιο του bandmate τον χωρο, θα γινει αληθινη και θα βγει απ'το desktop. Ισως απλα ελπιζω.

Δεν ξερω μη με ρωτας ασε με.

5 σχόλια:

  1. γράφεις κόκκινα σαν το φόντο σου και η γραφή σου είναι ελεύθερη σαν άγριο άλογο, κάποτε δαμασμένο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ω αυτο ειναι θαυμασιο κοπλιμαν. σας ευχαριστω θερμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. μονομαχείς με τον εαυτό σου, σαν τον πυγμάχο στο ρίνγκ απέναντι στην κρεμασμένη μπάλα ή την ισορροπίστρια στη δοκό

    τα γράμματά σου μαρτυρούν πληγές και επευφημίες, πτώσεις και βάθρα, μα το ακούραστο μερμήγκι μέσα σου, δεν σταματάει να σκάβει, πιο κάτω και απ τον πάτο, μάλλον γιατί ο πυρήνας είναι κρεμμυδοφορεμένος με σκληρά ντύματα

    διεκδικώ τον ενικό
    μπορώ να κολακεύσω, δεν το κάνω, ό,τι γράφω δεν χρειάζεται απάντηση, μα την ασπάζομαι όταν έρχεται, ξεφλουδίζω το ευχαριστώ και κρατώ το θερμά


    αυτό που αρνείσαι να κοιτάξεις είναι ο λόγος που γράφουμε οι περισσότεροι κι έχουμε πολλά από δαύτα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. "αυτό που αρνείσαι να κοιτάξεις είναι ο λόγος που γράφουμε οι περισσότεροι κι έχουμε πολλά από δαύτα"

    το εθεσες εξαιρετικα θα ελεγα, παραδιδοντας τον ενικο ανευ λαφυρων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ό,τι δεν σβήνεις είναι ότι δεν μπορει να καταπιεί κανείς
    ό,τι πετάς είναι ότι μπορείς κι έχεις χωνέψει
    ό,τι αρνείσαι να δείς είναι ότι καλώς είχε και πονάει η μετατροπή του σε κάτι άλλο

    ένα χρονοντούλαπο βρίσκεται για να κρατάει καταχωνιασμένους τους γλυκούς δαίμονες της συναισθηματικής νιότης, να σταματάει ο χρόνος στο καπάκι του, να ματώνει τα μάτια και τις τρείς φορές που θα τα ξανακοιτάξεις στη ζωή σου και να νιώθεις αιώνια ενοχικά για το σαπισμένοακρωτηριασμένο άλλο μισό σου, τυλιγμένο σε χασαπόκολλες Α4 με γιορτινοκορδέλες τη γραμματοσειρά σου

    κραδαίνω τον λαφυρο ενικό και καθιζάνω στον βυθό σου, ραντεβού προς τα πίσω σου

    ΑπάντησηΔιαγραφή